Δευτέρα 10 Απριλίου 2017

Ταξιδεύοντας... Απόσπασμα από "Το κέρμα"

Άλλο ένα μικρό απόσπασμα...

"Το κέρμα"... Σελίδα 57:

...Φτάνοντας στο τέλος της τρίτης ημέρας, στο χρονικό όριο που είχα θέσει, γνωρίζοντας με λεπτομέρειες πια την οικονομική κατάσταση της εταιρείας, το προσωπικό και τα βασικά της παραγωγής, είχα καταλήξει, είχα αποφασίσει πλέον τι έπρεπε να κάνω. Όσο κι αν ήταν σκληρό για τα πιστεύω μου, όσο κι αν ανατρέπονταν βίαια απόψεις, ιδέες και στάση ζωής, δεν είχα άλλη επιλογή. Θα ακολουθούσα το μονόδρομο που η μοίρα έφερε ξαφνικά μπροστά μου. Περισσότερο ένιωθα θυμωμένος που έχασα τη μάχη τόσο γρήγορα, γιατί παραδινόμουνα χωρίς καν να προλάβω να πολεμήσω. 


Μου χρειαζόταν λίγος καθαρός αέρας, να ξεθολώσει το βαρύ μου κεφάλι. Πήρα το Kadett και κατέβηκα μέχρι τον Πειραιά. Πάρκαρα κοντά στο τέρμα του Ηλεκτρικού και περπάτησα στις προβλήτες, εκεί που φεύγουν τα πλοία για τα νησιά. Βλέποντας τον καπνό να βγαίνει από τα φουγάρα τους, κάτι σκίρτησε μέσα μου, ένιωσα έτοιμος να σαλτάρω σε όποιο ήταν πιο κοντά και να φύγω. Από μικρός είχα τη λαχτάρα να μπαρκάρω.

Το σπίτι που γεννήθηκα και έμενα μέχρι να φύγουμε για την Αθήνα, ήταν λίγα μέτρα από τη θάλασσα, απέναντι από το σημείο που έδεναν τα ιστιοφόρα και τα πρώτα καΐκια με μηχανές, «βενζίνες» τα λέγανε τότε. Κάτω, μάλιστα, από το σπίτι, υπήρχε ένας παλιός καφενές με μια μεγάλη ξυλόσομπα να δεσπόζει στη μέση, πριονίδι στο χωμάτινο πάτωμα και σιδερένια στρογγυλά τραπέζια γύρω γύρω. Εκεί πέρναγαν την ώρα τους ρουφώντας ναργιλέ ναυτικοί, ψαράδες και εργάτες του λιμανιού.

Μικρός λοιπόν, χάζευα με τις ώρες τα πλεούμενα να έρχονται και να φεύγουν από το παράθυρο και τρύπωνα με κάθε ευκαιρία στον καφενέ. Μου άρεσε να ακούω ναυτικές ιστορίες, αλήθειες και ψέματα, υπερβολές και κατορθώματα, να παρακολουθώ, κάπου κρυμμένος, τους τσακωμούς τους. Οι ιστορίες ξεσήκωναν την παιδική μου φαντασία, ονειρευόμουνα να ταξιδεύω στη μαγεύτρα θάλασσα, να ζω στην περιπέτεια, να γνωρίζω μέρη εξωτικά, άλλους τόπους, άλλους πολιτισμούς, άλλους ανθρώπους. 

«Καλά έλεγα να μπαρκάρω, παρά να φύγω στο Παρίσι» μονολόγησα φωναχτά. 

Δε μου ήρθε έτσι. Το είχα σκεφτεί σοβαρά και μάλιστα το είχα πει στον πατέρα μου, όταν προσπαθούσα να τον πείσω να δώσει τη συγκατάθεση του να φύγω. Ο πατέρας τότε το θεώρησε σαν πίεση για να πει το ναι για το Παρίσι, όμως εγώ σοβαρολογούσα και δεν ήθελα και πολύ για να κάνω την κουτουράδα. Η απεραντοσύνη της θάλασσας και τα μυστικά της, με προκαλούσαν. Το άγνωστο με κέντριζε. Ο καημός, όμως, κρύφτηκε βαθιά στην ψυχή μου, όταν έφυγα για να βρω τη μεγάλη ερωμένη, τη σκηνοθεσία. 

Βουή και φώτα στο λιμάνι. Ήρεμη η θάλασσα. Ρούφηξα τη μυρωδιά της, τέλειωσα τη βόλτα, μπήκα στο Kadett και πήρα το δρόμο του γυρισμού περνώντας από την Καστέλλα, να χαζέψω τα όμορφα σκάφη όπως ήταν δεμένα στη σειρά. Μέχρι να φτάσω στο σπίτι είχα ήδη προγραμματίσει τις πρώτες μου κινήσεις. Θα άρχιζαν με το ξημέρωμα της επόμενης ημέρας. Στο σπίτι έφαγα στο πόδι δυο τυροπιτάκια, σπεσιαλιτέ της μαμάς, και έπεσα ξερός για ύπνο. 

Πρωί πρωί μπήκα φουριόζος στο εργοστάσιο, φώναξα στο γραφείο μου την Αγγελική, τη γραμματέα μου, και άρχισα τις εντολές...



Μάνος Περράκης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου