Δευτέρα 13 Ιουλίου 2026

"Η δούλα" ολόκληρο το μυθιστόρημα ελεύθερο για ανάγνωση όπως πρωτοκυκλοφόρησε το 2021...



ΤΙΤΛΟΣ ΒΙΒΛΙΟΥ: Η δούλα  

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: Μάνος Περράκης  

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ - ΔΙΟΡΘΩΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ:  

Ελένη Περράκη - Εύα Καρακατσάνη 


ΣΥΝΘΕΣΗ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ: «ΙΚΟΝΑ» Ν. Γ. Χριστόπουλος  

© Μάνος Περράκης, 2021  

© ΒΙΒΛΙΟΔΕΣΙΑ - ΕΚΤΥΠΩΣΗ: «ΙΚΟΝΑ» Ν. Γ. Χριστόπουλος 

Bυζαντίου 3, 21100 Ναύπλιο, τηλ. 27520 21375 

e-mail: ikonamail@gmail.com 


Πρώτη έκδοση: Ιούλιος 2021  

Έντυπη έκδοση ISBN: 978-618-00-3157-7 

Ηλεκτρονική έκδοση ISBN: 978-618-00-3163-8 


Το παρόν έργο πνευματικής ιδιοκτησίας προστατεύεται από τις διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας (Ν. 2121/1993 όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα) και τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται χωρίς γραπτή άδεια του εκδότη η κατά οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο (ηλεκτρονικό, μηχανικό ή άλλο) αντιγραφή, φωτοανατύπωση και εν γένει αναπαραγωγή, εκμίσθωση ή δανεισμός, με­τάφραση, διασκευή, αναμετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε μορφή και η εν γένει εκμετάλλευση του συνόλου ή μέρους του έργου.  

Το βιβλίο αυτό είναι προϊόν μυθοπλασίας. Τα πρόσωπα και η πλοκή της ιστορίας, είναι φαντα­στικά και οποιαδήποτε ομοιότητα με υπαρκτά εί­ναι εντελώς συμπτωματική. 

Οι ημερομηνίες με τα γεγονότα που συμβαί­νουν σε αυτές, είναι οι πραγματικές. 

Το αρχοντικό στο Ναύπλιο, όπου διαδραμα­τίζεται μεγάλο μέρος της ιστορίας και ταιριάζει απόλυτα στη μυθοπλασία, σήμερα λειτουργεί ως ξενοδοχείο. 

Η σκάλα, που εικονίζεται και στο εξώφυλλο, έχει παραμείνει η αυθεντική. 

Θερμές ευχαριστίες στην ιδιοκτήτρια ΝΕΟΚΛΑ­ΣΙΚΗ ΑΕ, που επέτρεψε τη χρήση φωτογραφικού υλικού και τις αναφορές στο υπέροχο αρχοντικό της.  


Στ’ Ανάπλι και στους φίλους,  

τους τόσο σημαντικούς «περιθωριακούς»,  

που δε θα γράψει κανείς τίποτα γι’ αυτούς…   


«Λες, δεν υπάρχει Παράδεισος.  

Και όμως, κατοικώ στο Ναύπλιο!»  

Χρήστος Ε. Κατσιγιάννης  

«Κάποτε Άγγελοι»

 

Κεφάλαιο 1

 

Η φυγή...

 

Ήπειρος, Τζουμέρκα 1958

 

Η άνοιξη μπήκε με ορμή μετά το βαρύ χειμώνα στα Αθαμανικά όρη. Στο νότιο τμήμα τους, στο Βουργαρέλι, η βλάστηση οργίαζε. Μικροί και μεγάλοι οργανισμοί ξεπετάχτηκαν και πλημύρισαν ποτάμια, αγρούς, πλαγιές και υψώματα. Η φύση γεννούσε καθετί που ήθελε να ζήσει. Τα χιόνια έφταναν διακόσια τριακόσια μέτρα από το χωριό, στα έλατα, που καταπράσινα και υπερήφανα κρατούσαν ακόμα στα κλαδιά τους τις τελευταίες αναμνήσεις του χειμώνα που πέρασε. Οι άνθρωποι ξέγνοιαστοι, μα και έτοιμοι να φύγουν. Όσες προσπάθειες και αν γίνονταν, ποιος να καθίσει στο χωριό; Πώς να ζήσει; Τι να χαρεί; Από δουλειές, υλοτόμος και κτηνοτρόφος ήταν οι πιο συνηθισμένες και αυτές είχαν τόσες δυσκολίες. Ο καιρός και οι αποστάσεις στέκονταν εμπόδιο για να κάνει κάποιος προκοπή. Έπειτα, λίγες οι συναναστροφές, λιγότερες οι ευκαιρίες για χαρές, για διασκέδαση, για έρωτες. Όσο για όνειρα για μια καλύτερη ζωή, δική του και των παιδιών του; Τίποτα δεν υπήρχε να τα εγγυηθεί, να αφήνει περιθώρια ότι μπορεί κάτι ν’ αλλάξει. Έτσι, η φυγή φάνταζε μονόδρομος…