ΣΥΝΘΕΣΗ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ: «ΙΚΟΝΑ» Ν. Γ. Χριστόπουλος
© Μάνος Περράκης, 2021
© ΒΙΒΛΙΟΔΕΣΙΑ - ΕΚΤΥΠΩΣΗ: «ΙΚΟΝΑ» Ν. Γ. Χριστόπουλος
Bυζαντίου 3, 21100 Ναύπλιο, τηλ. 27520 21375
e-mail: ikonamail@gmail.com
Πρώτη έκδοση: Ιούλιος 2021
Έντυπη έκδοση ISBN: 978-618-00-3157-7
Ηλεκτρονική έκδοση ISBN: 978-618-00-3163-8
Το παρόν έργο πνευματικής ιδιοκτησίας προστατεύεται από τις διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας (Ν. 2121/1993 όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα) και τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται χωρίς γραπτή άδεια του εκδότη η κατά οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο (ηλεκτρονικό, μηχανικό ή άλλο) αντιγραφή, φωτοανατύπωση και εν γένει αναπαραγωγή, εκμίσθωση ή δανεισμός, μετάφραση, διασκευή, αναμετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε μορφή και η εν γένει εκμετάλλευση του συνόλου ή μέρους του έργου.
Το βιβλίο αυτό είναι προϊόν μυθοπλασίας. Τα πρόσωπα και η πλοκή της ιστορίας, είναι φανταστικά και οποιαδήποτε ομοιότητα με υπαρκτά είναι εντελώς συμπτωματική.
Οι ημερομηνίες με τα γεγονότα που συμβαίνουν σε αυτές, είναι οι πραγματικές.
Το αρχοντικό στο Ναύπλιο, όπου διαδραματίζεται μεγάλο μέρος της ιστορίας και ταιριάζει απόλυτα στη μυθοπλασία, σήμερα λειτουργεί ως ξενοδοχείο.
Η σκάλα, που εικονίζεται και στο εξώφυλλο, έχει παραμείνει η αυθεντική.
Θερμές ευχαριστίες στην ιδιοκτήτρια ΝΕΟΚΛΑΣΙΚΗ ΑΕ, που επέτρεψε τη χρήση φωτογραφικού υλικού και τις αναφορές στο υπέροχο αρχοντικό της.
Στ’ Ανάπλι και στους φίλους,
τους τόσο σημαντικούς «περιθωριακούς»,
που δε θα γράψει κανείς τίποτα γι’ αυτούς…
«Λες, δεν υπάρχει Παράδεισος.
Και όμως, κατοικώ στο Ναύπλιο!»
Χρήστος Ε. Κατσιγιάννης
«Κάποτε Άγγελοι»
Κεφάλαιο 1
Η φυγή...
Ήπειρος, Τζουμέρκα 1958
Η άνοιξη μπήκε με ορμή μετά το βαρύ χειμώνα στα Αθαμανικά όρη. Στο νότιο τμήμα τους, στο Βουργαρέλι, η βλάστηση οργίαζε. Μικροί και μεγάλοι οργανισμοί ξεπετάχτηκαν και πλημύρισαν ποτάμια, αγρούς, πλαγιές και υψώματα. Η φύση γεννούσε καθετί που ήθελε να ζήσει. Τα χιόνια έφταναν διακόσια τριακόσια μέτρα από το χωριό, στα έλατα, που καταπράσινα και υπερήφανα κρατούσαν ακόμα στα κλαδιά τους τις τελευταίες αναμνήσεις του χειμώνα που πέρασε. Οι άνθρωποι ξέγνοιαστοι, μα και έτοιμοι να φύγουν. Όσες προσπάθειες και αν γίνονταν, ποιος να καθίσει στο χωριό; Πώς να ζήσει; Τι να χαρεί; Από δουλειές, υλοτόμος και κτηνοτρόφος ήταν οι πιο συνηθισμένες και αυτές είχαν τόσες δυσκολίες. Ο καιρός και οι αποστάσεις στέκονταν εμπόδιο για να κάνει κάποιος προκοπή. Έπειτα, λίγες οι συναναστροφές, λιγότερες οι ευκαιρίες για χαρές, για διασκέδαση, για έρωτες. Όσο για όνειρα για μια καλύτερη ζωή, δική του και των παιδιών του; Τίποτα δεν υπήρχε να τα εγγυηθεί, να αφήνει περιθώρια ότι μπορεί κάτι ν’ αλλάξει. Έτσι, η φυγή φάνταζε μονόδρομος…
Το
Βουργαρέλι, λόγω της γεωγραφικής του θέσης αλλά και της πατριωτικής φλόγας που
έκαιγε στα στήθη των κατοίκων του, στη διάρκεια της κατοχής από τους Γερμανούς
δεν άργησε να γίνει ορμητήριο αντάρτικων ομάδων τόσο του ΕΔΕΣ, όσο και του ΕΑΜ.
Τον Απρίλη του 1943 εγκατέστησε εκεί το αρχηγείο του ο Ναπολέων Ζέρβας. Δυο
μήνες μετά οι Γερμανοί, στις 5 Μαΐου 1943, βομβάρδισαν το χωριό και στις 3
Οκτωβρίου του ίδιου χρόνου το έκαψαν μαζί με όλα τα χωριά της περιοχής. Μετά
τον εμφύλιο σταδιακά ξαναχτίστηκαν πάνω στα ερείπια, με πρωτοβουλία των
κατοίκων που είχαν μείνει και ξενιτεμένων ευεργετών που αγαπούσαν τον τόπο
τους, τα σπίτια, η εκκλησία, η πλατεία, γεφύρια και δρόμοι που είχαν
καταστραφεί.
Η
Γωγώ, Γεωργία την είχανε βαφτίσει στη χάρη του Αϊ-Γιώργη, του μοναστηριού που
βρήκαν καταφύγιο οι Βουργαρελιώτες όταν έκαψαν το χωριό τους οι Γερμανοί, στα
δεκαοχτώ της χρόνια, είχε πάρει και αυτή την απόφαση να φύγει. Την ευκαιρία
αναζητούσε. Η μεγαλύτερη αδελφή της, η Μαρία, είχε παντρευτεί πριν πέντε χρόνια
και ζούσε στην Άρτα, όπου ο άνδρας της είχε καφενείο. Ο πατέρας της, σακάτης
από τότε που έπεσε από το μουλάρι του, ψευτοδούλευε, μόνο που αυτά που έβγαζε δεν
έφταναν ούτε γι' αυτά που έπινε και η μικρή αδελφή της, η Νικολίτσα, φρόντιζε
τον πατέρα τους και έκανε τις δουλειές του σπιτιού. Στη Νικολίτσα είχανε δώσει
το όνομα του Αγίου Νικολάου, της εκκλησίας στην πλατεία του χωριού, γιατί
γεννήθηκε την ημέρα που την έκαψαν οι Γερμανοί. Την ημέρα εκείνη, πέθανε στη
γέννα, πάνω στην αντάρα, η μάνα τους.
Εκκλησία
αφιερωμένη στον Άγιο Νικόλαο σε ορεινό χωριό δύσκολα συναντούσες. Εκεί στο
Βουργαρέλι, την είχαν πρωτοχτίσει οι συγγενείς αυτών που έφευγαν να πάνε στα καράβια,
για να τους προστατεύει ο Άγιος. Και ήταν πολλοί οι νέοι που μπάρκαραν τότε.
Ο
πατέρας των τριών κοριτσιών είχε μπαρκάρει κι αυτός. Αφού γεννήθηκε η Μαρία, το
1933, άφησε λεχώνα τη μάνα τους και έφυγε στα καράβια για πέντε ολόκληρα
χρόνια. Τα χρόνια αυτά έστελνε πότε πότε λίγα χρήματα και κανένα γράμμα στη
γυναίκα του. Γύρισε στο Βουργαρέλι όταν τα πράγματα δυσκόλευαν και ο πόλεμος
εξαπλωνόταν σε όλο τον κόσμο. Με τα λεφτά που είχε φέρει μαζί του, έζησε καλά η
οικογένεια για δυο χρόνια, αλλά και μετά κουτσά στραβά τα βόλευαν, μέχρι το
θάνατο της μάνας τους. Η Μαρία η μεγαλύτερη αδελφή, που ήταν τότε στα δέκα της
χρόνια, αναγκαστικά έγινε και μάνα της νεογέννητης Νικολίτσας και της ούτε
τρίχρονης Γωγώς. Αυτή τις μεγάλωσε, μέσα στην Κατοχή και τον Εμφύλιο.
Η
Γωγώ είχε γεννηθεί το Σεπτέμβρη του 1940, ένα μήνα πριν αρχίσει ο πόλεμος. Μιας
διαβολικής ομορφιάς θηλυκό, που πριν κλείσει τα δεκαοχτώ ήταν ήδη η πιο
περιζήτητη νύφη της περιοχής για κάθε επίδοξο γαμπρό, ιδιαίτερα γι’ αυτούς που
είχαν τον τρόπο τους. Ένα θηλυκό με λευκή λεία πεντακάθαρη επιδερμίδα, με
κατάμαυρα μακριά μαλλιά και γκριζοπράσινα γατίσια μάτια, βελούδινα -λες
ζωγραφιστά- κερασένια χείλη, σφιχτό στήθος σαν πέτρα και χυτά πόδια, μακριά και
άτριχα. Μια ζωντανή οπτασία, μια αύρα που δρόσιζε στο πέρασμα της. Η ίδια, στην
ιδέα και μόνο της σκλαβιάς που θα ακολουθούσε την «αγορά» της, αντιδρούσε και
σκεφτόταν το πώς θα έφευγε το συντομότερο, θα ξέφευγε καλύτερα, από τον κλοιό
που την έσφιγγε όλο και περισσότερο, όσο έμενε στο Βουργαρέλι.
Το
να φύγει από το χωριό ήταν το εύκολο. Δεν είχε να δώσει λόγο και σε κανέναν.
Τον πατέρα της ούτε που τον ένοιαζε και η Νικολίτσα στα δεκαπέντε της πια, τα
κατάφερνε μόνη της. Το πού θα πήγαινε ήταν το δύσκολο. Να κατέβει στην Άρτα; Τι
θα έκανε εκεί; Πώς θα ζούσε; Θα έβρισκε δουλειά; Στην Πάτρα ίσως ήταν καλύτερα,
μεγάλη πόλη με πολλές φάμπρικες. Όμως και εκεί, χωρίς γνωριμίες, χωρίς να ξέρει
και πολλά από τη ζωή μακριά από το χωριό της, απονήρευτη, πώς να τα
καταφέρει... Μια δυο φορές το χρόνο, το πολύ τρεις, πήγαινε όλες κι όλες στην
Άρτα, δυο φορές στη ζωή της είχε πάει στο Μεσολόγγι και άλλες δυο στην Πάτρα.
Την Αθήνα την ονειρευόταν. Όποτε έφτανε στο χωριό κάποιο περιοδικό, κοίταζε με
λαχτάρα τις φωτογραφίες και προσπαθούσε να καταλάβει πώς ζούσαν οι άνθρωποι
εκεί.
Η
ευκαιρία που έψαχνε, ήρθε από μια μακρινή συγγένισσα. Την κυρία Ευγενία, που
κατέφτασε στο χωριό στα τέλη του Μάρτη. Η κυρία Ευγενία ήταν σαφής, «Άκου, Γωγώ
μου, ξέρω ότι θέλεις να φύγεις και καλά θα κάνεις. Δουλειές σε εργοστάσια και
χαμαλίκια δεν είναι για σένα. Σου έχω άλλη λύση πολύ καλύτερη. Θα πας υπηρέτρια
σε ένα αρχοντόσπιτο, σε οικογένεια σοβαρή, με οικονομική επιφάνεια και
κοινωνική αναγνώριση, σε μια πόλη όμορφη που δεν έχεις φανταστεί, με ανθρώπους
πολιτισμένους, ευγενείς και μορφωμένους. Θα κάνεις τις δουλειές του σπιτιού,
θελήματα, θα εκτελείς τις επιθυμίες των αφεντικών και θα πληρώνεσαι κανονικά,
θα εξασφαλιστείς για όλη σου τη ζωή και το πιθανότερο είναι να σου βρουν και
έναν καλό γαμπρό για να σε παντρέψουν».
Καλό
ακούστηκε στη Γωγώ, το μόνο που της κακοφάνηκε ήταν αυτό το «θα εκτελείς τις
επιθυμίες των αφεντικών» και ζήτησε διευκρινίσεις από την κυρία Ευγενία.
«Όταν
είσαι υπηρέτρια, ό,τι και να θέλει το αφεντικό είσαι υποχρεωμένη να το κάνεις,
χωρίς αντίρρηση».
«Ό,τι
ό,τι;» ρώτησε η Γωγώ.
«Ναι»,
η απάντηση απόλυτα κατηγορηματική της κυρίας Ευγενίας.
Την
πονήρεψε λίγο τη Γωγώ αυτό που της είπε η κυρία Ευγενία, αλλά δεν επέμεινε,
άλλωστε απάντηση πήρε. Θα περίμενε το Πάσχα που θα ερχόταν στο χωριό η ξαδέρφη
της η Κατίνα, που ήταν υπηρέτρια στην Αθήνα περισσότερο από τρία χρόνια, για να
τη ρωτήσει. Αυτή, όχι μόνο ήξερε, αλλά θα της έλεγε και πώς να αποφεύγει τις
κακοτοπιές, σε περίπτωση που αποφάσιζε να δεχτεί την πρόταση της κυρίας
Ευγενίας. Από καιρό έβλεπε στα μάτια των ανδρών τη λαιμαργία και στα μάτια των
γυναικών τη ζήλεια. Σκεφτόταν τι θα αντιμετώπιζε όταν θα έφευγε από το χωριό,
άγνωστη και μόνη σε έναν κόσμο που όπως είχε καταλάβει από αυτά που άκουγε,
«όλοι κοιτάνε πώς να σε εκμεταλλευτούν».
Η
Κατίνα ήρθε στο χωριό τη Μεγάλη Τετάρτη και θα έφευγε τη Δευτέρα του Πάσχα. Στο
χωριό, είχαν απομείνει μόνοι τους ο παππούς και η γιαγιά της από τη μεριά του
πατέρα της. Οι γονείς της είχαν πεθάνει ταλαιπωρημένοι από τις κακουχίες του
πολέμου και του Εμφυλίου. Άλλα αδέλφια η Κατίνα δεν είχε. Την είχαν παρακαλέσει
να έρθει και να κάνουν μαζί Πάσχα, γιατί αισθάνονταν ότι θα έφευγαν σύντομα από
τη ζωή και δεν θα την ξανάβλεπαν. Τα αφεντικά της θα έλειπαν εκείνες τις ημέρες
για διακοπές στην Ευρώπη και έτσι της έδωσαν άδεια να επισκεφτεί το χωριό της.
Έφτασε
λοιπόν και την υποδέχτηκε με λαχτάρα η Γωγώ. Στα μάτια της Γωγώς η Κατίνα
φάνηκε βασίλισσα. Όμορφα ρούχα, παπούτσια, χτενισμένη, με ρουζ στα μάγουλα,
μοσχομύριζε το άρωμα της και έλαμπε το καθαρό πρόσωπο της. Ένας χρυσός σταυρός
κρεμόταν στο λαιμό της και ένα βραχιόλι στο χέρι της.
«Μωρ’
Κατίνα, θαμπώθηκα, αστράφτεις ολόκληρη. Φτου φτου, κυρία έγινες. Πώς σε
ζηλεύω…»
Η
Κατίνα γέλασε, αγκάλιασε τη Γωγώ, φιληθήκαν και αγκαλιασμένες προχώρησαν προς
το σπίτι του παππού της. Τα πράγματα της τα μοιράστηκαν, με τη Γωγώ να κουβαλά
τη βαριά βαλίτσα της Κατίνας.
«Και
εσύ μπορείς, με τέτοια ομορφιά!» αποκρίθηκε λίγο καθυστερημένα η Κατίνα.
«Καλά,
υπηρέτρια δεν είσαι; Ή μήπως κάνεις και τίποτα άλλο;» απόρησε η Γωγώ.
«Αν
είσαι υπηρέτρια σε πλούσιο σπίτι στην Αθήνα, είναι καλύτερα και από το να είσαι
στο σπιτικό του πιο νοικοκύρη στο χωριό.
Έλα, έχουμε να πούμε πολλά».
Τα
λόγια της Κατίνας φούντωσαν την περιέργεια της Γωγώς που είχε τόσα να ρωτήσει,
τόσα που ήθελε να μάθει και η Κατίνα φαινόταν πρόθυμη να της τα πει.
Ανυπομονούσε να έρθει η ώρα που μόνες τους θα μπορούσαν να μιλήσουν. Το μόνο
που πρόλαβε να της πει ήταν πως πρότειναν και σε αυτήν να πάει για υπηρέτρια.
Έφτασαν στο σπίτι, ο παππούς και η γιαγιά ακούγοντας τη φασαρία που έκαναν,
βγήκαν και τις υποδέχτηκαν στην αυλή. Κλάμα η γιαγιά, πιο ψύχραιμος ο παππούς,
μα πολύ συγκινημένος. Φίλαγαν και χάιδευαν την Κατίνα και όπως ήταν πιγκωμένοι
δεν έβγαινε μιλιά από το στόμα τους. Έβαλε τα κλάματα η Κατίνα, τα έμπηξε και η
Γωγώ. Κάποια στιγμή ηρέμησαν, μπήκαν στο σπίτι και κάθισαν. Άρχισαν να λένε για
τα βάσανα της ζωής τους και να ρωτάνε την Κατίνα πώς περνάει στην Αθήνα. Κάθε
φράση τους συνοδευόταν και από μια ευχή.
«Καλά
είμαι, δε με βλέπετε; Θα έρθω και του χρόνου να σας δω γιατί και σεις μια χαρά μου
φαίνεστε» τους καθησύχασε, φιλώντας τους, μια τον ένα και μια τον άλλο.
«Η
Γώγα έρχεται να σας δει ή σήμερα που ήρθα εγώ ήρθε κι αυτή;»
«Καλά
να ’ναι το κορίτσι, δεν έχουμε παράπονο, έρχεται, μας στέλνει και τη Νικολίτσα
να μας κάνει κανά θέλημα».
Τη
Γωγώ στο χωριό τη φωνάζαν Γώγα από μικρή. Μάλλον η μάνα της θα την πρωτοείπε
έτσι και της έμεινε. Η Γωγώ κάθισε καμιά ώρα μαζί τους στο σπίτι και μόλις
σουρούπωσε έφυγε για το δικό της. Με την Κατίνα θα τα έλεγαν το πρωί.
Πρωί
λοιπόν Μεγάλης Πέμπτης συναντήθηκαν Κατίνα και Γωγώ και ξεκίνησαν τη βόλτα που
συνήθως έκαναν όλοι στο χωριό, όταν ήθελαν και να τους δουν οι συγχωριανοί
τους, αλλά και να πάνε πιο μακριά, έξω από το χωριό στο δρόμο που οδηγούσε στο
Αθαμάνιο για περίπατο. Η Κατίνα ήταν πέντε χρόνια μεγαλύτερη από τη Γωγώ.
Αδελφές οι μανάδες τους και οι δυο τους έμοιαζαν σε πολλά. Το κυριότερο η
ομορφιά τους, που δεν κρυβόταν, η φτώχεια αλλά και το καθαρό μυαλό τους, το
μεγαλωμένο στο βουνό, στην αγαθότητα αλλά και την πονηριά, όποτε χρειάζεται,
της φύσης.
Όποιους
συναντούσαν τους χαιρετούσαν και έλεγαν και μια κουβέντα. Λόγω της ημέρας όλοι
κυκλοφορούσαν για κάποιο λόγο. Ξεμάκρυναν κάποια στιγμή. Η Γωγώ δεν άντεχε
άλλο, ήδη οι πρώτες εντυπώσεις από την άφιξη της Κατίνας την είχαν αναστατώσει.
«Πες
μου, μωρέ Κατίνα, δεν έχουμε πολύ καιρό, αύριο είναι ο Επιτάφιος και μεθαύριο η
Ανάσταση, δεν κάνει τέτοιες κουβέντες τέτοιες μέρες».
«Θα
στα πω όλα, μη σκοτίζεσαι Γώγα μου και μη βαραίνεις το μυαλό σου. Άμα είσαι
προσεκτική και δε σε πιάνουνε κορόιδο, μια χαρά θα περάσεις. Για λέγε, πού σου
προξένεψαν να πας δούλα».
«Σε
ένα αρχοντικό στο Ναύπλιο για ένα ζευγάρι. Είναι μια πόλη που έχει θάλασσα, όπως
είδα και στο χάρτη. Το ζευγάρι δεν έχει παιδιά, η κυρία μάλλον είναι στέρφα. Ο
κύριος είναι δικηγόρος και έχουν πολλά λεφτά, όπως μου είπε η κυρία Ευγενία».
«Ναύπλιο!
Δικηγόρος χωρίς παιδιά! Λαχείο σου έπεσε ξαδερφούλα. Έχω πάει στο Ναύπλιο με τα
αφεντικά μου. Κοσμοπολίτικο μέρος, άλλοι άνθρωποι. Αν είναι και πλούσιοι όπως
λες, έκανες την τύχη σου».
«Ναι,
βρε Κατίνα μου, αλλά εγώ θέλω να μάθω τι υποχρεώσεις θα έχω, τι πρέπει να κάνω
σαν υπηρέτρια. Τι κάνεις εσύ, πώς σου φέρονται τ’ αφεντικά…»
«Λοιπόν,
χωρίς ψέματα, εμείς οι δυο και το νερό που τρέχει στο ρέμα. Είμαι σε ένα
αρχοντικό στην Κηφισιά, κάνω τις δουλειές του σπιτιού, πηγαίνω και για ψώνια
στο μανάβη, τον μπακάλη, τον ψαρά, τον κρεοπώλη, ό,τι και αν χρειαστεί να γίνει
εγώ είμαι πρόθυμη και χωρίς αντίρρηση να το κάνω. Κάνω ό,τι μου ζητήσουν,
περιθώρια να αρνηθώ δεν υπάρχουν. Είπαμε χωρίς ψέματα».
«Δηλαδή,
βρε Κατίνα, ό,τι και να ζητήσουν τα αφεντικά πρέπει να το κάνεις;»
«Καταλαβαίνω
Γώγα μου πού το πας. Είσαι πολύ όμορφη, δεν υπάρχει περίπτωση να μη σου ζητήσει
αφεντικό να γευτεί την ομορφιά σου όπου και να πας να δουλέψεις. Θα σου πω τι
κάνω εγώ. Το αφεντικό μου είναι γύρω στα εξήντα, αρχοντόγερος που λέμε. Πότε
πότε βρίσκει τον τρόπο να με ξεμοναχιάζει, του ανοίγω τα πόδια, κάνει ό,τι
κάνει και εγώ την άλλη μέρα έχω ένα χρυσό σταυρό, ένα δαχτυλίδι ή μια καδένα. Ο
γιος του, ένας όμορφος νέος εικοσιπέντε χρονών, που σπουδάζει γιατρός, έχει
φιλενάδα και πολλές που τον θέλουν, του αρέσει και η Κατίνα από τα βουνά και με
ζητάει και αυτός. Μοσχομυρίζει, δε λέω, δε μου κακοπέφτει, αλλά εγώ έχω τον
αεροπόρο μου, τον Αποστόλη, που υπηρετεί στο Τατόι και βγαίνει κάθε
Σαββατοκύριακο και βλεπόμαστε. Αυτός είναι το αγόρι μου».
«Κατίνα,
τι είναι αυτά που μου λες; Καλύτερα να μείνω στο χωριό, ταμένη στον Αϊ-Γιώργη ή
σκλάβα, λάφυρο, ενός από τους πολλούς στα μέρη μας που με θέλουν. Δεν μπορώ εγώ
τέτοια πράγματα, πώς θα ζήσω μέσα στη ντροπή και την ατιμία…»
«Αθώα
Γώγα μου, μπορείς να δεχτείς τη μοίρα σου χωρίς να πολεμήσεις, μα, αν με ρωτάς,
θα είσαι δυστυχισμένη μέχρι το τέλος της ζωής σου. Από την άλλη, δε λέω, θα
ταπεινωθείς, θα υποχωρήσεις, θα σε τσαλακώσουν οι δυνατοί, αυτοί που έχουν
χρήμα και εξουσία. Όμως, όλους αυτούς μπορείς να τους αντιμετωπίσεις και ίσως, γιατί
όχι, να τους νικήσεις στο τέλος. Η ζωή δεν είναι μια στιγμή. Άκουσέ με, ο
καθένας έχει τα όπλα του. Εσύ τα νιάτα σου και την ομορφιά σου, που όλοι λαχταρούν.
Αυτή θα εκμεταλλευτείς, αυτή θα σου δώσει ό,τι χρειάζεσαι για να προχωρήσεις
στη ζωή σου. Δυστυχώς γεννηθήκαμε φτωχές, μόνο να υπηρετούμε τα αφεντικά
μπορούμε, μέχρι να βρεθεί η ευκαιρία και γι’ αυτή την ευκαιρία πρέπει να
είμαστε έτοιμες».
Αντί
να ξεδιαλύνει τα πράγματα, όπως ήλπιζε η Γωγώ, απ’ αυτά που θα της έλεγε η
Κατίνα, στην κυριολεξία τα έμπλεξε περισσότερο. Νιάτα και ομορφιά, αυτά που
φεύγουν με τον καιρό. Αν δεν προλάβει να κάνει κάτι για τον εαυτό της όσο αυτά
μετρούν και έχουν κάποια αξία; Αν φύγει ο καιρός, θα μείνει για πάντα ένα
δουλικό που όλοι θα το λυπούνται και θα το διατάζουν σήκω κάτσε; Τότε ποιος ο
λόγος να αφήσει το χωριό της; Δούλα στον αφέντη και στο χωριό, δουλικό και
στους αφεντάδες στην πόλη. Αυτό ήταν το ριζικό της;
Η
κυρία Ευγενία της είχε πει ότι ήταν ήδη μεγάλη να πάει για υπηρέτρια. Συνήθως
παίρνανε κορίτσια, δώδεκα, δεκατέσσερα, το πολύ δεκαπέντε χρονών. Ήθελαν να
είναι μικρά για να έχουν λιγότερες αντιρρήσεις σε αυτά που τους έλεγαν και να
συνηθίζουν ευκολότερα στις συνθήκες που τους επέβαλαν. Στην ουσία δε θα είχε
άλλη ευκαιρία η Γωγώ να πάει σε τέτοιο σπίτι. Στην ηλικία της μόνο σαν εργάτρια
θα μπορούσε να βρει κάπου δουλειά.
Ο
κόμπος μπερδεύτηκε περισσότερο. Δεν είχε χρόνο όμως να κάτσει να τον
ξεμπερδέψει. Έπρεπε να πάρει γρήγορα την απόφαση. Ξανασυναντήθηκε με την
Κατίνα. Την βομβάρδισε με ερωτήσεις. Οι απαντήσεις της κατέληγαν στο ίδιο
συμπέρασμα. Η Κατίνα στην ουσία επιβεβαίωνε αυτά που και η κυρία Ευγενία,
καλυμμένα, της είχε πει. Συμφωνούσαν και οι δυο τους, ότι η Γωγώ, θα ήταν
σκλάβα και έρμαιο στις διαθέσεις των αφεντικών. Η μόνη διαφορά σε αυτά που της
είπαν, ήταν ότι η Κατίνα της έδινε ελπίδα και πιθανότητα να ξεφύγει ενώ η κυρία
Ευγενία καμία.
Τα
δώρα που έφερε η Κατίνα στη Γωγώ και τη Νικολίτσα έπαιξαν και αυτά το ρόλο τους
στο να πάρει την απόφαση της. Μια λευκή από λεπτό λινό ύφασμα νυχτικιά με
κεντημένα ροζ λουλουδάκια γύρω στο λαιμό για τη Γωγώ και ένα κατακόκκινο
κοκαλάκι με σιελ γιρλάντες, για να κρατά τα μαλλιά της η Νικολίτσα. Αυτά
συμπληρωμένα από καμιά δεκαριά περιοδικά με ηθοποιούς, μόδα και πώς
διασκεδάζουν οι διάσημοι. Φόρεσε τη νυχτικιά η Γωγώ την Ανάσταση πριν κοιμηθεί
και αισθάνθηκε τέτοια ελαφράδα, σαν να μην ακουμπούσε τίποτα στο κορμί της. Ο
ύπνος της τόσο ήρεμος, στα όνειρα της την επισκέφτηκαν οι καλές νεράιδες.
Την
Κυριακή του Πάσχα, ανέβηκαν στο χωριό από την Άρτα η Μαρία με τον άνδρα της.
Έβαλαν στο φούρνο το μισό αρνί που έφεραν μαζί τους και μέχρι να ψηθεί και να
φάνε, ασχολήθηκαν με την τρίχρονη κόρη της Μαρίας, την Τασία, που δε σταματούσε
να παίζει και να μιλά συνέχεια. Έφαγαν χωρίς τον πατέρα τους που γύρισε το
απόγευμα στο σπίτι μεθυσμένος και έπεσε κατευθείαν για ύπνο. Ένα αξέχαστο
Πάσχα.
Η
Γωγώ πάντως, βρήκε την ευκαιρία να κουβεντιάσει με τη Μαρία την πρόταση της
κυρίας Ευγενίας και να ζητήσει τη γνώμη της. Η Μαρία της είπε πως θα έβρισκε,
αν ήθελε, δουλειά στην Άρτα, αλλά θα δούλευε πολλές ώρες και με λίγα λεφτά, που
δε θα την έφταναν για να πληρώνει τα έξοδα της. Δεν μπορούσε να την πάρει να
μείνει μόνιμα στο σπίτι της, μπορούσε να τη φιλοξενήσει μόνο για λίγες ημέρες,
μέχρι να βρει δουλειά και μετά να μετακομίσει κάπου αλλού. Της φάνηκε καλή η
περίπτωση του Ναυπλίου και η συμβουλή της ήταν να πάει υπηρέτρια. Ήταν
προτιμότερο από το να βρεθεί στο άγνωστο και να κινδυνεύει να πέσει θύμα
κάποιου που θα την εκμεταλλευτεί.
Με
τη Μαρία, την αδελφή της, είχε συζητήσει πολύ η Γωγώ και τα Χριστούγεννα, όταν
είχε κατέβει στην Άρτα να βοηθήσει στο καφενείο του Σωτήρη, του άνδρα της
Μαρίας, τις ημέρες που είχε πολύ δουλειά. Ο Σωτήρης, καλό παιδί, ήσυχος, από το
Παλιοκάτουνο ένα χωριό πριν από το Βουργαρέλι, πάνω στο δρόμο που έρχεται από
την Άρτα. Προξενιό τον είχαν κάνει στη Μαρία και αυτή για να φύγει μια ώρα
αρχύτερα από το σπίτι και το χωριό της, είπε το ναι χωρίς να το πολυσκεφτεί,
όμως μάλλον της βγήκε σε καλό. Ο Σωτήρης αποδείχτηκε άνδρας σωστός και
νοικοκύρης.
Η
αδελφή της λοιπόν, η Μαρία, βλέποντας πώς λιγουρεύονταν οι άνδρες στο καφενείο
τη Γωγώ, κάθισε και της μίλησε. Σαν παντρεμένη και αρκετά χρόνια σε περιβάλλον
με άνδρες, ήξερε καλά τι έπρεπε να της πει για να την προφυλάξει. Της μίλησε
για τα όπλα που είχε σαν γυναίκα και για το πώς να αντιμετωπίζει τις επιθυμίες
των ανδρών που σκοπό θα έχουν να την τουμπάρουν για να ικανοποιήσουν τα πάθη τους,
αλλά και να παινευτούν στους άλλους για το κατόρθωμα τους.
Πέρασε
το Πάσχα, έφυγαν όλοι και η Γωγώ μένοντας μόνη, έκανε τις τελευταίες σκέψεις για
να πάρει την οριστική απόφαση. Θα έφευγε και θα πήγαινε να γίνει υπηρέτρια στο
σπίτι που της πρότεινε η κυρία Ευγενία. Φοβόταν λίγο, καταλάβαινε τις
δυσκολίες, αλλά δε θα υποτασσόταν ό,τι και αν συναντούσε μπροστά της. Θα
πάλευε, έστω και με μόνο σύμμαχο το πάθος της για μια καλύτερη ζωή.
Έγραψε
γράμμα στην κυρία Ευγενία λέγοντάς της ότι ήταν έτοιμη. Όποτε ήθελαν τα
αφεντικά μπορούσε να φύγει από το χωριό.
Περιμένοντας
την τυπική επιβεβαίωση από την κυρία Ευγενία, αισθάνθηκε την ανάγκη να πάει
μέχρι το Μοναστήρι του Αϊ-Γιώργη να δει τη Γερόντισσα Μελετία. Ήθελε να κλείσει
τον κύκλο με ό,τι πίστευε πως άξιζε στο χωριό της, πριν να το αφήσει για πάντα.
Του Άι-Γιωργιού λοιπόν στις 23 του Απρίλη, την ημέρα της γιορτής της, δέκα
μέρες μετά το Πάσχα, ανηφόρησε για το μοναστήρι.
Η
Γερόντισσα Μελετία είχε κατανόηση για τις δυσκολίες που καθημερινά
αντιμετώπιζαν οι άνθρωποι και τις αδυναμίες τους, και δεν ήταν τόσο αυστηρή στο
τυπικό της παράδοσης και τους κανόνες της εκκλησίας. Πίστευε περισσότερο στην
πρόθεση και την καλή πλευρά που όλοι έχουμε μέσα μας και αυτήν προσπαθούσε να
αναδείξει. Έλεγε πως αν αισθάνεσαι την ανάγκη να κοινωνήσεις, να επικοινωνήσεις
και να ζητήσεις λύτρωση, και δεν έχεις εξομολογηθεί ή νηστέψει, στάσου μπροστά
σε μια εικόνα, κάνε το σταυρό σου, προσευχήσου, αναγνώρισε τα λάθη σου και
πήγαινε να κοινωνήσεις.
Μόλις
την είδε η Γερόντισσα της έκανε την παρατήρηση: «Γώγα, ποιος καλός άνεμος σε
έφερε εδώ; Δεν μας έχεις συνηθίσει σε πάνω από μια δυο επισκέψεις το χρόνο,
ούτε και το Πάσχα σε είδαμε!»
«Αγία
γερόντισσα, ήρθα να προσκυνήσω τον Άγιο, να πάρω την ευχή σου και τις συμβουλές
σου τώρα που θα φύγω. Δε θέλω να μείνω άλλο εδώ, θα πάω δούλα σε αρχοντικό σε
μεγάλη πόλη. Μετά έχει ο Θεός».
«Δεν
είμαι Αγία, ένας απλός άνθρωπος είμαι που αφιέρωσε τη ζωή του στο Θεό και την
πίστη Του. Δεν ξέρω πολλά από τη ζωή που θα βρεις μπροστά σου. Ξέρω πως πρέπει
να φυλάγεσαι από ανθρώπους που λένε μεγάλα λόγια, που παινεύουν τον εαυτό τους
και από τους υποκριτές, απ’ αυτούς που κάνουν μεγάλους σταυρούς και βαθιές
μετάνοιες. Ο άνθρωπος πάντα βρίσκει τρόπο να σε κοροϊδέψει άμα θέλει. Στις
δυσκολίες μην απογοητευτείς, να έχεις πίστη στον εαυτό σου και τον Κύριο, πάντα
να ελπίζεις και να κάνεις αυτό που για σένα είναι σωστό. Προσπάθησε η ομορφιά
σου να μη γίνει κατάρα. Θα ήθελα να σου δώσω μια συμβουλή γι’ αυτό, μα πίστεψε
με, δεν ξέρω τι πρέπει να σου πω. Πήγαινε κόρη μου, ο Θεός να σε προστατεύει,
θα προσεύχομαι για σένα».
Όλα
ήταν έτοιμα για την καινούργια ζωή της Γωγώς. Περίμενε το σήμα της κυρίας
Ευγενίας για να αφήσει το χωριό και να πάει να συναντήσει το μέλλον της.
Στο
μυαλό της στριφογύριζε το πώς θα τα καταφέρει με τις δουλειές στο σπίτι που θα
πήγαινε και πώς θα αντιδρούσε στην όποια ταπείνωση -κακά τα ψέματα- που θα
δεχόταν από τα αφεντικά. Είχε καταλάβει πια, ότι βρισκόταν στην πλευρά αυτών,
που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, υπηρετούν τους άλλους που κατέχουν πλούτο και
εξουσία. Σκεφτόταν και πώς θα αντιμετωπίσει την επιθυμία των ανδρών που θα την
πολιορκούσαν για την ομορφιά της.
Ευχή
ή κατάρα τελικά η ομορφιά; Εξαρτάται, από το πώς την ταιριάζεις με τα άλλα
στοιχεία του χαρακτήρα σου, από τις επιλογές σου και τα τυχαία γεγονότα που θα
συμβούν. Και η παρθενιά;
Το
Μήτσο, ένα καλοφτιαγμένο παλληκάρι, κτηνοτρόφο, που μόλις είχε απολυθεί από το
στρατό, είχε γυρίσει στο χωριό και δούλευε στη στάνη του πατέρα του, διάλεξε η
Γωγώ για να αφήσει στο χωριό, να απαλλαγεί μια και καλή από ό,τι πιο πολύτιμο
κουβαλούσε μέχρι τότε στη ζωή της, μαζί με την ομορφιά της.
Δεν
ήταν εύκολη η απόφαση. Επηρεάστηκε και από αυτά που της είπαν η αδελφή της η
Μαρία, η κυρία Ευγενία και η ξαδέρφη της η Κατίνα και το αποφάσισε.
«Ένας
μπελάς λιγότερος. Και ποιος θα το ξέρει εκεί που θα πάω; Τουλάχιστον θα τη δώσω
εκεί που θέλω εγώ, προκειμένου να τη χάσω από ανάγκη ή με τη βία…»
Μόνο
που ήθελε να αξίζει έστω και λίγο ο άνδρας που θα της την έπαιρνε. Να είχε και
λίγη εμπειρία, μην ήταν άγαρμπος και της άφηνε κανά κουσούρι ή κανά παιδαρέλι
και έμπλεκε σε τίποτα έρωτες. Ο Μήτσος που είχε κάνει φαντάρος στην Αθήνα, τη
Θεσσαλονίκη και τις Σέρρες, και δεν μπορεί να μην είχε πάει με γυναίκες, ήταν
ό,τι έπρεπε.
Τις
ημέρες του Πάσχα και του Αϊ-Γιωργιού είχαν ιδωθεί και μιλήσει για λίγο. Η Γωγώ
τον είχε ρωτήσει πώς περνούσε τις ώρες του, όταν δεν είχε δουλειά με τα
πρόβατα. «Τι να σου πω, Γώγα μου, σαν τελειώνω τη δουλειά, επτά το πολύ οκτώ το
βράδυ, αρχίζει το μαρτύριο. Πώς να περάσει η ώρα, τι να κάνω, άνθρωπο δεν έχω
να πω κουβέντα. Σκέφτομαι το πώς θα φύγω, πώς θα το πω στον πατέρα μου. Δεν
είναι ζωή αυτή».
Λίγο
πριν τις 11 Μαΐου που ήταν οι βουλευτικές εκλογές, είχε μαζευτεί στο καφενείο
όλο το χωριό για να ακούσει τους πολιτευτές που είχαν έρθει από την Άρτα. Η
Γωγώ δεν ψήφιζε ακόμη αλλά πήγε και αυτή στο καφενείο, με την ελπίδα να βρει
εκεί το Μήτσο. Ο Μήτσος, ευτυχώς για τη Γωγώ, ήταν εκεί. Τον ρώτησε τι θα έκανε
τη μέρα των εκλογών και αν θα μπορούσε να τον συναντήσει. Της απάντησε πως το
πρωί κάποια στιγμή θα πήγαινε να ψηφίσει και το απόγευμα θα ήταν στη στάνη όπως
κάθε μέρα. Του πέταξε ένα «δηλαδή άμα έρθω κατά κει το σούρουπο, θα σε βρω μόνο
σου;» εισέπραξε ένα «ναι, Γώγα μου» και η κουβέντα τους τέλειωσε με ένα «να με
περιμένεις».
Μεγάλη
η μέρα των εκλογών. Μιλάει ο λαός έλεγαν οι πολιτικοί και ο λαός το πίστευε.
Και υπερηφανευόταν που μπορούσε να ορίσει την τύχη του, το μέλλον του. Αυτό
νόμιζε ότι σήμαινε λαϊκή κυριαρχία. Γι' αυτό έβαζαν τα καλά τους, πλενόντουσαν
και ξυρίζονταν αποβραδίς. Το ιερό καθήκον τους περίμενε. Την ημέρα αυτή διάλεξε
και η Γωγώ να δώσει την παρθενιά της. Γι' αυτήν, αυτό ήταν ό,τι πολυτιμότερο
είχε, η δημοκρατία ερχόταν μετά.
Από
το πρωί άρχισε την προετοιμασία. Σιδέρωσε το λευκό της πουκάμισο, την κλαρωτή
της φούστα και μια χοντρούτσικη μάλλινη γκρι ζακέτα -ό,τι καλύτερο είχε- που
φύλαγε προσεκτικά διπλωμένη στο πάνω μέρος του γιούκου της. Σαπούνισε δυο φορές
το κορμί της και έλουσε τα μακριά μαλλιά της με τη βοήθεια της Νικολίτσας που
της έριχνε χλιαρό νερό με μια κανάτα. Τα άφησε ελεύθερα, δεν τα έπλεξε μια ή
δυο κοτσίδες όπως συνήθιζε. Φόρεσε και τα φρεσκοπλυμένα εσώρουχά της. Προς το
μεσημέρι βγήκε μια βόλτα να δει τι γίνεται στο χωριό. Κόσμος πήγαινε κι
ερχόταν, κουβέντες και πειράγματα λόγω της ημέρας.
Γύρισε
στο σπίτι, έφαγε με τη Νικολίτσα και ξάπλωσε να περάσει η ώρα. Ένιωσε την
καρδιά της να χτυπάει δυνατά, βάρυνε και η ανάσα της. Προς στιγμή σκέφτηκε να
μην πάει στο Μήτσο. Να άφηνε για κάποιον άλλο να της πάρει την προίκα της
φύσης, κάποιαν άλλη φορά. Ίσως αυτόν που πραγματικά θα ερωτευόταν. Αμέσως το
ξέχασε, ηρέμησε, χαλάρωσε, ξεφύλλισε ένα περιοδικό μετρώντας την ώρα μέχρι να
φύγει. Κόντευε επτά όταν ξεκίνησε. Είχε και μισή ώρα γρήγορο περπάτημα μέχρι τη
στάνη. Τους λίγους που συνάντησε τους χαιρέτισε χωρίς πολλά λόγια. Οι
τελευταίες ακτίνες του ήλιου έσβηναν καθώς έφτασε στη στάνη. Ο Μήτσος που την
είδε να πλησιάζει, την περίμενε στην πόρτα.
«Καλώς
τη Γώγα, έλα μέσα, θα διψάς...» η αμηχανία του Μήτσου πώς να κρυφτεί.
«Ευχαριστώ,
Μήτσο, λίγο νερό να πιώ, μια στιγμή να ξαποστάσω και μετά... Μόνοι μας είμαστε
έτσι;»
«Ναι,
Γώγα μου, μόνοι… Όμορφη που είσαι!»
Πίνοντας
η Γωγώ το νερό που της έφερε, τον παρατήρησε. Καθαρά ρούχα, περιποιημένος και
ξυρισμένος. Σωστός γαμπρός ο Μήτσος. Η επιθυμία της φούντωσε, ξανάρχισε η
καρδιά της να χτυπά δυνατά.
«Ξέρεις
γιατί ήρθα... Θα έχεις καταλάβει τι θέλω... Πού θα καθίσουμε; Να μιλήσουμε και
λίγο πρώτα».
«Ό,τι
θέλεις, Γώγα μου, μόνο τρελός θα σου χάλαγε χατίρι».
Την
οδήγησε σε μια κάμαρη δίπλα, σαν αποθήκη έμοιαζε. Σε ένα σωρό από άχυρα είχε
στρώσει ένα χράμι και πάνω του είχε απλώσει ένα λεπτό βαμβακερό υφαντό.
«Τα
χρόνια που έλειπες φαντάρος είχες καμιά φιλεναδίτσα;» τον ρώτησε για να σπάσει
τον πάγο η Γωγώ.
«Μπα,
κάνα δυο που μου άρεσαν, μέχρι φιλί στο μάγουλο με άφησαν να τους δώσω»
απάντησε ο Μήτσος.
«Μη
μου πεις πως δεν έχεις πάει άλλη φορά με γυναίκα;» τα φίδια ζώσανε τη Γωγώ.
«Να
σου πω την αλήθεια, Γώγα μου, μόνο με κοινές έχω πάει σε σπίτια, κάμποσες φορές
στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Όμως μια μου έμεινε αξέχαστη στις Σέρρες. Εκτός
από όμορφη ήταν και ξελογιάστρα, σε έκανε να αισθάνεσαι πως είσαι ο μοναδικός
άνδρας στον κόσμο. Σου γέμιζε την ψυχή γλυκόλογα. Έφευγες και νόμιζες ότι σε
είχε ερωτευτεί, γύρευες ευκαιρία να ξαναπάς».
Παράξενο,
μα, σαν να ζήλεψε η Γωγώ απ' αυτά που άκουσε. Ξάπλωσε ανάσκελα και δίπλα της ο
Μήτσος. Ξεκούμπωσε το πουκάμισο της, σήκωσε μέχρι τη μέση τη φούστα και
μισάνοιξε τα πόδια της. Ο Μήτσος κόκαλο, στη θέα του μισόγυμνου κορμιού της
Γωγώς, είχε γουρλώσει τα μάτια και προσπαθούσε να καταλάβει τι του συνέβαινε. Η
Γωγώ, βλέποντας πως ο Μήτσος δεν έπαιρνε πρωτοβουλία, έπιασε το χέρι του, το
ακούμπησε στο στήθος της και γυρίζοντας το κεφάλι της τον φίλησε απαλά στο
λαιμό.
Αυτό
ήταν. Μεμιάς, όλος ο ανδρισμός, όλη η δύναμη της νιότης, οι ορμές του
αρσενικού, ξεχύθηκαν από το κορμί και το θυμικό του Μήτσου. Τη φίλησε με πάθος,
τη χάιδεψε, της έσφιξε δυνατά το στήθος, της δάγκωσε τις θηλές μέχρι που η Γωγώ
του φώναξε, «σταμάτα», έβαλε το χέρι του ανάμεσα στα πόδια της και τράβηξε κάτω
το εσώρουχό της. Ξεγυμνώθηκε και έπεσε πάνω της.
«Πρόσεχε,
Μήτσο και να τραβηχτείς» τα λόγια της Γωγώς τη στιγμή που τον ένιωσε να μπαίνει
μέσα της. Έκλεισε τα μάτια, κάτι αισθανόταν σαν ικανοποίηση, το μυαλό της όμως το
είχε στη στιγμή που θα απελευθερωνόταν. Δεν άργησε αυτή να έρθει. Ένα μικρό
γλυκό πόνο αισθάνθηκε και σαν να υγράνθηκαν ψηλά οι μηροί της. Δεν ήταν σίγουρη,
μπορεί να ήταν και η ιδέα της, ο Μήτσος όμως παραδομένος στην ηδονή,
αναστενάζοντας και βγάζοντας μικρές κραυγές, απολάμβανε το δώρο. Ένα δώρο που
δύσκολα θα του πρόσφερε ξανά η ζωή.
Σε
λιγότερο από δέκα λεπτά όλα είχαν τελειώσει. Ο Μήτσος ξεφυσώντας προσπαθούσε να
συνέλθει. Η Γωγώ, ψύχραιμη, μπορεί λίγο να ένιωσε τι θα πει ηδονή, είχε πάρει όμως
μια καλή γεύση ανδρικής συμπεριφοράς στην κορύφωση της ορμής της.
«Μήτσο,
χαίρομαι γι' αυτό που κάναμε, είσαι καλός και όμορφος. Αν έμενα εδώ, μάλλον
εσένα θα παντρευόμουν. Όμως ξέρεις πως δε γίνεται. Θα φύγω, δε με βαστά ο
τόπος. Η ζωή μου από αύριο θα είναι αλλού».
«Γώγα
μου, το καταλαβαίνω, όμως άσε με μια φορά ακόμη...»
«Μήτσο
μου, θα το χαλάσουμε, ας το αφήσουμε έτσι όμορφο που έγινε αλλιώς μπορεί να
μπλέξουμε».
Η
Γωγώ σηκώθηκε, κουμπώθηκε, συμμαζεύτηκε, τίναξε τα ρούχα της και έφτιαξε με τα
χέρια τα μαλλιά της, έδωσε ένα πεταχτό φιλί στο μάγουλο του Μήτσου και πήρε το
δρόμο της επιστροφής.
Ο
Μήτσος ίσα που πρόλαβε να ντυθεί, άναψε τη λάμπα γιατί στη στάνη είχε σκοτεινιάσει
και στάθηκε στην πόρτα να την ξεπροβοδίσει. Καθώς αυτή χανόταν, ένα «ευχαριστώ»
πρόλαβε να της πει και ένα «καλή τύχη».
Στο
φαρδύ μονοπάτι μέχρι το σπίτι της, η Γωγώ συνάντησε δυο φορές συγχωριανούς.
Κρύφτηκε για να μην τη δουν. Είχε σύμμαχο το φεγγάρι που βρισκόταν στο μισό από
το χάσιμο του. Πλησιάζοντας στο Βουργαρέλι άκουγε τις έντονες φωνές που
έρχονταν από τα δυο καφενεία, εκεί ήταν μαζεμένοι όλοι και άκουγαν από το
ραδιόφωνο τα αποτελέσματα των εκλογών.
Στο
σπίτι η Νικολίτσα την περίμενε. «Πού ήσουνα, βρε Γώγα; Ανησύχησα».
«Αδελφούλα
μου, κάποτε θα σου πω, όχι τώρα».
«Μην
έχει σχέση με τις εκλογές;» ρώτησε η Νικολίτσα.
Χαμογέλασε
η Γωγώ. «Όχι, αγάπη μου, σίγουρα όχι».
Έπεσε
στο κρεβάτι την ώρα που οι φωνές από τα καφενεία δυνάμωναν, καθώς μάθαιναν όλο
και περισσότερα αποτελέσματα από τις εκλογές. Το σώμα της αφέθηκε στη γαλήνια
μεθυστική ηρεμία, που συνήθως ακολουθεί την ερωτική ένταση, την ώρα που οι
αισθήσεις της προσπαθούσαν να κρατήσουν η κάθε μια το μερίδιο της από το πρώτο
ερωτικό της ταίριασμα. Δεν το ένιωσε έτσι πριν, όμως όσο περνούσαν οι ώρες,
καταλάβαινε όλο και πιο πολύ ότι στη στάνη του Μήτσου, μπορεί να άφησε την
παρθενιά της, ξεκίνησε όμως και η ζωή της σαν μιας απελευθερωμένης γυναίκας.
Μιας γυναίκας, που σπάζοντας ένα από τα απαγορευμένα στεγανά, θα μπορούσε πλέον
να χαίρεται τον έρωτα, χωρίς να υπολογίζει ένα από τα πιο πικρά, καταπιεστικά
πρέπει.
Έφερε
στο μυαλό της και τη ζωή της μέχρι τότε. Παιδί στην Κατοχή και τον Εμφύλιο. Δε
θυμόταν τη μάνα της. Μάνα της νόμιζε την αδελφή της τη Μαρία, μέχρι που έγινε
πέντε χρονών και κατάλαβε. Η φτώχεια ύστερα, δεν ήταν λίγες οι φορές που δεν
είχαν να φάνε. Ο πατέρας αδιάφορος, έλειπε όλη την ημέρα από το σπίτι. Τρία
κορίτσια να μεγαλώνουν μόνα τους. Μετά που παντρεύτηκε η Μαρία και έφυγε, έγινε
μάνα του σπιτιού η ίδια. Δώδεκα στα δεκατρία ήταν και η Νικολίτσα εννιά.
Δύσκολα, πολύ δύσκολα χρόνια.
Μέσα
στην ατυχία και το κακό της ριζικό, βρέθηκαν κάποιοι καλοί δάσκαλοι που
επέμεναν να μάθει γράμματα, καθώς, στο μικρό τους τόπο, την έβλεπαν που ήταν
ανήσυχη, όλο ρωτούσε και ήθελε να ξέρει τι γίνεται στον κόσμο. Τέλειωσε το
Δημοτικό χωρίς δυσκολία και έβγαλε με διακοπές και τρεις τάξεις από το
Γυμνάσιο. Έμαθε ιστορία, αριθμητική, γραμματική και να φτιάχνει σωστές
προτάσεις. Διάβαζε και βιβλία που της έδιναν οι καθηγητές στο Γυμνάσιο. Τα
βιβλία της άρεσαν περισσότερο από τα μαθήματα του σχολείου. Την ταξίδευαν, της
μάθαιναν καινούργια πράγματα, την προβλημάτιζαν, την έκαναν να σκέφτεται και να
ονειρεύεται. Της άρεσαν τα όνειρα της Γωγώς. Σε όλα τα κορίτσια αρέσουν.
Γλυκός
ο ύπνος που την πήρε, ελαφρύς, αύριο θα ξημέρωνε μια άλλη μέρα. Όχι σαν τις
άλλες, αυτή θα ήταν μια πραγματικά καινούργια μέρα.
Κεφάλαιο 2
Το ξεκίνημα…
Κυριακή
25 Μαΐου του 1958 ξεκίνησε η Γωγώ για το μεγάλο ταξίδι της νέας της ζωής. Με τα
εισιτήρια που της είχε στείλει η κυρία Ευγενία λίγες ημέρες πριν, κατέβηκε
πρώτα στην αδελφή της στην Άρτα. Τέσσερις ώρες δρόμος. Μια πάνινη βαλίτσα και
ένας σωρός λευκόρουχα τυλιγμένα σε ένα χοντρό σεντόνι το φορτίο της. Αυτό ήταν
όλο το βιος της και το πήρε μαζί της. Κοιμήθηκε στο σπίτι της Μαρίας και
χαράματα έφυγε για την Πάτρα. Έφτασε πριν το μεσημέρι και περίμενε αρκετή ώρα
το λεωφορείο για την Κόρινθο. Περιμένοντας, μόνο νερό ήπιε και έφαγε δυο
παξιμαδάκια που είχε φέρει μαζί της από το χωριό. Το απόγευμα έφτασε στην Κόρινθο,
περίμενε και κει το λεωφορείο να έρθει από την Αθήνα και μέχρι να φτάσει στο
Ναύπλιο, μετά από δυο ώρες, νύχτωσε για τα καλά. Το μυαλό της σε όλη τη διαδρομή
«έτρεχε» σε αυτά που θα συναντούσε στον προορισμό της. Σημασία δεν έδινε στα
τοπία που άλλαζαν και στις εικόνες που με ταχύτητα περνούσαν από μπροστά της.
Η
κυρία Θεοδώρα, η κυρία της Γωγώς που στο σπίτι της θα πήγαινε υπηρέτρια, την
περίμενε στο σταθμό των λεωφορείων στο Ναύπλιο, παρέα με ένα νεαρό χαμάλη. Την
υποδέχτηκε τυπικά και χωρίς πολλά πολλά. Το μόνο που της είπε ήταν πως η κυρία
Ευγενία είχε πει τα καλύτερα γι' αυτήν. Πήραν το δρόμο προς το σπίτι με τα
πόδια, η απόσταση ήταν σχετικά μικρή και δεν άργησαν να φτάσουν.
………………………………………………………………..
Το
Ναύπλιο, ένας στενόμακρος βράχος ριγμένος στη θάλασσα, εκεί που τελειώνει ο
Αργολικός κόλπος. Ένα παιχνίδι της φύσης. Θελκτικός τόπος διαμονής όποιου το
γνώριζε. Παντοτινή πρωτεύουσα κάθε κατακτητή, χωνευτήρι πολιτισμών, πάντρεμα
θρησκειών, δύναμης, πλούτου και φτώχειας, λες και από μόνο του πάντα γεννούσε
νέα πράγματα. Στεφανωμένο με τα κάστρα του -άπαρτα τα είπαν. Πρώτα η
Ακροναυπλία, οχυρωμένη από παντού. Εκεί κάποτε, μέσα στα τείχη, ήταν όλη η πόλη
και εκεί ζούσαν όλοι οι κάτοικοί της. Το εντυπωσιακό Παλαμήδι, το κάστρο που
σήμανε τη λευτεριά, ζωντανή μνήμη του αγώνα και της αχαριστίας. Η φυλακή του
ελευθερωτή Κολοκοτρώνη. Το Μπούρτζι, με τη δική του παραμυθένια ιστορία. Ένα
πετράδι που ξέφυγε από το λαμπρό κόσμημα τ΄Αναπλιού. Παντού φαίνονται τα πρώτα
βήματα που έγιναν να συγκροτηθεί το ελεύθερο κράτος από τον Καποδίστρια μετά
την απελευθέρωση. Υποδειγματική οργάνωση μιας κοινωνίας ετερόκλητης, με φοβερές
αντιθέσεις και συμφέροντα, και με φτώχεια, και με πρόσφυγες, πολλούς πρόσφυγες.
Η συνοικία Πρόνοια χτίστηκε τότε, κάτω από το Παλαμήδι, από το μηδέν για να
μείνουν εκεί οι κατατρεγμένοι και όσοι δεν είχαν στον ήλιο μοίρα. Εδώ το πρώτο
Γυμνάσιο, εδώ η πρώτη Σχολή των Ευελπίδων, το πρώτο Φαρμακείο, το πρώτο
Τελωνείο, εδώ λειτούργησε η πρώτη Βουλή των Ελλήνων. Εδώ και η δολοφονία του
Κυβερνήτη Καποδίστρια, εδώ και η έλευση, μετά τη δολοφονία, του αμούστακου,
δεκαπεντάχρονου Βαυαρού Όθωνα. Βασιλιά τον ονόμασαν οι προστάτιδες δυνάμεις. Εδώ
και η επανάσταση εναντίον του σχεδόν τριάντα χρόνια μετά, το 1862. Το Ναύπλιο
με τις ξακουστές φυλακές, αλλά και το κοσμοπολίτικο κέντρο που καταφθάνουν σε
αυτό διάσημοι της κάθε εποχής. Ένα κράμα, μια σύνθεση που όμοιά της δύσκολα
βρίσκεις αλλού. Ένας τόπος που αποπνέει αρχοντιά, χρώμα, ευωδιές, μυστήριο. Ένας
τόπος που όσο και αν τον γνωρίζεις σου φαίνεται τόσο άγνωστος. Ένας τόπος που
κρύβει καλά τα μυστικά του και σε καλεί κάθε φορά να αρχίσεις να τον μαθαίνεις
από την αρχή.
Σε
αυτό τον τόπο, τον τόσο προικισμένο από τη φύση και τόσο ξεχωριστό στην ιστορία,
η Γωγώ έπρεπε όχι απλά να επιβιώσει αλλά να κερδίσει το στοίχημα μιας καλύτερης
ζωής. Μιας ζωής που δε θα είχε καμιά σχέση με την προηγούμενη στο χωριό της.
Πόσο εύκολο θα ήταν τελικά αυτό;
………………………………………………………………..
Το
σπίτι, ένα τεράστιο αρχοντικό με ισόγειο και έναν όροφο, βρισκόταν δυο στενά μακριά
από την παραλία και τη θάλασσα. Ξύλινα μπαλκόνια με περίτεχνα σιδερένια κάγκελα
και στηρίγματα, κεραμίδια και φαρδιές γύψινες μετόπες σκαλιστές στο κάτω μέρος
και μια ψηλή δίφυλλη ξύλινη πόρτα στο εξωτερικό του σπιτιού, πολύχρωμες
τοιχογραφίες με θέματα από την αρχαία Ελλάδα στο εσωτερικό. Βαριές διπλές
κουρτίνες στα παράθυρα, κρυστάλλινοι πολυέλαιοι και μεγάλοι ολόσωμοι καθρέφτες
σε όλα τα δωμάτια. Μια φαρδιά ξύλινη στριφογυριστή σκάλα με σκαλιστή κουπαστή
οδηγούσε από την είσοδο στο χώρο του κυρίως σπιτιού που αριθμούσε πέντε
τεράστια δωμάτια, μια μεγάλη κουζίνα, μια αποθήκη, ένα μικρότερο δωμάτιο για
την υπηρεσία και ένα μπάνιο με πλυσταριό. Παντού υπήρχαν φώτα και όλες οι ηλεκτρικές
συσκευές της εποχής που κυκλοφορούσαν στην αγορά. Ψυγείο, κουζίνα, μίξερ,
λάμπες και μικρά φωτιστικά πάνω σε κάθε τραπεζάκι, ραδιόφωνο με πικάπ.
Άφησαν
τα πράγματα της Γωγώς στο δωμάτιο της υπηρεσίας και η κυρία Θεοδώρα άρχισε την
ξενάγηση στους χώρους του σπιτιού. Κάποια στιγμή έφτασαν και στο γραφείο του
Δημήτρη Αρχοντόπουλου, που έμοιαζε απορροφημένος στη μελέτη των χοντρών βιβλίων
που είχε ανοιχτά μπροστά του.
Λέγοντας
του η κυρία Θεοδώρα ποια ήταν μαζί της, κατέβασε τα γυαλιά του, κοίταξε τη Γωγώ
και είπε ένα στεγνό «καλώς μας ήρθες».
Η
Γωγώ, αισθάνθηκε το βλέμμα του καυτό να τη διαπερνά.
Η
πρώτη μέρα της διαμονής της Γωγώς στο νέο της σπίτι ήταν γεμάτη από μαθήματα συμπεριφοράς
στο σπίτι και έξω από αυτό. Τι πρέπει να κάνει και να μην κάνει, τι πρέπει να
προσέχει, τι πρέπει να έχει πάντα στο νου της και φυσικά τις υποχρεώσεις της,
μαγείρεμα, καθαριότητα, πλύσιμο, σιδέρωμα, θελήματα. Μια μικρή ιστορική
αναδρομή του Ναυπλίου και κάποιες πρώτες αναφορές στην αριστοκρατική κοινωνία
και τα χαμηλά στρώματα της πόλης. Από την αρχή η κυρία Θεοδώρα της τοποθέτησε
τα όρια που η Γωγώ δεν επιτρεπόταν να ξεπεράσει. Όσο για τις ελεύθερες ώρες
της, αυτές δεν υπήρχαν, πάντα έξω έπρεπε να είναι μαζί της και αν απομακρυνόταν
για λίγο, θα έπρεπε η κυρία Θεοδώρα να γνωρίζει πού ακριβώς βρισκόταν.
Η
Γωγώ άκουγε, συγκρατούσε αυτά που της έλεγε η κυρία της, αλλά τα πέρναγε και
από το δικό της κόσκινο. Μπορεί να μην είχε εμπειρία, να μην ήξερε σχεδόν
τίποτα από αυτά που άκουγε, όμως τα όσα είχε μάθει από την αδελφή της τη Μαρία
και την ξαδέρφη της την Κατίνα, την έκαναν να μπορεί να καταλαβαίνει πού έπρεπε
να δώσει προσοχή, πού μπορεί να κρύβονταν αυτά που πραγματικά άξιζε να γνωρίζει
ή ακόμα και αυτά για τα οποία θα έπρεπε να πονηρευτεί.
Η
κυρία Θεοδώρα, Ντορίνα την έλεγαν οι φίλοι της, ήταν μια καστανομάλλα, ψηλή,
αδύνατη, όμορφη γυναίκα γύρω στα σαράντα πέντε και ο κύριος Δημήτρης ένας
πενηντάρης, γκριζομάλλης, εύσωμος, με παχύ μουστάκι. Κάποιες στιγμές φαίνονταν
σαν να έχουν μια αρμονική σχέση, τις περισσότερες όμως δεν κρυβόταν η αδιαφορία
του ενός για τον άλλο. Ο κύριος Δημήτρης ήταν δικηγόρος, όπως και ο πατέρας
του. Γόνος παλιάς ναυπλιώτικης οικογένειας, μιας από τα ονομαστά τζάκια που σε
μεγάλο βαθμό καθόριζαν τις τύχες της πόλης και των κατοίκων της. Είχε δυο
αδελφούς που ζούσαν στην Αθήνα. Ο ένας, ο μικρότερος, με τον οποίο διατηρούσαν
καλές σχέσεις, ήταν και αυτός δικηγόρος. Ο άλλος ο μεγαλύτερος, που ήταν
καλλιτέχνης, γλύπτης, είχε από χρόνια απομακρυνθεί και από την υπόλοιπη
οικογένεια και από το Ναύπλιο. Η κυρία Θεοδώρα, Αθηναία στην καταγωγή με μεγάλη
περιουσία, είχε μια αδελφή που διατηρούσε εμπορικό κατάστημα στην οδό Σταδίου. Οι
Αρχοντόπουλοι δεν είχαν παιδιά, είχαν τέσσερα ανίψια από τα αδέλφια τους. Όσο
για τη ζωή τους, ο κύριος Δημήτρης ασχολείτο με τη δικηγορία και τις δουλειές
του και η κυρία Θεοδώρα με την ομορφιά και την καλοπέραση της. Είχε φίλες όλες
τις κυρίες του καλού κόσμου με τις οποίες αντάλλασσαν επισκέψεις και σχεδόν
κάθε βράδυ έπαιζαν πινάκλ σε διάφορα σπίτια. Ο κύριος Δημήτρης, το μόνο μέρος
που πήγαινε για να περνά την ώρα του, να πίνει το ποτό του και να μιλά με τους
φίλους του για πολιτική και δουλειές, ήταν η Περιηγητική Λέσχη στην πλατεία
Συντάγματος, δίπλα στο μεγάλο κτήριο της Νομαρχίας. Εκεί μαζεύονταν όλοι οι
επιφανείς Ναυπλιώτες, ακμαίοι και ξεπεσμένοι.
Η
πρώτη έξοδος της Γωγώς έγινε δυο μέρες μετά την άφιξή της. Ήταν στην αγορά,
στην οδό Αμαλίας, εκεί που βρίσκονταν τα ψαράδικα, τα κρεοπωλεία και τα
μανάβικα, δυο τρία μπακάλικα και μαγαζιά γενικού εμπορίου. Αυτό ήταν το κέντρο
της πόλης και εκεί γίνονταν οι περισσότερες εμπορικές συναλλαγές, από τα
χαράματα μέχρι να νυχτώσει. Στους πάγκους απλώνονταν φρέσκα ψάρια. Κομμάτια από
χοντρό κρέας, κοτόπουλα και αρνάκια κρέμονταν από τα τσιγκέλια. Όσπρια, ξηροί
καρποί και μπαχαρικά ήταν στοιβαγμένα σε τσουβαλάκια. Λαχανικά και φρούτα σε
κοφίνια και τελάρα. Αυτή ήταν η εικόνα της αγοράς, προσθέτοντας και τη φασαρία
και τις φωνές όσων διαλαλούσαν τα προϊόντα τους, αλλά και τις θορυβώδεις
συζητήσεις περαστικών και αυτών που απολάμβαναν το ούζο ή τη μπύρα τους στα δυο
καφενεία, εύκολα έβγαινε το συμπέρασμα, ότι αυτή η αγορά με τη ζωντάνια της, έδινε
τον τόνο για κάθε δραστηριότητα στη ζωή ολόκληρης της πόλης.
Στην
πόλη υπήρχαν και πολλοί πλανόδιοι που πουλούσαν ό,τι μπορεί να φανταστεί
κανείς. Πάγο, γάλα, ψάρια, χόρτα, αυγά, ακόμα και μικρά ζώα. Γύριζαν από τα
χαράματα σε κάθε στενό και σε κάθε σοκάκι και δε δίσταζαν να χτυπούν τις πόρτες
κάποιων που τους προτιμούσαν από τα καταστήματα της αγοράς ή γιατί τους έφερναν
αυτό που ήθελαν στο σπίτι τους.
Η
Γωγώ τα έχασε με όλα αυτά, ζαλίστηκε από τη φασαρία, αλλά και από τα τόσα
λαχταριστά πράγματα μπροστά της που δεν είχε ξαναδεί.
Μόνο
που και ομορφιά σαν της Γωγώς δεν είχε ξαναδεί η αγορά.
«Γοργόνα
μου», «ζαργάνα μου», «φρεγάτα μου», εισέπραξε χαμηλόφωνα στην ψαραγορά και
«πέρδικα» και «γερακίνα μου» και «ελαφίνα» μου στα άλλα μαγαζιά. Όλοι είχαν να
πουν μια κουβέντα για την ομορφιά της και να εκφράσουν το θαυμασμό τους.
Η
κυρία της, βλέποντας το σούσουρο, μπήκε μπροστά, σαν να ήθελε να την κρύψει.
Πού να κρυφτεί, όμως, ο αέρας της Γωγώς.
Από
ένα σημείο και μετά η Γωγώ ξεθάρρεψε, βλέποντας πόσο λαίμαργα την κοιτούσαν οι
άνδρες και ακούγοντας αυτά που έλεγαν, άρχισε να το διασκεδάζει. Ήθελε σε καθένα
που έλεγε κάτι γι' αυτήν να σταματήσει και να μιλήσει μαζί του. Να τον
γνωρίσει, να μάθει το όνομά του, τη δουλειά του και την ηλικία του.
Αυτό
δεν ήταν δυνατό να γίνει, τουλάχιστον από την πρώτη μέρα. Έτσι, περιοριζόταν,
σκύβοντας το κεφάλι, να κρυφοχαμογελά αφήνοντας την ελπίδα στον καθένα, πως
κάποια άλλη φορά θα του μιλούσε.
Τα
μαθήματα συνεχίστηκαν όλη την εβδομάδα, όπως και οι μικροί περίπατοι στην πόλη
και την παραλία. Η Γωγώ είχε εντυπωσιαστεί. Δε χόρταινε να κοιτάζει τα σπίτια,
τα μπαλκόνια, τα παράθυρα, τις σκαλιστές πόρτες, τα χρώματα, τα στενά σοκάκια,
τα σκαλιά που οδηγούσαν στις πάνω γειτονιές, τον Ψαρομαχαλά, τα Βραχατέϊκα, τα
Χασάπικα, τις όμορφες βιτρίνες των καταστημάτων, τις ταβέρνες στην παραλία και
τα καφενεία. Με πολύ περιέργεια παρακολουθούσε τα καΐκια και τα πλοία που
φόρτωναν και ξεφόρτωναν στο λιμάνι ξυλεία, λιπάσματα, φρούτα και ντομάτα.
Κάστρα φορτωμένα με ιστορία πάνω από την πόλη, το Παλαμήδι και η Ακροναυπλία
και το Μπούρτζι απέναντι, μέσα στη θάλασσα, πανέμορφο, επιβλητικό, ονειρικό,
μύθος από μόνο του. Ένας κόσμος που δεν τον είχε φανταστεί ήταν εδώ, μπροστά
της, ζωντανός, ένιωσε πως την καλούσε να γίνει κομμάτι του. Δεν είχε να σκεφτεί
και πολύ. Αυτό που της είχε πει η ξαδέρφη της θα έκανε, «μέχρι να βρεθεί η
ευκαιρία». Θα υποχωρούσε και θα συμβιβαζόταν μέχρι τότε.
Ξεκίνησαν
και οι δουλειές στο σπίτι πάντα με την επίβλεψη και τις οδηγίες της κυρίας
Θεοδώρας. Το τεράστιο σπίτι είχε τρία δωμάτια μπροστά από το δρόμο της εισόδου,
καθιστικό και δυο συνεχόμενα σαλόνια, το ένα μικρότερο και το άλλο μεγαλύτερο
και στη γωνία το γραφείο του αφεντικού. Πίσω, στο δρόμο προς τη θάλασσα, την
κρεβατοκάμαρα, το μπάνιο, την κουζίνα, την αποθήκη και το δωμάτιο υπηρεσίας.
Ένας φαρδύς διάδρομος στη μέση οδηγούσε σε όλους τους χώρους του σπιτιού. Μόνο
για σκούπισμα και σφουγγάρισμα δεν έφτανε μια μέρα. Άλλη μια μέρα ήθελε η σκάλα
και το ισόγειο. Στο ισόγειο, δεξιά και αριστερά της σκάλας υπήρχαν δυο
αποθήκες. Η μια ήταν γεμάτη με παλιά έπιπλα και κάθε είδους αντικείμενα και
εργαλεία και η άλλη με τρόφιμα, λάδια, κρασί, τυριά και τσουβάλια με ζάχαρη,
όσπρια, ρύζι και άλλα φαγώσιμα. Τα σπίτια στο Ναύπλιο, στο κομμάτι της πόλης προς
την παραλία που είχε χτιστεί πάνω σε προσχώσεις, δεν είχαν υπόγεια, γιατί από κάτω
σε λίγο βάθος, βρισκόταν το νερό της θάλασσας.
Μπορεί
τα μαθήματα να προχωρούσαν χωρίς προβλήματα, όμως η κυρία της Γωγώς είχε
αγωνία, για τον τρόπο με τον οποίο θα παρουσίαζε τη Γωγώ στον κύκλο της. Πώς θα
την αντιμετώπιζαν; Η Γωγώ δεν ήταν το μικρό κοριτσάκι που θα πέρναγε
απαρατήρητο, δεν ήταν το δουλάκι που του έκαναν χάρη να το βάλουν στο σπίτι
τους, δεν ήταν το καημένο που είχε την τύχη να το διαλέξουν από το σωρό της
ανέχειας και να σωθεί. Ήταν τσαούσα, καθόλου εύκολη, όπως είχε ήδη διαπιστώσει
η κυρία Θεοδώρα, είχε φωνή και κυρίως ήταν μια ολοκληρωμένη, εντυπωσιακή
γυναίκα. Αλλά και μεγαλωμένη στο βουνό. Δηλαδή με δυο λόγια, μάλλον απρόβλεπτη
και πιθανόν ασυμβίβαστη με το ρόλο της πιστής και υπάκουης υπηρέτριας.
Πέμπτη
πρωί και η κυρία Θεοδώρα πήγε τη Γωγώ στα εμπορικά να της ψωνίσει ρούχα και
παπούτσια. Η οδός Πλαπούτα, ο δρόμος που βρισκόταν ο Αϊ-Γιώργης, μητρόπολη του
Ναυπλίου, ήταν ο δρόμος με τα περισσότερα καταστήματα, εκεί που κάθε γυναίκα
εύρισκε αυτό που ήθελε. Βλέποντας την να δοκιμάζει φορεσιές, εσώρουχα και
παπούτσια και να διακρίνει πόσο καλοφτιαγμένη ήταν η Γωγώ, η κυρία Θεοδώρα,
κάθε άλλο παρά ζήλεψε. Μάλλον ενθουσιάστηκε στην ιδέα πως οι φίλες της και οι
άνδρες τους θα έβρισκαν ένα λόγο παραπάνω, με την παρουσία της Γωγώς, για να
αρπαχτούν. Για το δικό της άνδρα και το πώς θα αντιμετώπιζε τη Γωγώ, δεκάρα δεν
έδινε. Από καιρό είχαν πάψει να έχουν κάθε ερωτική επαφή. Καταλάβαινε από τη
συμπεριφορά του, έφταναν και στα αυτιά της διάφορα που δεν της άφηναν
αμφιβολία, ότι ο Αρχοντόπουλος όλο και ξεχαρμάνιαζε με κάποια μικρή, που τους
είχε και αδυναμία. Το μόνο που την ένοιαζε, μη φάνε κανά ρεζιλίκι, αν άφηνε
έγκυο καμιά από αυτές. Όσο για την κυρία Θεοδώρα, υπήρχαν οι αξιωματικοί του
Κέντρου Μηχανικού για να βρίσκει αυτό που της έλειπε, χωρίς να γίνεται στόχος,
αλλά και κάποιος φίλος στην Αθήνα, όπου πολύ συχνά πήγαινε και έμενε για μέρες
στο σπίτι της αδελφής της. Αυτά τουλάχιστον διαδίδονταν χωρίς κανείς να μπορεί
να τα αποδείξει.
Μετά
την Πλαπούτα, πέρασαν και από τα μαγαζιά του Μεγάλου Δρόμου για να συμπληρώσουν
τα ψώνια τους. Φορτωμένες μεγάλα πακέτα και τσάντες επέστρεψαν στο σπίτι.
Ολόκληρη γκαρνταρόμπα κουβάλησαν. Ένα όμορφο ανοιχτό λαδί φόρεμα που τόνιζε τις
τέλειες καμπύλες της Γωγώς και ταίριαζε στα γκριζοπράσινα μάτια της, ένα καλό
ζευγάρι δερμάτινα παπούτσια και ένα πρόχειρο για να το φορά μέσα στο σπίτι και
στις πρωινές εξόδους στην αγορά. Παντόφλες, εσώρουχα, δυο ελαφρές κομπινεζόν
στο χρώμα του δέρματος, δυο νυχτικιές, μια κορδέλα για τα μαλλιά, λεπτό λινό
ύφασμα για δυο ολόσωμες ποδιές σε χρώμα γκρι-μπλε και χοντρό λευκό ύφασμα για
μικρές ποδιές να τις βάζει η Γωγώ στις δουλειές της κουζίνας. Τις ποδιές θα τις
έραβε η μοδίστρα της κυρίας Θεοδώρας που θα ερχόταν την επόμενη μέρα στο σπίτι.
Έτσι συνήθιζαν οι κυρίες στα καλά σπίτια, έπαιρναν τις μοδίστρες ολημερίς στο
σπίτι και τους έραβαν ό,τι ήθελαν.
Κυριακή
πρωί, με τα καινούργια της ρούχα καμαρωτή η Γωγώ, δίπλα στην κυρία Θεοδώρα
στέκεται στην πρώτη σειρά πιστών στον Άγιο Νικόλα, την ενορία τους, πολύ κοντά
στο σπίτι τους. Η εκκλησία του Αγίου Νικολάου, αφιερωμένη στους ναυτικούς, είχε
μεταφερθεί στην παραλία, έξω από τα τείχη, μετά της επέκταση της πόλης γύρω στο
1700 μ.Χ. την περίοδο της δεύτερης Ενετοκρατίας. Απέναντι, στην πλευρά των
ανδρών, ήρθε λίγο αργότερα και ο κύριος Δημήτρης. Όλο το εκκλησίασμα λούζει τη
Γωγώ με το βλέμμα του. Η ευλαβικότητα είχε πάει περίπατο. Η Γωγώ, με χαμηλωμένο
πρόσωπο, προσπαθούσε να κοιτάζει μόνο το υπέροχο παλιό σκαλιστό τέμπλο της
εκκλησίας. Πηγαίνοντας να πάρει αντίδωρο και αγιασμό, πρώτη του Ιουνίου ήταν,
αισθάνθηκε ένα τσούρμο από άνδρες και γυναίκες να βρίσκονται γύρω της
προσπαθώντας να την κάνουν να τους μιλήσει. Η κυρία Θεοδώρα την τράβηξε με
τρόπο έξω από την εκκλησία και τη γνώρισε στις φίλες της που την περίμεναν στο
προαύλιο. Ο κύριος Δημήτρης έμοιαζε θυμωμένος από το μικρό σάλο που είχε
δημιουργηθεί με την παρουσία της Γωγώς.
Το
θυμό του δεν τον έκρυψε και όταν η κυρία Θεοδώρα του είπε πως θα έπαιρνε μαζί
της το απόγευμα, στις γυμναστικές επιδείξεις των Γυμνασίων της περιοχής και τη
Γωγώ. Όμως δεν είχε και κανένα σοβαρό λόγο για να μην επιτρέψει να πάει η Γωγώ
και έτσι όλοι μαζί πήγαν στο στάδιο όπου πλήθος κόσμου, μαθητές, καθηγητές και
γονείς βρίσκονταν εκεί.
Κάθισαν
οι τρεις τους στην τσιμεντένια εξέδρα και η Γωγώ δεν προλάβαινε να παρακολουθεί
όσα συνέβαιναν μέσα στο στάδιο. Είχε ανοίξει το στόμα και χάζευε τις ασκήσεις,
την παρέλαση των παιδιών, τα ακροβατικά, τα αγωνίσματα που μέχρι τότε δεν είχε
ξαναδει. Δεν την ένοιαζε που όλοι την κοιτούσαν, άλλωστε άρχισε να το
συνηθίζει, αναρωτιόταν μόνο αν αυτό που ζούσε ήταν η αρχή μια καλής τύχης και
πόσο αυτό θα κρατούσε.
Όσο
περνούσαν οι μέρες και η Γωγώ έβγαινε περισσότερο από το σπίτι, τόσο και τη
γνώριζαν περισσότεροι και άλλοι μάθαιναν πως μια όμορφη υπηρέτρια, του
Αρχοντόπουλου, κατέφθασε στην πόλη. Έγινε κάτι σαν αξιοπερίεργο ο ερχομός της,
έδωσε νόημα στη στάσιμη καθημερινότητα πολλών ανθρώπων, κυρίως αυτών που
δούλευαν στην αγορά και τα ενδιαφέροντα τους περιορίζονταν στο πώς θα βγει το
μεροκάματο και στα νέα με ό,τι συνέβαινε στον τόπο τους. Αλλά έγινε και το
κύριο θέμα στις συναντήσεις της καλής κοινωνίας. Άνδρες και γυναίκες, από τη
σκοπιά τους, σχολίαζαν, ρωτούσαν, έβγαζαν φαρμάκι ή έκαναν πως αδιαφορούν. Ένα
περίεργο γαϊτανάκι μπλεκόταν γύρω από τη Γωγώ.
Το
Ναύπλιο, πριν μπει για τα καλά το καλοκαίρι, είχε ετοιμαστεί να δεχτεί τους
ξεχωριστούς επισκέπτες που θα έρχονταν για να θαυμάσουν τα αρχαία στις Μυκήνες,
την Τίρυνθα και την Επίδαυρο, τα κάστρα και τα φημισμένα του σοκάκια, την άγρια
φυσική ομορφιά του, τα σημάδια της ιστορίας που βρίσκονταν παντού και θύμιζαν
το παρελθόν του, τις παραστάσεις στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου που είχαν αρχίσει
να αποκτούν διεθνή αναγνώριση. Να υποδεχτεί και τουρίστες από τις σκανδιναβικές
χώρες, τη Βόρεια Ευρώπη που αποζητούσαν να κάνουν διακοπές απολαμβάνοντας ήλιο,
φιλοξενία και καλοπέραση για λίγες ημέρες. Αυτούς που κατέφθαναν σε κύματα και
κατέκλυζαν τα διαθέσιμα δωμάτια, τις παραλίες και τις ταβέρνες που υπήρχαν σε
όλη την περιοχή. Κάποιοι μάλιστα είχαν ήδη φτάσει.
Η
Γωγώ πρώτη φορά έβλεπε ανθρώπους από άλλες χώρες, πρώτη φορά άκουγε να μιλάνε
άλλες γλώσσες από αυτήν που η ίδια καταλάβαινε. Στην κυριολεξία είχε
αποδιοργανωθεί τελείως. Προσπαθούσε κάθε βράδυ πριν κοιμηθεί, να βγάλει
συμπέρασμα από τις πολλές εικόνες και τα όσα διαφορετικά συναντούσε σαν έβγαινε
από το σπίτι.
Η
πρωινή έξοδος για ψώνια με την κυρία Θεοδώρα, επαναλαμβανόταν πλέον καθημερινά
και η Γωγώ δεν άργησε να μάθει με τα μικρά τους ονόματα τους περισσότερους από
αυτούς που πουλούσαν και κάτι στην αγορά. Όλοι την καλοχαιρετούσαν και αρκετοί
ήταν αυτοί που της πρόσφεραν και κάποιο δώρο από την πραμάτεια τους. Η κυρία
Θεοδώρα, κέρβερος, απέρριπτε με χιούμορ τις προσφορές και αν της άρεσε το
εμπόρευμα, έπαιρνε κάτι από αυτόν που το πρόσφερε στη Γωγώ.
Ξεθαρρεμένη
λοιπόν η Γωγώ, ήθελε να τη δοκιμάσει και η κυρία Θεοδώρα και τη στέλνει μόνη
της στην αγορά να πάρει ένα κιλό σαρδέλες ή γόπες, για τις γάτες. Τις γάτες τις
τάιζαν όλοι στην Παλιά Πόλη γιατί κυνηγούσαν τα ποντίκια που έβγαιναν από τους
υπονόμους και ανέβαιναν στα σπίτια. Βρήκε ευκαιρία η Γωγώ να χαζέψει και λίγο.
Άλλο που δεν ήθελαν όσοι βρίσκονταν εκεί. Άρχισαν τα κομπλιμέντα και τα χάχανα.
Η Γωγώ περπατώντας αργά μπροστά στους πάγκους με τα ψάρια ξεχώρισε ένα
παλληκάρι και λιγώθηκε. Τέτοια ομορφιά δεν είχε ξαναδεί. Καταγάλανα, ίδια η
θάλασσα μάτια, κατάξανθα σπαστά μαλλιά, ροζ μάγουλα και ένα χαμόγελο πλατύ που
τόνιζε τα κάτασπρα δόντια και τα σαρκώδη χείλη του.
«Σήμερα
μόνο σαρδέλα για τους φτωχούς! Τσάμπα είναι για σένα αρχοντοπούλα μου και ας
είναι για τον Αρχοντόπουλο». Η Γωγώ ένιωσε τα πόδια της να κόβονται, το μυαλό
της κόλλησε, κάτι πήγε να πει μα οι λέξεις δεν έβγαιναν από το στόμα της.
Όταν
κατάφερε κάπως να συνέλθει ρώτησε, «Πόσο το κιλό;»
Ξεράθηκε
στο γέλιο το παλληκάρι, «Δεν είπαμε; Για σένα τσάμπα όλο το τελάρο».
Η
Γωγώ σαν να ντροπιάστηκε, άκουγαν όλοι βλέπεις και περίμεναν την αντίδραση της.
«Βάλε μου ένα κιλό, λίγο χοντρή να είναι, μου είπε η κυρία. Πες μου και πώς σε
λένε».
«Άγγελο
με λένε αρχοντοπούλα. Το δικό σου το ξέρω, Γωγώ, μα εγώ θα σε λέω αρχόντισσα» της
είπε, χαμηλώνοντας και χρωματίζοντας με ζεστασιά τη φωνή του.
Ήταν
η πρώτη φορά που η Γωγώ ένιωσε να της μιλούν και να της αγγίζουν στα βάθη της
ψυχής της ό,τι πιο ευαίσθητο υπήρχε. Τότε κατάλαβε πως πιάστηκε στο δίχτυ. Το
βράδυ δεν έκλεισε μάτι. Από το ανοιχτό παράθυρο έμπαινε το φως που έστελνε το
ακόμα γεμάτο φεγγάρι και το μυαλό της ταξίδευε. Πού; Στο φεγγάρι, στο όνειρο,
στο ανάλαφρο κύμα που γλυκά σε παρασέρνει στην τελειότητα εκεί που υπάρχει το
νόημα της ζωής. Ο έρωτας.
Το
πρωί, το μόνο που ήθελε ήταν να πάει στην αγορά να τον δει. Να δει τον Άγγελό
της.
Μόνο
που η λαχτάρα της να δει τον Άγγελο, τουλάχιστον εκείνη την ημέρα θα έμενε
λαχτάρα, καθώς η κυρία Θεοδώρα την άφησε στο σπίτι το πρωί, να σκουπίσει και να
σφουγγαρίσει τη μια αποθήκη του ισογείου και να καθαρίσει φασολάκια για το
μεσημεριανό φαγητό. Η Γωγώ τότε αισθάνθηκε, κατάλαβε, πως η ελευθερία της, είχε
χαθεί. Μπορεί και στο χωριό να ένιωθε την πίεση λόγω της φτώχιας και των
συνηθειών που αναπαράγονταν, όμως ακόμα και ο πατέρας της ποτέ δε στάθηκε
εμπόδιο, στα λίγα έστω που ήθελε να κάνει εκεί. Πόσο μάλλον, το να μην μπορεί
να βγει έξω από το σπίτι όποτε ήθελε. Τουλάχιστον αυτό δεν έμπαινε ούτε καν σε
συζήτηση στο Βουργαρέλι.
Βλαστημώντας
έκανε τις δουλειές. Το μυαλό της έτρεχε στο χαμόγελο του Άγγελου. Θα
απογοητεύτηκε άραγε που δεν την είδε;
Καθόταν
σε αναμμένα κάρβουνα. Το απόγευμα την άφησαν μόνη στο σπίτι. Ο Αρχοντόπουλος
έφυγε για το δικηγορικό του γραφείο και μετά θα πήγαινε στη Λέσχη και η κυρία
Θεοδώρα στο κομμωτήριο και αργότερα για χαρτί στο σπίτι της Μέμας Φραγκούδη. Οι
εντολές της κυρίας Θεοδώρας σαφείς. «Κοίτα μη βγεις από το σπίτι. Εγώ μάλλον θα
αργήσω. Βάλε φαγητό στον κύριο όταν γυρίσει και κάνε ό,τι άλλο σου πει».
Η
Γωγώ αισθάνθηκε ένα σφίξιμο, αλλά προσπάθησε να μη βάλει κακές σκέψεις στο
μυαλό της. Θα ήταν έντεκα που γύρισε ο Αρχοντόπουλος. Του σέρβιρε δυο
μπιφτέκια, που είχε ψήσει η κυρία της πριν φύγει, του έκοψε και μια ντομάτα σαλάτα
και περίμενε στο δωμάτιο της να τελειώσει το φαγητό του για να πετάξει τα
αποφάγια και να πλύνει τα πιάτα. Τον άκουσε να σηκώνεται και να πηγαίνει στο
μπάνιο.
Βγαίνοντας
τη φώναξε, «Γωγώ, έλα που σε θέλω». Η Γωγώ άνοιξε την πόρτα του δωματίου της
και βγήκε στο διάδρομο.
«Πάμε
σε παρακαλώ κάτω στην αποθήκη να με βοηθήσεις να ψάξω κάτι να βρω». Δεν της
άρεσε καθόλου αυτό της Γωγώς, αλλά έδειξε ψυχραιμία και προθυμία να βοηθήσει
τον κύριο της. Κατέβηκαν τη σκάλα και μπήκαν στην αριστερή αποθήκη. Ο
Αρχοντόπουλος άναψε το φως και κατευθύνθηκε προς ένα παλιό καναπέ που ήταν στο
βάθος, ανάμεσα σε άλλα έπιπλα και στοιβαγμένα σκεύη, το ένα πάνω στο άλλο.
Κάθισε στη μέση και κάλεσε και τη Γωγώ να καθίσει δίπλα του.
«Μη
φοβάσαι, θέλω να σου μιλήσω».
«Τι
να μου πείτε κύριε… Ήρθαμε για να βρείτε κάτι, έτσι δε μου είπατε;»
«Ναι,
αλλά άκουσε με πρώτα, κάθισε» τέλειωσε τη φράση του τραβώντας τη Γωγώ να
καθίσει με το ζόρι στον καναπέ.
«Δε
σου είπε η κυρία Ευγενία και η κυρία σου να κάνεις ό,τι σου λέω χωρίς
αντίρρηση; Γωγώ, κερδισμένη θα βγεις, όλα τα κορίτσια στα σπίτια το ίδιο
κάνουν, εκτός από αυτές που μένουν γεροντοκόρες αφού κανείς δεν τις θέλει. Άμα
είσαι καλή μαζί μου και καλό κομπόδεμα θα φτιάξεις και καλό γαμπρό θα σου βρω.
Μπορείς να γίνεις αρχόντισσα».
Έβραζε
που έβραζε η Γωγώ με αυτά που άκουγε, ακούγοντας και το «αρχόντισσα» δεν
άντεξε, πετάχτηκε από τον καναπέ, έτρεξε προς την πόρτα, την άνοιξε, βγήκε, την
έκλεισε με δύναμη και ανέβηκε δυο δυο τα σκαλιά. Μόνο που από την αγωνία της να
πάει και να κλειδωθεί στο δωμάτιο της όσο πιο γρήγορα μπορούσε, στο τελευταίο
σκαλοπάτι μπερδεύτηκε και έπεσε άσχημα. Γλίστρησε λίγα σκαλοπάτια πιο κάτω και
ένιωσε να μουδιάζει ολόκληρη. Ο Αρχοντόπουλος που σαν λυσσασμένος την
ακολουθούσε την πρόλαβε και την άρπαξε από το πόδι. Η Γωγώ τον κλώτσησε και
σύρθηκε μέχρι το κεφαλόσκαλο, αλλά δεν κατάφερε τελικά να ξεφύγει από τη μανία
του. Έπεσε πάνω της και την ακινητοποίησε.
«Διαβόλου
θηλυκό και άγιο κολάζεις, πανάθεμα σε! Δε θα μου γλιτώσεις».
Η
Γωγώ ήθελε να φωνάξει, να ουρλιάξει, να σηκωθεί και με όλη τη δύναμη της να τον
χτυπήσει. Το μόνο που κατάφερε για να προστατευτεί, ήταν να σταυρώσει τα χέρια
της στο στήθος. Ο Αρχοντόπουλος είχε αφηνιάσει, χάιδευε τους μηρούς της,
προσπαθούσε να της βγάλει το εσώρουχο, να τη φιλήσει, να την ξεγυμνώσει.
Η
Γωγώ, όσο μπορούσε αντιστεκόταν, ο Αρχοντόπουλος απτόητος, «Φώναξε όσο θέλεις,
δε θα σε ακούσει κανείς, μη με αναγκάσεις να σε χτυπήσω». Η Γωγώ αισθάνθηκε μια
αηδία να την κατακλύζει. Κάθε κομμάτι του κορμιού της που το άγγιζε ο
Αρχοντόπουλος ήθελε να το γδάρει να το πετάξει από πάνω της. Όταν έφτασε το
χέρι του στη μεταξωτή της ήβη, άρχισε να ανασαίνει βαριά, ήταν φανερό ότι έχανε
τον έλεγχο, το πάθος, η ηδονή, τον παρέσερναν. Συνέχισε την ώρα που το βουβό
κλάμα της Γωγώς έκανε το κορμί της να τρέμει ολόκληρο. Τα δυο του δάχτυλα
κατέβηκαν προς τη σχισμή του κόλπου της. «Μηηη… είμαι παρθένα» του φώναξε,
έσφιξε τα πόδια της και με όση δύναμη της είχε απομείνει, άρπαξε το χέρι του
και το έσπρωξε μακριά της.
Την
ίδια ώρα τον άκουγε να βγάζει κραυγές και αγκομαχητά που έκαναν την αηδία της
να φουντώνει περισσότερο. Τελειώνοντας ο Αρχοντόπουλος η Γωγώ δεν κρατήθηκε,
γύρισε και ξέρασε πάνω του όλη τη χολή της ψυχής της.
«Δεν
ήταν και άσχημα, την άλλη φορά θα είναι πιο ευχάριστο. Ε, Γωγώ; Καθάρισε λίγο
εδώ και θα τα πούμε αύριο». Σηκώθηκε και πήγε στο μπάνιο.
Η
Γωγώ, αποκαμωμένη, ξαπλωμένη στη σκάλα, κάθισε λίγο ακόμη μέχρι που άρχισε να
συνέρχεται. Περίμενε να πάει στην κρεβατοκάμαρα του ο Αρχοντόπουλος, για να
τρέξει στο μπάνιο, να ξεπλύνει από πάνω της όσο μπορούσε τη μαγάρα του. Τη
μαυρίλα που έμεινε μέσα της δε θα μπορούσε να την ξεπλύνει, ποτέ.
Σωστός
εφιάλτης μέχρι να φωτίσει. Στέγνωσε από το κλάμα, εξαντλήθηκε από τα αναφιλητά.
Πώς να σηκωθεί το πρωί και πώς να εμφανιστεί λουσμένη στη ντροπή. Όμως έπρεπε,
δε θα άφηνε την παλιανθρωπιά να τη λυγίσει. Δε θα άφηνε τη βία του ισχυρού να την
ισοπεδώσει. Ήξερε πως αργά ή γρήγορα θα μπορούσε να συμβεί, δε φανταζόταν,
όμως, πως θα ήταν τόσο οδυνηρό, πως θα της χάραζε κορμί και ψυχή τόσο έντονα,
ανεξίτηλα. Άλλο να το σκέφτεσαι και άλλο να γίνεται. Η απόλυτη ταπείνωση, ο
εξευτελισμός της ανθρώπινης ύπαρξης.
Ντύθηκε
και πήγε κατευθείαν στο μπάνιο. Κοιτάζοντας στον καθρέφτη το πρόσωπό της
τρόμαξε. Η ομορφιά της λες και είχε χαθεί. Μια σκληράδα που έβγαζε μίσος είχε
καλύψει τα λεπτά χαρακτηριστικά της. Τα μάτια της είχαν μικρύνει, τα χείλια της
μαραζωμένα, τα μάγουλα της μαύρα. Έριξε πολύ νερό πάνω της. Αισθανόταν το
βέβηλο χέρι του Αρχοντόπουλου να την αγγίζει παντού. Πόση δύναμη θα χρειαζόταν
για να μπορέσει να σταθεί στα πόδια της μετά από μια τέτοια νύχτα;
Η
κυρία της την είδε στην κουζίνα, όταν κάποτε βγήκε από το μπάνιο, και τη
ρώτησε, «Δε σε βλέπω καλά, συμβαίνει κάτι; Το πρόσωπο σου είναι χλωμό και
φαίνεσαι εξαντλημένη».
«Καλά
είμαι, μάλλον με πείραξε κάτι που έφαγα γιατί έκανα και εμετό χθες το βράδυ».
Για
μια στιγμή η Γωγώ σκέφτηκε να πει στην κυρία της αυτό που συνέβη με τον
Αρχοντόπουλο. Και μετά; Το πιθανότερο ήταν να την έδιωχναν, άσε που μπορεί και
να έλεγαν πως το δουλικό προσπάθησε να ξελογιάσει τον κύριο. Βλέπεις η Γωγώ δεν
ήταν και κανένα μικρό κοριτσάκι που κανείς δε θα πίστευε ότι μπορούσε να κάνει
κάτι τέτοιο. Και τότε, ούτε στο χωριό της δε θα τολμούσε να γυρίσει.
Χαμήλωσε
το κεφάλι, έπνιξε το θυμό της, ετοίμασε ένα γάλα να πιει και με ύφος
παρακλητικό ζήτησε από την κυρία της να μη μείνει και άλλη μια μέρα χωρίς να
βγει καθόλου από το σπίτι.
«Ξέρετε
κυρία, εκεί στο χωριό, όλη την ώρα είμαστε έξω. Αν γίνεται, δεν είναι το ίδιο
βέβαια, αλλά...» Η κυρία της την έκοψε, «Γωγώ, θα βγαίνεις όταν χρειάζεται,
όπως έχουμε πει και πάντα μαζί μου, εκτός αν σε στείλω εγώ σε κάποιο θέλημα. Θα
γνωριστείς σιγά σιγά και με κορίτσια από άλλα σπίτια και υπηρέτριες που έχουν
φίλες μου και τότε θα πηγαίνετε καμιά βόλτα μόνες σας. Για την ώρα φρόντισε να
είσαι πρόθυμη και υπάκουη για να σε κρατήσουμε. Ξέρεις πόσα κορίτσια σε
ζηλεύουν; Πόσα θα ήθελαν να είναι στη θέση σου; Ετοιμάσου τώρα να πάμε για
ψώνια και πλένεις τα ρούχα μετά. Σήμερα λέω να φάμε κανά ψάρι. Μπορεί να βρούμε
φρέσκο μπακαλιάρο, καμιά τσιπούρα ή μπαρμπούνια, που τα έχω πεθυμήσει».
Με
την ιδέα πως μάλλον θα έβλεπε τον Άγγελο, έφτιαξε λίγο η διάθεση της Γωγώς.
Έκανε πως δεν άκουσε τα τελευταία λόγια με τις απειλές της κυρίας της και πήγε
να ντυθεί για την έξοδο στην αγορά.
Ο
Άγγελος ήταν πίσω από τον πάγκο που συνήθως βρισκόταν. Δούλευε εκεί και όποτε
έβγαζε και δική του καλή ψαριά την έφερνε και την πουλούσε με την άδεια του
αφεντικού. Βλέποντας τη Γωγώ το πρόσωπο του φωτίστηκε, το χαμόγελο του έφτασε
ίσαμε τ’ αυτιά. Όμως σαν καλοπρόσεξε τη Γωγώ, συνοφρυώθηκε. Περίμενε μέχρι να
διασταυρωθούν τα βλέμματά τους για να της γνέψει, «Τι έχεις;»
Με
μισό χαμόγελο η Γωγώ ρώτησε χωρίς να βγάλει φωνή, «Τι κάνεις, Άγγελε;»
σχηματίζοντας τις λέξεις με τα χείλη, την ώρα που η κυρία Θεοδώρα ήταν
απασχολημένη με το να διαπιστώσει πόσο φρέσκοι ήταν οι μπακαλιάροι, για να
αποφασίσει τελικά τι θα ψωνίσει.
Όσο
καθυστερούσε να αποφασίσει η κυρία Θεοδώρα, τόσο και ο Άγγελος με τη Γωγώ,
συνομιλούσαν με τη σιωπή. Δεν είχαν ανάγκη τη φωνή, η ψυχή τους και τα πρόσωπα
τους έστελναν ήχους ευτυχίας. Ο Άγγελος της έκανε γκριμάτσες για να την κάνει
να γελάσει. Το κατάφερε τελικά και η Γωγώ λύθηκε στα γέλια.
«Τι
έπαθες καλέ και γελάς σαν χαζή;» «Να, καλέ κυρία, αυτό το μεγάλο μπαρμπούνι δεν
είναι αστείο;» «Να σε πάω στο γιατρό; Αστείο μπαρμπούνι; Τι είναι αυτά που
λες;» «Συγγνώμη κυρία, δεν έχω δει και πολλές φορές στη ζωή μου ψάρια, αυτό μου
φάνηκε αστείο» «Καλά, βάλε δυο μπακαλιάρους γύρω στα επτακόσια πενήντα
γραμμάρια ο καθένας να είναι, ενάμισι κιλό και οι δύο».
Ο
Άγγελος με το ζόρι κρατιόταν. Άκου αστείο μπαρμπούνι! Τι να έλεγε όμως και η
Γωγώ έτσι που αιφνιδιάστηκε από την κυρία της.
Φεύγοντας
από το ψαράδικο ο Άγγελος έκλεισε λίγο το μάτι στη Γωγώ και η καρδιά της
φτερούγισε. Αγόρασαν και από το μανάβικο χόρτα και βερίκοκα και αφού έκαναν μια
μικρή βόλτα και στην υπόλοιπη αγορά, πήραν το δρόμο για το σπίτι. Η Γωγώ
κρατούσε τα ψώνια, η κυρία της μπροστά χαιρετούσε όποιον γνώριζε, με κάποιους
έπιανε και κουβέντα. Μέχρι να φτάσουν δε γλίτωσε και το μάθημα. «Το πιο υγιεινό
φαγητό είναι ψάρια με χόρτα. Κρέατα και ζυμαρικά να τα αποφεύγεις. Ψωμί να μην
τρως πολύ γιατί παχαίνει».
Της
Γωγώς δεν την πολυάρεσε το ψάρι, ελάχιστες φορές είχε φάει στη ζωή της, όμως
ήταν τυχερή γιατί το κομμάτι που της αναλογούσε ήταν η πλάτη και η ουρά του
ενός μπακαλιάρου. Ο Αρχοντόπουλος προτιμούσε τα κεφάλια, τα έσπαγε και τα
διέλυε, γλύφοντάς τα, στο στόμα του. Τα δυο κεφάλια των μεγάλων μπακαλιάρων του
έφταναν και του περίσσευαν.
Όλη
την ημέρα η Γωγώ με τις δουλειές δεν πρόλαβε να σκεφτεί τίποτα από όσα είχαν
συμβεί τις τελευταίες είκοσι τέσσερις ώρες. Μόνο αφού έμεινε μόνη της στο σπίτι
το βράδυ και ξάπλωσε στο κρεβάτι της, άρχισε να τα βάζει σε μια σειρά. Οι
Αρχοντόπουλοι ήταν καλεσμένοι και είχαν πάει στο σπίτι της οικογένειας του Μηνά
Χριστιανόπουλου, φίλου του Αρχοντόπουλου, που έκαναν δουλειές μαζί. Μεγαλέμπορος
έλεγαν, όμως η Γωγώ μέχρι τότε δεν είχε ακούσει αν και πού είχε κάποιο μαγαζί.
Θα αργούσαν να επιστρέψουν και έτσι είχε χρόνο να ηρεμήσει και να σκεφτεί όσα
είχαν γίνει.
Ό,τι
όμως και να έφερνε στο μυαλό της, ερχόταν μετά από τη λαχτάρα της για τον
Άγγελο. Όλη η ζωή της ξαφνικά γύριζε γύρω από αυτόν. Ο έρωτας την κάρφωσε με το
βέλος του για τα καλά. Στη σκέψη του και μόνο γλυκάθηκε κάπως, ξεχάστηκε για
λίγο η πίκρα του εξευτελισμού που είχε υποστεί από τον Αρχοντόπουλο. Η πληγή
φυσικά δε θα έκλεινε, θα έμενε ανοιχτή για πάντα. Την πήρε ο ύπνος. Ήταν τόσο
κουρασμένη μετά τον εφιάλτη της προηγούμενης νύχτας.
Κεφάλαιο 3
Ο έρωτας…
Δέκα
μέρες στο Ναύπλιο και η κυρία Θεοδώρα φύλαγε μια έκπληξη στη Γωγώ. Μόλις έφυγε
το πρωί ο Αρχοντόπουλος για το γραφείο του, την πήγε να της αγοράσει μαγιό. Μαζί
με το μαγιό της πήρε ένα ψάθινο καπέλο και σανδάλια για να πηγαίνει στη
θάλασσα. Η Γωγώ δεν ήξερε πώς να αντιδράσει. Δεν μπορούσε να φανταστεί τον
εαυτό της σε μια παραλία και να κολυμπά στη θάλασσα. Και όμως, στις έντεκα η
ώρα γδυνόταν πίσω από μια μεγάλη πετσέτα που κρατούσε η κυρία της και φορούσε το
μπλε ολόσωμο μαγιό, που μόλις είχαν αγοράσει και τόνιζε ακόμα περισσότερο τις
τέλειες αναλογίες της και την αρμονία του κορμιού της. Το μέρος που πήγαν για
μπάνιο λεγόταν «Γλώσσα», στην άκρη του Ναυπλίου προς
τη δυτική πλευρά. Απέναντι από τη «Γλώσσα» ήταν το Κιβέρι και ψηλότερα
ορθώνονταν περήφανα τα αρκαδικά βουνά. Ο δρόμος που συνέχιζε δίπλα στη θάλασσα,
μετά τη «Γλώσσα», οδηγούσε στην Αρβανιτιά. Αριστερά του δρόμου, στο βράχο της
Ακροναυπλίας ήταν χτισμένη η εκκλησία της Παναγίτσας. Το δρόμο αυτό οι ντόπιοι
τον έλεγαν «Γύρο της Αρβανιτιάς» και πολλοί συνήθιζαν να τον περπατούν ακόμα
και κάθε μέρα. Ιδανική διαδρομή για ρομαντική βόλτα, μοναχική πεζοπορία, ή και
για σοβαρή συζήτηση με παρέα.
Η
Γωγώ διστακτικά και με προσοχή μπήκε μέχρι το γόνατο στο νερό. Φοβόταν και
λίγο, μα δεν ήθελε να την πάρουν και στην κοροϊδία, κυρίως τα πιτσιρίκια που πέφτοντας
από ψηλά, έκαναν βουτιές και χάνονταν για αρκετή ώρα κάτω από την επιφάνεια του
νερού, μέχρι να ξαναβγούν κάμποσα μέτρα πιο πέρα. Έβαλε το σώμα της μέχρι το
λαιμό στη θάλασσα, της κόπηκε για λίγο από το κρύο η ανάσα, άρχισε να κουνά τα
χέρια όπως έκαναν οι άλλοι και δεν άργησε να ισορροπήσει στο περιβάλλον που μέχρι
τότε δεν είχε ξαναβρεθεί. Αισθάνθηκε περίεργα, μα σαν να της άρεσε. Δεν κάθισε
πολύ μέσα στο νερό, βγήκε και σκουπίστηκε στη μεγάλη πετσέτα, την άπλωσε και
κάθισε πάνω της.
Στο
μέρος εκείνο πήγαιναν για μπάνιο κυρίως γυναίκες και μικρά παιδιά. Μπορεί να
μην υπήρχαν ανδρικά μάτια εκείνη την ώρα, τα γυναικεία, όμως, τα ένιωθε να την
διαπερνούν επίμονα και να της μετρούν πόντο πόντο το κορμί της. Έφυγε με
ανάμεικτες εντυπώσεις, στη σκέψη πάντως, ότι ο Άγγελος ήταν ψαράς και επομένως θα
ήταν και καλός κολυμβητής, θεώρησε αυτονόητο ότι και αυτή θα έπρεπε να μάθει
κολύμπι και κυρίως, να μάθει να μη φοβάται τη θάλασσα.
Η
επόμενη μέρα είχε μια ακόμη έκπληξη για τη Γωγώ. Η κυρία Θεοδώρα της ανακοίνωσε
ότι θα πήγαιναν να καθίσουν σε καφε-ζαχαροπλαστείο στην παραλία, τέσσερις
κυρίες, φίλες της, μαζί με τις υπηρέτριες τους. Εκτός από την κυρία της και τη
Γωγώ, θα ήταν η κυρία Μέμα Φραγκούδη, σύζυγος εργοστασιάρχη, η κυρία Αρετή Χριστιανοπούλου
του εμπόρου και η κυρία Ευτυχία Αργυρού, του γιατρού. Οι υπηρέτριες τους που θα
γνώριζε η Γωγώ, ήταν η Λεμονιά, η Μιχαλίτσα και η Φώτω. Μετά τα χαίρω πολύ και
τις γνωριμίες καθίσανε σε ένα τραπέζι οι κυρίες και σε άλλο τραπέζι, κοντά
τους, οι υπηρέτριες. Τα άλλα κορίτσια γνωρίζονταν ήδη και έκαναν παρέα, όταν
τους το επέτρεπαν οι κυρίες τους. Η καταγωγή τους ήταν της μιας από τη Λήμνο
και των άλλων δύο από χωριά της Αρκαδίας. Ήταν όλες γύρω στα είκοσι και είχαν
έρθει στο Ναύπλιο πριν από πέντε με έξι χρόνια.
Με
το θάρρος της γνωριμίας τους, τα κορίτσια δεν άργησαν να ξανοιχτούν σε
κουβέντες για τα αφεντικά τους. Οι κυρίες δεν άκουγαν απορροφημένες στις δικές
τους συζητήσεις. Κάτι για γκομενιλίκια και παράνομες σχέσεις έλεγαν και για
κάποιους ξεπεσμένους αριστοκράτες που έχαναν τις τελευταίες οικονομίες τους
παρασυρμένοι από τα πάθη τους. Για νόθα παιδιά, υιοθεσίες και αιμομιξίες. Για
ένα πέπλο προστασίας που υπήρχε στις παρανομίες των αφεντικών τους. Η Γωγώ μη
γνωρίζοντας τα πρόσωπα, περιοριζόταν να ακούει αυτά που από ένα σημείο και μετά
της φαίνονταν απίστευτα. Άκουγε, ότι αυτό που έβλεπε να λάμπει, να έχει αρχές
και ηθική, αυτοί που είχαν χρήμα και μόρφωση και φινέτσα και ένα ανώτερο
πολιτισμό, που είχαν τρόπους, λεπτά αισθήματα και καταγωγή με ιστορία, ήταν
μάλλον πολύ πιο εύθραυστοι από αυτό που έδειχναν και από αυτό που με ευλάβεια
προσπαθούσαν και κατάφερναν να κρατούν ψηλά στα μάτια του πολύ κόσμου. Ένα
όμορφο οικοδόμημα στηριγμένο σε σάπια θεμέλια. Δεν καταλάβαινε η Γωγώ το πώς,
ούτε το γιατί. Ήταν πέρα και πάνω από τις δυνατότητες και τις γνώσεις που είχε.
Όμως, άρχισε να υποψιάζεται ότι αυτό, που και η ίδια γινόταν κομμάτι του, δεν
ήταν αυτό που πραγματικά υπήρχε. Ένα ψεύτικο σκηνικό που οι πρωταγωνιστές
έπαιζαν εξαιρετικά τους ρόλους τους και γύρω τους οι κομπάρσοι, οι υπηρέτριες,
ήξεραν αυτό που οι άλλοι δεν τολμούσαν ούτε να ψιθυρίσουν. Αυτές, σαν να υπήρχε
μια ιερή συμμαχία, ένας όρκος μεταξύ τους, τα έλεγαν χωρίς να φοβούνται η μία
την άλλη και μέχρι εκεί.
Κυριακή
8 Ιουνίου και μετά τη λειτουργία, κυρία Θεοδώρα και Γωγώ φόρεσαν τα μαγιό τους
και πήραν το δρόμο προς την άλλη παραλία που έκαναν μπάνιο τουρίστες και
Ναυπλιώτες κυρίως από την Πρόνοια, την Αρβανιτιά. Ανέβηκαν την ανηφόρα που
αριστερά της δέσποζε επιβλητικό το Παλαμήδι και δεξιά οι οχυρώσεις της
Ακροναυπλίας. Μετά, κατέβηκαν το χωμάτινο δρόμο μέχρι τη θάλασσα. Εντυπωσιακή
παραλία, άγρια ομορφιά, η Γωγώ γύριζε το κεφάλι της και απολάμβανε το μοναδικό τοπίο.
Θάλασσα, βράχοι, πράσινο και τείχη παντού. Προσεκτικά, αλλά πιο θαρρετά από την
προηγούμενη φορά μπήκε στο νερό. Της φάνηκε αλλιώς η θάλασσα εδώ. Πιο καθαρή,
πιο δροσερή, πιο διάφανη. Κάθισαν καμιά ώρα και επέστρεψαν για να ετοιμάσουν το
μεσημεριανό φαγητό.
Το
βράδυ, οι Αρχοντόπουλοι στολίστηκαν, είπαν και στη Γωγώ να βάλει το καλό της το
φουστάνι και βγήκαν όλοι μαζί για τη βραδινή κυριακάτικη έξοδο στην παραλία.
Στην παραλία υπήρχαν δυο μεγάλα καφενεία που άπλωναν πολλά τραπέζια και
καρέκλες μέχρι τη θάλασσα, ακριβώς απέναντι από το Μπούρτζι. Μετά από τα
καφενεία ήταν ο θερινός κινηματογράφος, το «Τριανόν» που λειτουργούσε τους
τρεις μήνες του καλοκαιριού. Το χειμωνιάτικο «Τριανόν» στεγαζόταν στο παλιό
τζαμί στην Πλατεία Συντάγματος. Ακολουθούσε ένα μεγάλο πλάτωμα μπροστά από τον
κήπο του ξενοδοχείου «Αμφιτρύων», που έφτανε μέχρι το πεζούλι όπου έσκαγε το
κύμα της θάλασσας πάνω στα βράχια. Το πλάτωμα, πεζοδρόμιο, από ένα σημείο και
μετά, προχωρούσε δεξιά μέχρι το φανάρι, το «Φάρο», που το χώριζαν διακόσια
τριακόσια μέτρα θάλασσας από το Μπούρτζι. Η διαδρομή μπροστά από τα καφενεία
και το πεζοδρόμιο μέχρι το πεζούλι που κατέληγε στο φανάρι, ήταν το λεγόμενο
«νυφοπάζαρο». Το μέρος που κυρίως οι νέοι έκαναν τη βόλτα τους και
εκμεταλλευόμενοι το χαμηλό φωτισμό και τα παγκάκια που υπήρχαν κατά μήκος,
έστηναν τα δικά τους όνειρα, τις δικές τους προσδοκίες, να δουν το πρόσωπο που
τους ενδιέφερε, να συναντήσουν φίλους, να μιλήσουν κλεφτά και από απόσταση για
να κανονίσουν κάποιο ραντεβού, να ικανοποιήσουν την περιέργεια τους μήπως και
διαπιστώσουν κάποιο φλερτ που τους είχε ξεφύγει και δεν το γνώριζαν. Το πήγαινε
έλα συνεχιζόταν μέχρι αργά, κυρίως το Σάββατο και περισσότερο την Κυριακή.
Οι
Αρχοντόπουλοι κάθισαν σε ένα τραπέζι προς το κέντρο του πρώτου μαγαζιού μαζί με
το ζεύγος Χριστιανόπουλου και το ζεύγος Φραγκούδη. Οι υπηρέτριες τους, η
Λεμονιά και η Μιχαλίτσα, είχαν καθίσει σε ένα τραπεζάκι δίπλα και μαζί τους
κάθισε και η Γωγώ. Η κυρία Θεοδώρα της παρήγγειλε ένα παγωτό που η Γωγώ το
έτρωγε αργά μέχρι που να λιώσει όλο και να γίνει γάλα. Το κουτσομπολιό μεταξύ
των κοριτσιών έδινε και έπαιρνε. Ανακατεμένα φήμες, ψέματα και αλήθειες, λες
και η μια προσπαθούσε να ξεπεράσει την άλλη σε γνώσεις για το τι συμβαίνει στην
πόλη και μένει κρυφό.
Η
Γωγώ άρχισε να αηδιάζει, «Βρε κορίτσια δε ζητάμε άδεια να πάμε καμιά βόλτα; Να
περπατήσουμε λίγο;» Έτσι, μετά την άδεια που πήραν, οι τρεις υπηρέτριες
βρέθηκαν να περπατούν, χασκογελώντας με τις ματιές που τους έριχναν τα
αρσενικά, στο «νυφοπάζαρο». Έφτασαν μέχρι την άκρη στο πλάτωμα και έστριψαν για
το φανάρι. Εκεί τα φώτα ήταν λιγοστά, περισσότερο οι φιγούρες διακρίνονταν και
μόνο όταν είχε φεγγάρι. Ο κόσμος αραίωνε, δύσκολα οι παντρεμένοι με την
οικογένεια μαζί, έφταναν μέχρι το φανάρι. Νεαροί και λίγες κοπέλες το
αποφάσιζαν, οι τολμηροί, οι απερίσκεπτοι και οι ερωτευμένοι. Και γυμνασιόπαιδα
για να κάνουν τσιγάρο χωρίς να τους δει κάποιο μάτι και τους καρφώσει.
Γυρίζοντας
από τη βόλτα τους τα τρία κορίτσια και πριν φτάσουν εκεί που κάθονταν τα
αφεντικά τους, έπεσαν πάνω σε μια γελαστή παρέα νεαρών που έκαναν αρκετή
φασαρία. Της κόπηκαν τα πόδια της Γωγώς. Ο Άγγελος ήταν μέσα στο τσούρμο και
της χαμογελούσε με κείνο το χαμόγελο που την έκανε να λιώνει. Αυθόρμητα πήγε να
του μιλήσει αλλά κρατήθηκε. Πρόλαβε να διακρίνει στη φασαρία τα χείλη του να
σχηματίζουν τη λέξη «Αρχόντισσα» πριν προσπεράσουν και συνεχίσουν τη βόλτα
τους.
Επέστρεψαν
στο σπίτι περασμένες έντεκα. Πού να την πάρει ύπνος τη Γωγώ. Έφαγε παγωτό, πήγε
για μπάνιο στη Αρβανιτιά, απόλαυσε βράδυ το Ναύπλιο, είδε και τον Άγγελο. Τι
άλλο να ζητούσε όταν έφευγε από το χωριό της; Αν δεν ήταν η ατιμία, η
εκμετάλλευση, η παλιανθρωπιά του Αρχοντόπουλου η Γωγώ θα ήταν πραγματικά ευτυχισμένη.
Η
βδομάδα που ξεκίνησε ήταν διαφορετική για τη Γωγώ. Ήξερε πλέον τις δουλειές που
έπρεπε να κάνει, τα χούγια των αφεντικών της, τα βασικά για την πόλη και τους
ανθρώπους της, τις υποχρεώσεις της και τα σχεδόν ανύπαρκτα δικαιώματα της. Τα
περιθώρια για λάθη και παραλήψεις περιορίζονταν. Η κυρία Θεοδώρα της το
ξεκαθάρισε, «Δικαιολογίες δεν υπάρχουν είσαι και έξυπνη και ικανή, αν κάτι δε
γίνεται σωστά θα φταις εσύ».
Το
καλό, πάντα υπάρχει και τουλάχιστον ένα καλό μέσα σε όλα τα κακά, ήταν πως
κερδίζοντας την εμπιστοσύνη της κυρίας της, κέρδισε και κάποιες ελευθερίες που
δύσκολα θα εμπιστευόταν σε άλλη υπηρέτρια. Έτσι, πολλά ψώνια και δουλειές που
θα έπρεπε να κάνει η κυρία Θεοδώρα, τα ανέθετε στη Γωγώ χωρίς κανένα πρόβλημα.
Ένα μεγάλο δώρο για τον χαρακτήρα της Γωγώς που δεν βολευόταν στο αυστηρό
πλαίσιο των καθηκόντων μιας υπηρέτριας.
Συνεχίστηκαν
τα μπάνια στη «Γλώσσα», τα ψώνια στην αγορά και η ευκαιρία να βλέπει, έστω για
λίγο, τον Άγγελο. Τα βράδια οι Αρχοντόπουλοι έλειπαν και έτσι η Γωγώ απολάμβανε
την ησυχία της. Είχε αρχίσει να ξεφυλλίζει και τις εγκυκλοπαίδειες που είχε στη
βιβλιοθήκη του ο Αρχοντόπουλος και πέρναγε ευχάριστα την ώρα της.
Πέμπτη
βράδυ και η κυρία Θεοδώρα είχε φύγει νωρίς από το σπίτι. Ο Αρχοντόπουλος κλεισμένος
στο γραφείο του, είχε πει στη Γωγώ να έχει το νου της γιατί περίμενε κάποιους
επισκέπτες. Κατά τις εννιά, χτύπησε το κουδούνι, η Γωγώ άνοιξε και δυο κύριοι
ανέβηκαν τη σκάλα. Ο Αρχοντόπουλος που τους άκουσε βγήκε να τους υποδεχτεί και
είπε στη Γωγώ να φέρει κάτι για να τους κεράσει. Μπήκαν και οι τρεις στο
γραφείο του Αρχοντόπουλου και έκλεισαν την πόρτα.
Η
Γωγώ κατέβασε τα βάζα με τα γλυκά του κουταλιού που είχαν στην κουζίνα, έβγαλε
τρία πιατάκια και κουταλάκια, γέμισε μια κανάτα με δροσερό νερό, έβαλε και τρία
ποτήρια σε ένα δίσκο και χτύπησε την πόρτα του γραφείου. Ο Αρχοντόπουλος της
είπε να μπει και να αφήσει το δίσκο με το νερό και τα γλυκά πάνω στο γραφείο
του. Θα σερβίρονταν μόνοι τους. Μόνο να μην απομακρυνθεί μήπως και ήθελαν κάτι
άλλο. Η Γωγώ βγήκε, μα δεν έκλεισε τελείως την πόρτα και πήγε στο δωμάτιο της
που βρισκόταν απέναντι. Άφησε και τη δική της πόρτα μισάνοιχτη και κάθισε στο
κρεβάτι της.
Μπορούσε
να ακούει σχεδόν καθαρά τι έλεγαν. Στην αρχή δεν έδινε σημασία, όμως σιγά σιγά
άρχισε να προσέχει όσα άκουγε γιατί της φάνηκε ότι είχαν ενδιαφέρον. Για κάποιο
χωράφι έλεγαν, για κάτι που κρυβόταν εκεί, για το πόσοι θα πήγαιναν να σκάψουν,
για ένα χάρτη και ένα μικρό φορτηγό που θα έμπαινε στο μέρος για να τους πάει
και να τους πάρει μετά, για κάποιον μεγάλο που θα αγόραζε, για κάποιον άλλο
μεγάλο που θα χρησιμοποιούσαν αν είχαν πρόβλημα και για λεφτά, πολλά λεφτά.
Όλα
αυτά ανακατεμένα, άλλα με μισόλογα και άλλα φανερά. Η Γωγώ στην προσπάθεια της
να ακούσει, δεν προλάβαινε να τα επεξεργαστεί ένα ένα. Άλλωστε πολλά από αυτά
ούτε ήξερε τι ήταν, δεν είχε ξανακούσει τέτοια πράγματα, πόσο μάλλον να τα
συνδέσει για να βγάλει κάποιο συμπέρασμα. Την αφοσίωση, να μη χάσει τίποτα από
αυτά που έφταναν στα αυτιά της, διέκοψε η φωνή του Αρχοντόπουλου που την κάλεσε
να πάει στο γραφείο του. «Γωγώ, φέρε μας από το σαλόνι το πίπερμαν και το
κονιάκ. Έχει σε μπολ φιστίκια και μύγδαλα, φέρ’ τα μας και αυτά». Η Γωγώ
τσακίστηκε να εκτελέσει την εντολή του Αρχοντόπουλου. Δεν ήθελε να χάσει τίποτα
από τη συνέχεια αυτών που έλεγαν και ας μην τα καταλάβαινε όλα.
Πήγε
τα ποτά και τους ξηρούς καρπούς, μαζί με τρία μικρά κολονάτα ποτήρια και γύρισε
στο δωμάτιο της φροντίζοντας να αφήσει τις πόρτες και πάλι μισάνοιχτες. Τους
άκουσε να βάζουν ποτό στα ποτήρια τους, να τσουγκρίζουν και να συνεχίζουν να
μιλάνε για το σχέδιο τους. Αφού ξαναγέμισαν τα ποτήρια τους οι φωνές τους
έγιναν πιο έντονες, ο Αρχοντόπουλος ακούστηκε καθαρά να λέει, «Λοιπόν, Γρηγόρη,
για να καταλήγουμε. Την Κυριακή τη νύχτα δεν έχει φεγγάρι, όλοι θα ασχολούνται
με το θέατρο στην Επίδαυρο, κανείς δε θα σας δει. Είπαμε, τρεις θα πάρεις μαζί
σου, αυτούς που ξέρουν τι πρέπει να κάνουν, αυτούς που είχαμε και την
προηγούμενη φορά. Μη φέρεις κανένα καινούριο και θέλει μάθημα από την αρχή. Το
χάρτη τον είδες και θα τον έχεις και μαζί σου, το χωράφι το ξέρεις, εργαλεία
έχεις, δε χρειάζεται τίποτα άλλο να πούμε. Όταν τελειώσετε με το καλό, θα πάτε
στην αποθήκη του Μπαρμπάτου και θα αφήσετε εκεί ό,τι σηκώσετε. Μετά χανόσαστε,
ο καθένας το δρόμο του και δεν ξέρει κανείς κανέναν. Τα υπόλοιπα τα αναλαμβάνουν
άλλοι. Εσύ έρχεσαι και παίρνεις την προκαταβολή που είπαμε και όταν τελειώσει η
δουλειά με το καλό, ξοφλάμε. Νομίζω τα είπαμε όλα, άντε τώρα να βρεις τους
δικούς σου να ετοιμάσετε τη δουλειά. Γωγώ…»
Η
Γωγώ εισέβαλε στην κυριολεξία στο γραφείο. «Συνόδευσε τον κύριο στη σκάλα» της
είπε ο Αρχοντόπουλος. Ο κύριος, από το ντύσιμο και το πώς τον άκουγε να μιλά
έμοιασε της Γωγώς με χωριάτη. Ο άλλος, αυτός που έμεινε, καλοντυμένος, με
ευγενικούς τρόπους και ομιλία που δυσκολευόταν να καταλάβει η Γωγώ, μάλλον θα ήταν
και αυτός δικηγόρος. Καλλίνικο άκουσε να τον λένε οι άλλοι. Τώρα όνομα ή
επίθετο ήταν αυτό; Πού να ξέρει η Γωγώ!
Μετά
που έφυγε ο χωριάτης, η κουβέντα άλλαξε. Ο Αρχοντόπουλος είπε στον Καλλίνικο
πως είχε εμπιστοσύνη στον Γρηγόρη, ότι όλα θα πήγαιναν καλά και ότι θα έκαναν
μια γερή μπάζα γιατί όλα τα είχε προβλέψει και οργανώσει με τρόπο που σε κανένα
δε θα δημιουργούσε υποψίες. Στη συνέχεια ρώτησε τον Καλλίνικο για κάτι υποθήκες
και δανεικά που κάποιοι φουκαράδες δεν μπορούσαν να ξεπληρώσουν. Το ποτό τους
είχε επηρεάσει τόσο ώστε να φωνάζουν και να μη χρειάζεται να κρυφακούει η Γωγώ.
Αυτά,
όμως, που άκουγε ήταν πολύ σοβαρά και κυρίως πολύ λυπηρά. Αρχοντόπουλος και
Καλλίνικος χωρίς κανένα δισταγμό σχεδίαζαν πώς θα πάρουν τις περιουσίες κάποιων
που χρώσταγαν είτε στους ίδιους είτε σε κάποιους άλλους που τους εκπροσωπούσαν.
Η Γωγώ αισθάνθηκε σφίξιμο στο στομάχι, το αίμα της ανέβηκε στο κεφάλι. Δεν το
χώραγε ο νους της. Πού να ήξερε και για τα κόλπα που έκαναν, τους τοκογλυφικούς
τόκους και τις άλλες μεθοδεύσεις για να κατασπαράξουν όσους βρίσκονταν στην
ανάγκη. Άρχισαν να γελούν δυνατά και όσο τους άκουγε να γελούν, η αηδία της
μεγάλωνε.
Πέρασε
η ώρα και ο κύριος Καλλίνικος σηκώθηκε να φύγει. Ο Αρχοντόπουλος τον συνόδευσε
μέχρι τη σκάλα με τη Γωγώ να στέκει στην πόρτα του δωματίου της. Με το που
έφυγε ο επισκέπτης, η Γωγώ μπήκε στο γραφείο να μαζέψει τα ποτά και τα ποτήρια
και ο Αρχοντόπουλος κλείστηκε στο μπάνιο.
Τα
φίδια ζώσανε τη Γωγώ. «Ώρα είναι να έχουμε καμιά επίθεση από τον Αρχοντόπουλο».
Για καλή της τύχη η κυρία Θεοδώρα ακούστηκε να μπαίνει κάτω στην είσοδο και η
καρδιά της πήγε στη θέση της. Είχε πονοκέφαλο και επέστρεψε πιο νωρίς από ότι
συνήθιζε. Με όλα αυτά που σκεφτόταν η Γωγώ, ο ύπνος την πήρε περασμένες δύο τη
νύχτα. Ξημέρωνε Παρασκευή.
Το
πρωί, την ώρα που η Γωγώ ετοίμαζε το πρωινό, ο Αρχοντόπουλος βγήκε από το
μπάνιο φρεσκοξυρισμένος και κάθισε στο τραπέζι της κουζίνας. Η κυρία Θεοδώρα
κοιμόταν ακόμη.
«Γωγώ,
το βράδυ θα σου φέρω ένα καλό δώρο, θέλω να είσαι φρόνιμη. Να με περιμένεις».
«Αν
τολμήσετε να μπείτε στο δωμάτιο μου ή να με ξαναενοχλήσετε θα σας επιτεθώ, θα
σας μπήξω τα νύχια μου όπου μπορώ και θα ουρλιάξω. Αν με χτυπήσετε θα βγω και
θα δείξω τα σημάδια σε όλους».
«Να
τα μας! Να και γλώσσα η Γωγώ. Θα σε βάλω στο λεωφορείο και θα σε στείλω από κει
που ήρθες πριν προλάβεις να ζητήσεις συγγνώμη».
«Δε
θα το κάνετε, ξέρετε εσείς το γιατί… Μόνο να με αφήσετε ήσυχη μπορείτε».
Ο
Αρχοντόπουλος σαν να κλονίστηκε, «Απειλή είναι αυτό; Δε με ξέρεις καλά και σε
συμβουλεύω να μη με μάθεις. Άμα θέλω να σου κάνω κακό τίποτα δε θα με
σταματήσει».
«Εσείς
με απειλείτε, κύριε Αρχοντόπουλε, εγώ ήρθα να δουλέψω για να ζήσω. Το ξέρω,
δούλα είμαι, μα είμαι και άνθρωπος…»
Πού
βρήκε τόση δύναμη να μιλήσει έτσι η Γωγώ, ούτε και το κατάλαβε. Τα λόγια της
όμως σαν να έπιασαν τόπο, σαν να έκαναν τον Αρχοντόπουλο να σκεφτεί πως είχε
ξανοιχτεί πολύ με τη Γωγώ. Γρήγορα και άγαρμπα. Η Γωγώ λίγο φαινόταν να
φοβάται, ίσως είχε κάνει ήδη και κάποιες γνωριμίες στο Ναύπλιο. Πολλοί θα την
είχαν πλησιάσει με τέτοια ομορφιά και δεν αποκλείεται να είχε αποκτήσει την
εύνοια κάποιου ισχυρού, με εξουσία, και αυτός να την προστάτευε. Μέσα σε ούτε
είκοσι μέρες, με την κυρία Θεοδώρα από κοντά αυτό έμοιαζε αδύνατο, όμως τα
φίδια ζώσανε τον Αρχοντόπουλο.
Μαλάκωσε
και βλέποντας την κυρία Θεοδώρα να μπαίνει στην κουζίνα διαμαρτυρόμενη για τη
φασαρία που την ξύπνησε, της είπε, «Να εδώ με τη Γωγώ, λέμε διάφορα, αν είναι
ευχαριστημένη μαζί μας και αν της αρέσει το Ναύπλιο και το σπίτι μας».
«Τι
λες, Γωγώ;» ρώτησε η κυρία Θεοδώρα.
«Δεν
έχω παράπονο, ειδικά από σας. Ο κύριος πότε πότε είναι λίγο απότομος αλλά όσο
περνάει ο καιρός νομίζω πως θα μαλακώσει».
Ο
Αρχοντόπουλος κόντεψε να πνιγεί με τη γουλιά του καφέ που πήγε να καταπιεί,
άρχισε να γελάει και να δείχνει πως το διασκεδάζει. Η καρδούλα του το ήξερε
αλλά αν μπορούσε ας έκανε κι αλλιώς. Φέρνοντας στο μυαλό του όσα έλεγε το βράδυ
με τους συνεργάτες του, που μάλλον τα άκουσε η Γωγώ, τον έπιασε πανικός.
Σηκώθηκε να πάει στην κρεβατοκάμαρα να ντυθεί και άρχισε να σκέφτεται μήπως
έπρεπε να αναβάλουν την επιχείρηση στο χωράφι. Έτσι κι έτσι τα αρχαία εκεί θα
έμεναν, μόνο που μπορεί να έχαναν τον πελάτη που πλήρωνε καλά. Φεύγοντας
χτύπησε δυνατά την εξώπορτα.
«Δε
μου λες εσύ… Σαν πολύ αέρα δεν πήρες; Πώς μιλάς έτσι για τον κύριο; Εσύ θα του
πεις πώς θα φέρεται;»
«Καλέ,
κυρία, πιο πολύ σαν αστείο το είπα…»
«Δε
μου αρέσουν αυτά τα αστεία και απορώ πώς γέλασε ο κύριος αντί να σε μαλώσει.
Για μαζέψου και πρόσεχε γιατί το Σαββατοκύριακο έχουμε γιορτές και όλος ο
κόσμος θα βρίσκεται στους δρόμους. Μη δώσεις κανένα δικαίωμα για σχόλια, σε
προειδοποιώ».
Βγήκαν
για τα συνηθισμένα ψώνια στην αγορά και μετά η κυρία Θεοδώρα πήγε στο
κομμωτήριο να φτιάξει τα μαλλιά της, για να είναι περιποιημένη τις ξεχωριστές
ημέρες που περίμεναν. Η Γωγώ επέστρεψε στο σπίτι να ετοιμάσει φαγητό και να
σιδερώσει τα ρούχα που θα φορούσαν στις εξόδους τους. Η υπόλοιπη μέρα πέρασε με
συζητήσεις γι’ αυτά που θα γίνονταν το Σαββατοκύριακο.
Πρωί
του Σαββάτου και η αγορά είχε ένα ιδιαίτερο χρώμα, κυρίως είχε πάρα πολύ κόσμο,
ντόπιους, τουρίστες και ανθρώπους από τα γύρω χωριά. Όλοι μιλούσαν για την
Επίδαυρο, το θέατρο, τα αμερικάνικα πολεμικά πλοία που θα έρχονταν, το
φωτισμένο Παλαμήδι, τις μουσικές, τα πυροτεχνήματα. Όσο άκουγε η Γωγώ όλα αυτά,
ξεχάστηκε τόσο, που μόλις πρόλαβε πριν επιστρέψουν στο σπίτι, να ξεφύγει για
λίγο από την κυρία Θεοδώρα και να μιλήσει με τη γνωστή μέθοδο στον Άγγελο.
«Αύριο το βράδυ θα σε περιμένω πριν το φανάρι» της είπε ο Άγγελος και η Γωγώ
γύρισε γρήγορα στην κυρία της που ήδη την έψαχνε.
Το
βράδυ πήγαν στην παραλία. Τα αφεντικά κάθισαν σε μια μεγάλη παρέα και οι
υπηρέτριες δίπλα σε δικό τους τραπέζι. Δεν είχε πολύ κουτσομπολιό γιατί η
συζήτηση ήταν για τα όσα περίμεναν να γίνουν την επομένη. Η βόλτα που τους
επέτρεψαν να πάνε ήταν μόνο μέχρι το πεζούλι με τα βράχια και μετά επιστροφή. Η
Γωγώ μάταια κοιτούσε να δει τον Άγγελο, ο Άγγελος δε φάνηκε εκείνο το βράδυ.
Κυριακή
πρωί, 15 Ιουνίου 1958, στον Άγιο Νικόλα η Γωγώ κοινώνησε. Συνήθισε πια τα μάτια
να καρφώνονται πάνω της, λίγο της έκαναν εντύπωση τα μισόλογα και τα σχόλια που
την ακολουθούσαν και έτσι τελειώνοντας η λειτουργία, έπιασε κουβέντα με τις
άλλες υπηρέτριες και χαμογελούσε ευγενικά σε όσους τη χαιρετούσαν.
Μετά
από μια μικρή βόλτα στην πλατεία Συντάγματος και το Μεγάλο Δρόμο, γύρισαν όλοι
μαζί στο σπίτι να φάνε και να ξαπλώσουν λίγο γιατί το βράδυ θα είχαν την πολυσυζητημένη
έξοδο που θα διαρκούσε πολλές ώρες και έπρεπε να είναι ξεκούραστοι για να την
απολαύσουν.
Είχε
φτάσει η ώρα να ξεπεράσει η Γωγώ τα όρια της φαντασίας που είχε πλάσει μέχρι τότε
στη ζωή της. Πηγαίνοντας προς την παραλία, όπου και να γύριζε το κεφάλι της
έβλεπε φώτα. Το Παλαμήδι φωτισμένο φάνταζε απόκοσμο, τα τείχη ζωντανά τέρατα
φύλακες της πόλης, το Μπούρτζι με μικρά ρομαντικά φώτα προκλητικό, όμορφο,
έτοιμο για ταξίδι. Πλησιάζοντας στη θάλασσα βλέπει μια ομάδα με κάτι ψηλούς
ναύτες, με ολόλευκες στολές και λευκά καπέλα, να γελούν, να φωνάζουν να
πειράζουν τις κοπέλες και να ρωτούν στη γλώσσα τους, πού θα βρουν να αγοράσουν
μπίρες. Ανάμεσα τους και δυο κατάμαυροι με κάτασπρα δόντια που την έκαναν να
τρομάξει. Είχε ακούσει και δει κάποιες φωτογραφίες, κυρίως από Αμερικανούς
στρατιώτες στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, όμως έτσι όπως τους είδε ξαφνικά
μπροστά της, σάστισε, τα έχασε. Δυο πολεμικά πλοία με τα φώτα τους να
καθρεφτίζονται στη θάλασσα, κόσμος, βουή, μουσικές να ακούγονται από την
παραλία και κάπου εκεί, μέσα στην παραζάλη που την είχε παρασύρει, συνειδητοποιούσε
ότι δεν υπήρχε περίπτωση να γυρίσει πίσω. Κανένα παρελθόν και ό,τι αυτό θα
μπορούσε να της προσφέρει δεν ήταν ικανό να την κάνει να επιστρέψει. Τίποτα και
κανένας.
Όλοι
ντυμένοι με τα καλά τους, γελαστοί, χαρούμενοι, συνωστίζονταν να βρουν να
καθίσουν στα καφενεία της παραλίας που αν και είχαν προσθέσει πολλές καρέκλες, δεν
φαίνονταν να ήταν αρκετές. Τραπέζι βέβαια και καρέκλες για τους Αρχοντόπουλους
και την παρέα τους είχε κρατηθεί από νωρίς, όπως και για τις υπηρέτριές τους.
Παρά
τον κακό καιρό για την εποχή και τη βροχή που έπεσε, κανείς δεν είχε διάθεση να
αποχωρήσει. Κάποια στιγμή άρχισαν να φτάνουν και όσοι είχαν πάει να
παρακολουθήσουν την εναρκτήρια παράσταση στην Επίδαυρο, την Ιφιγένεια εν
Ταύροις του Ευριπίδη και στην παραλία δημιουργήθηκε το αδιαχώρητο. Η μπάντα του
Λιμενικού παιάνιζε παραλλαγές από δημοφιλή τραγούδια της εποχής και όλοι
περίμεναν τα βεγγαλικά.
Τα
κορίτσια σηκώθηκαν και με την άδεια των αφεντικών τους ξεκίνησαν τη βόλτα στο
«νυφοπάζαρο». Φτάνοντας στο τέλος, στο πεζούλι με τα βράχια, αποφάσισαν να
συνεχίσουν μέχρι το φανάρι, να δουν από εκεί τα πυροτεχνήματα. Η καρδιά της
Γωγώς φτερούγιζε, γύριζε τα μάτια της δεξιά και αριστερά μήπως και τον δει.
Σε
μια στιγμή έσβησαν τα φώτα και σκοτάδι απλώθηκε παντού στην παραλία. Τα πρώτα
βεγγαλικά άρχισαν να ανεβαίνουν και να σκάνε με δυνατό κρότο, φωτίζοντας και
χρωματίζοντας τον ουρανό πάνω από το Μπούρτζι. Η Γωγώ φοβήθηκε λίγο, μα πόσο
της άρεσε. Τραβήχτηκε προς τα πίσω. Και άλλο, και άλλο, και άλλο πιο ψηλά, και
πιο χρωματιστό, και πιο μεγάλο, πράσινο, κόκκινο, ασημένιο και χρυσαφί, και
μπλε, και δυο τρία μαζί, και η φωνή του Άγγελου στο αυτί της, «Αρχόντισσα».
Ήταν
η στιγμή της ζωής της Γωγώς. Η δική της στιγμή, που κανείς δε θα μπορούσε ποτέ να
της την πάρει. Η στιγμή που δεν θα είχε σύγκριση με ό,τι θα της τύχαινε στο
μέλλον. Αυτό πέρασε φευγαλέα από το μυαλό της και αυτό ευχήθηκε.
Ένιωσε
το σώμα του κολλημένο πάνω της, αισθάνθηκε την ανάσα του, ονειρεύτηκε την
αγκαλιά του.
Γύρισε
λίγο το πρόσωπο της και τον κοίταξε, «Άγγελε μου σ’ αγαπώ».
Τα
βεγγαλικά συνέχιζαν να φωτίζουν τον ουρανό, ο κόσμος να τα υποδέχεται με
επιφωνήματα και κραυγές, η ομορφιά απλωνόταν παντού. Πόσο τυχεροί ήταν οι
άνθρωποι που είχαν την ευκαιρία να ζήσουν τέτοιες στιγμές; Τυχερή αισθανόταν και η Γωγώ που ζούσε αυτό το όνειρο.
Είχε
πει «Σ’ αγαπώ». Όταν τα φώτα έσβησαν, όταν γύρισαν στο σπίτι, όταν αποκαμωμένη
ξάπλωσε στο κρεβάτι της, ήταν η ώρα να σκεφτεί ξανά και ξανά τι είχε συμβεί εκείνο
το βράδυ. Είχε πει «σ’ αγαπώ» στον Άγγελο της που γι’ αυτόν ήταν η Αρχόντισσα
του. Αυτό ήταν το πιο σημαντικό, το πιο όμορφο από όλα.
Η
ατραξιόν μετά την Κυριακή, ήταν φυσικά τα Αμερικάνικα πολεμικά πλοία και οι
ναύτες, ιδιαίτερα οι μαύροι, αλλά και κάποιοι με σχιστά μάτια, που έκαναν τους
Ναυπλιώτες να βολτάρουν στο λιμάνι και να χαζεύουν. Οι προμηθευτές μπίρας στα
μαγαζιά της παραλίας δεν προλάβαιναν να ξεφορτώνουν καφάσια. Δεν υπήρχε ναύτης
που να μην κρατούσε ένα και δυο μπουκάλια μπύρας στα χέρια του. Κάθε τόσο
φόρτωναν μια λάντζα με μεθυσμένους, κάτι θεόρατοι ναύτες με περιβραχιόνια και
κλομπς και τους έστελναν πίσω στα πλοία.
Τα
πλοία έμειναν στο Ναύπλιο μέχρι την Πέμπτη 19 Ιουνίου 1958.
Για
τη Γωγώ η καθημερινή πρωινή έξοδος στην αγορά είχε γίνει η ευκαιρία της να
βλέπει τον Άγγελο. Αν και τις περισσότερες φορές επικοινωνούσαν με μισόλογα,
χαμόγελα, ματιές, ακόμα και άφωνες εκφράσεις, διατηρούσαν την επαφή τους που
την έσπρωχνε η λαχτάρα να βλέπονται όσο το δυνατόν περισσότερο. Καθώς όμως
περνούσε ο καιρός αυτό πια δεν τους έφτανε. Τα βράδια που η Γωγώ με την κυρία
της πήγαιναν στην παραλία, εύρισκαν κάποιες στιγμές να συναντηθούν για λίγο,
στα κλεφτά. Η Γωγώ ξεμάκραινε από τις άλλες υπηρέτριες στη βόλτα και εκεί στα
σκοτεινά προς το φανάρι, αντάλλασσαν μερικές κουβέντες και χάδια, περισσότερο
αγγίγματα. Μόνο που έτσι η λαχτάρα τους μεγάλωνε.
……………………………………………………………
Καταραμένη
Πέμπτη. Έντεκα το πρωί, η Γωγώ με την κυρία της γυρίζουν από την αγορά με τα
ψώνια στα χέρια όταν ακούγεται ένας τρομερός κρότος από την παραλία.
«Τι
ήταν αυτό, κυρία; Βόμβα έσκασε;» ρώτησε η Γωγώ.
«Δεν
ξέρω, πάμε πάνω να αφήσουμε τα ψώνια» η απάντηση της κυρίας.
Ανέβηκαν,
τακτοποίησαν τα ψώνια στη θέση τους μα η Γωγώ είχε περιέργεια να μάθει τι είχε
συμβεί. Η κυρία Θεοδώρα βλέποντας την να μην ησυχάζει την άφησε να κατέβει για
λίγο να πάει να δει. Μπροστά στο Άγιο Νικόλα, σταματάει δυο πιτσιρικάδες που
έρχονταν τρέχοντας από την παραλία.
«Τι
έγινε, παιδιά;»
«Έσκασε
μια χειροβομβίδα που ψαρέψανε στη θάλασσα».
«Τι
χειροβομβίδα; Ποιοι;»
«Από
τον πόλεμο, δυο μαθητές του γυμνασίου, έσκασε στα χέρια τους, γεμίσανε αίματα,
γίνανε κομμάτια, τους πάνε στο νοσοκομείο».
Τόσα
χρόνια μετά, δυο νέα παιδιά να λαβώνονται από το μίσος, τον παραλογισμό, να
μένουν ανάπηρα για όλη τους τη ζωή. Μπήκε στην εκκλησία, άναψε δυο κεριά, ένα
για το καθένα και προσευχήθηκε.
Όλοι
στην παραλία, μέχρι αργά τη νύχτα, συζητούσαν για το γεγονός. Ο καθένας, λες
και είχε σημασία, έλεγε τη θεωρία του για το πώς βρέθηκε η χειροβομβίδα, τι
τύπος ήταν, συμμαχική ή γερμανική, από πότε ήταν στο σημείο που βρέθηκε και γιατί
έσκασε και αν μπορούσε να μη σκάσει. Το μόνο σίγουρο ήταν η θέση αφού υπήρχαν
τα σημάδια και αίμα από την έκρηξη. Ήταν εκεί ακριβώς που στρίβει το «νυφοπάζαρο»
για το φανάρι. Εκεί στη γωνία, που τα νερά είναι σχετικά ρηχά. Στην καταραμένη
γωνία που το παιχνίδι, έγινε εφιάλτης ζωής για δυο νέους Ναυπλιώτες…
………………………………………………
Την
επομένη, την Παρασκευή, η κυρία Θεοδώρα πήγε με τη Γωγώ να της αγοράσει ρολόι.
Στο Μεγάλο Δρόμο υπήρχαν τρία χρυσοχοΐα-ωρολογοποιία με βιτρίνες γεμάτες ρολόγια
και κοσμήματα. Μπήκαν σε ένα από τα τρία και διάλεξαν ένα που άρεσε πιο πολύ
στην κυρία Θεοδώρα και επέστρεψαν στο σπίτι. Σε όλη τη διαδρομή καμάρωνε η Γωγώ
και έριχνε κλεφτές ματιές στο χέρι της και στο νέο της απόκτημα. «Από δω και
πέρα δε θα έχεις δικαιολογία ότι δεν ήξερες την ώρα, εντάξει Γωγώ;» η αυστηρή
παρατήρηση της κυρίας Θεοδώρας, μάθημα ότι τέτοια χαρίσματα έχουν και
αντάλλαγμα.
Το
βράδυ οι Αρχοντόπουλοι βγήκαν ο καθένας μόνος του. Τον Αρχοντόπουλο πέρασε και
τον πήρε ο κύριος Καλλίνικος -το όνομά του ήταν τελικά και το επίθετό του
Βυζάντιος. Έφυγαν οι δυο τους μέσα στην καλή χαρά. Φαίνεται η δουλειά που
σχεδίαζαν είχα πάει όπως υπολόγιζαν, γι’ αυτό και ο κύριος ήταν τις τελευταίες
ημέρες ευδιάθετος και όχι μουρτζούφλης όπως συνήθως. Η κυρία Θεοδώρα θα πήγαινε
για χαρτί στο σπίτι της Μέμας Φραγκούδη του εργοστασιάρχη. Η Γωγώ έμεινε μόνη.
Ήταν ευκαιρία να μάθει από την εγκυκλοπαίδεια για την Ιφιγένεια εν Ταύροις, την
τραγωδία του Ευριπίδη που παίχτηκε στην Επίδαυρο την περασμένη Κυριακή. Διάβασε
για την ιστορία και κάποια αποσπάσματα. Άλλα καταλάβαινε, άλλα όχι.
Εκεί
που στάθηκε, εκεί που συγκινήθηκε, ήταν στο θρήνο της Ιφιγένειας:
Ξένη
τώρα στ’ άξενα του Πόντου τ’ αγριόμερα χωρίς πατρίδα, απάντρευτη χωρίς παιδιά
και φίλους απ’ όλους ξεχασμένη! Ούτε την Ήρα τραγουδώ ούτε της Αθηνάς και των
Τιτάνων τις μορφές στον αργαλειό υφαίνω! Τώρα την αιματόλουστη την όλο κλάματα
σφαγή των ξένων ευλογώ που μαύρο δάκρυ χύνουνε σαν τους φορώ στεφάνια. Αχ!
Ορέστη μου που βρέφος τότε σ’ άφησα στο βυζί της μάνας τρυφερό βλαστάρι που
ήταν να γίνεις βασιλιάς στο Άργος για σένα κλαίω.
Η
εξωτερική πόρτα του σπιτιού που άνοιξε και έκλεισε βίαια διέκοψε τη Γωγώ από το
ταξίδι της και επέστρεψε απότομα στην πραγματικότητα. Η κυρία Θεοδώρα βρίζοντας
και χτυπώντας ό,τι έβρισκε μπροστά της ανέβηκε τις σκάλες και κατευθύνθηκε στο
σαλόνι. «Γωγώ, πού είσαι; Έλα εδώ! Στο διάολο οι σκρόφες».
Η
Γωγώ έβαλε την εγκυκλοπαίδεια στη θέση της στη βιβλιοθήκη και τρέχοντας βρέθηκε
στο σαλόνι, μπροστά στην κυρία της. «Αυτή η κοκαλιάρα, η αχώνευτη, η καταφερτζού,
μας μάδησε πάλι. Κάτι κάνει, δεν μπορεί όλο να μας κερδίζει, μας κλέβει και της
κάνει πλάτες και η άλλη η θεούσα Παρθενόπη, έχουν κάνει δίδυμο και στήνουν τις
παρτίδες».
«Ποιες,
καλέ κυρία;» πρόλαβε να πει η Γωγώ, που δε χρειαζόταν γιατί η κυρία Θεοδώρα
είχε πάρει φόρα για τα καλά. «Αυτή που μου κάνει και τη φίλη, η Αρετή του
Χριστιανόπουλου, του εμπόρου ο θεός να τον κάνει, αυτή που δεν υπάρχει
αξιωματικός στο ΚΕΜ που να μην έχει πάει μαζί του. Άσε τους άνδρες των
φιλενάδων της! Και η άλλη, η Κασσιανή, που έφερε και το εξώγαμο του άντρα της
στο σπίτι της και ζουν όλοι μαζί».
Η
Γωγώ τα έχασε με το ξέσπασμα της κυρίας της. «Καλέ κυρία, ηρεμήστε, αύριο
μπορεί να κερδίσετε εσείς. Μη λέτε τέτοια πράγματα για τις φίλες σας». «Ακούς
τι σου λέω! Εγώ δεν είμαι από δω, δεν τους έχω ανάγκη. Πολύ που με νοιάζουν τα
τζάκια τους και οι ξιπασμένοι τρόποι τους. Όλα ψεύτικα, υποκρισίες, όλα για να
βλέπουν οι άλλοι. Σαπίλα. Κλέβουν, παρανομούν, ατιμάζουν όποιον έχει την ανάγκη
τους, πουλούν ανωτερότητα στους ανθρώπους που προσπαθούν να κάνουν καλύτερη τη
ζωή τους και να τους μοιάσουν οι φουκαράδες. Υπάρχουν και λίγοι αξιοπρεπείς,
μόνο που αυτοί κουμπωμένοι φυλάγονται, αυτοί ξέρουν καλύτερα από ποιους να
φυλάγονται».
Η
Γωγώ έφτιαξε και πήγε ένα χαμομήλι στην κυρία της, που ξαπλωμένη στον καναπέ
του σαλονιού κάπνιζε το τσιγάρο της με τη μεγάλη της πίπα. Είχε πετάξει
παπούτσια και ρούχα στο πάτωμα. Η Γωγώ της έφερε τη νυχτικιά της. Τη βοήθησε να
τη φορέσει, μάζεψε και τα πεταμένα πράγματα της και μετά από λίγο, αφού κάπως
ηρέμησε, την πήγε μέχρι το κρεβάτι της. Γεμάτη απορίες και με το μυαλό της να
προσπαθεί να συναρμολογήσει όσα έγιναν και τούτη την ημέρα, έπεσε για ύπνο.
Κεφάλαιο 4
Η ταύτιση…
Σάββατο
πρωί 21 Ιουνίου η Γωγώ βλέπει τον Άγγελο στην αγορά. Ανταλλάσσουν λίγες κουβέντες
συνθηματικά και δίνουν ραντεβού την Κυριακή το βράδυ στο φανάρι. Στην Επίδαυρο
παίζεται το έργο Ιφιγένεια εν Αυλίδι του Ευριπίδη και οι Αρχοντόπουλοι με τη
Γωγώ βγαίνουν για την καθιερωμένη βραδινή έξοδο στην παραλία. Το καλοκαιρινό
σινεμά «Τριανόν» προβάλει την Ελληνική ταινία «Λατέρνα φτώχεια και γαρύφαλλο»
και η Γωγώ με δυο άλλες υπηρέτριες παίρνουν άδεια και πηγαίνουν να τη δουν. Η
Γωγώ αισθάνεται τόσο όμορφα, στο χωριό της μόνο καραγκιόζη είχε παρακολουθήσει.
Εδώ στο πανί, υπάρχουν εικόνες από την πραγματική ή φανταστική ζωή. Γελά με την
ψυχή της, το ευχαριστιέται, ευγνωμονεί την τύχη της. Όλο και περισσότερο υποτάσσεται
στη σαγήνη της νέας της ζωής.
Κυριακή
22 Ιουνίου και στην Επίδαυρο επαναλαμβάνεται η παράσταση Ιφιγένεια εν Ταύροις.
Το σκηνικό της προηγούμενης Κυριακής ξαναστήνεται στο Ναύπλιο. Φώτα παντού και
κόσμος, φωτισμένο το Παλαμήδι και το Μπούρτζι. Αρχίζει και η Ναυτική Εβδομάδα,
μουσικές και βεγγαλικά αργά το βράδυ δίνουν το γιορταστικό χρώμα μιας εποχής
γεμάτης ελπίδα, που ζητά γρήγορα να περάσει στο καλύτερο μέλλον που όλοι
ονειρεύονται. Ακόμα και οι άνθρωποι του μόχθου, αυτοί που πασχίζουν ολημερίς
για το μεροκάματο, όσοι χωρίς καμιά βοήθεια παλεύουν να σταθούν όρθιοι, όλοι,
μα όλοι, χαίρονται, αισιοδοξούν για το αύριο. Απολαμβάνουν λίγες στιγμές
ευτυχίας.
Η
ευκαιρία και της Γωγώς να συναντήσει τον Άγγελό της. Η αγωνία της καθώς πλησίαζε
η ώρα, όλο και μεγάλωνε. Πήραν τη σχετική άδεια να πάνε τη βόλτα τους όλες οι
υπηρέτριες μαζί, αλλά αυτή τη φορά πριν φτάσουν στο πεζούλι χωρίστηκαν. Ήθελε
και η Γωγώ, ήθελαν και οι άλλες να πάνε κάπου μόνες τους για τους δικούς της
λόγους η κάθε μια. Έδωσαν ραντεβού το πολύ σε μία ώρα στο ίδιο σημείο. Η Γωγώ
κοντοστάθηκε για λίγο και πριν ξεκινήσει να πάει δεξιά προς το φανάρι, όπως
είχαν συνεννοηθεί, είδε τον Άγγελο να της γνέφει να τον ακολουθήσει από την
άλλη μεριά.
Προσεκτικά
ο Άγγελος μπροστά, πίσω χωρίς να κοιτά δεξιά και αριστερά, η Γωγώ. Προχώρησαν
προς τη «Γλώσσα» που ήταν σκοτεινά και είχε λίγο κόσμο. Κάποια στιγμή ο Άγγελος
σταμάτησε και η Γωγώ πλησίασε. Είχαν σταθεί σε ένα μέρος που κανείς δε θα τους
πρόσεχε. Ο Άγγελος, πάντα χαμογελαστός, την έπιασε από τα χέρια, πλησίασε το
πρόσωπό του στο δικό της και της είπε ζεστά, «Είσαι η αρχόντισσα μου, δε θα το
ξεχάσεις ποτέ, είσαι η αλήθεια της ζωής μου, είσαι αυτό που ονειρευόμουνα κάθε
μέρα. Σου δίνω όρκο, παντοτινό όρκο, θα ζω μόνο για σένα, εσύ είσαι το άστρο
μου, εσύ θα οδηγείς τη ζωή μου από δω και πέρα… Σ’ αγαπώ…»
Η
Γωγώ δεν ήξερε πώς να αντιδράσει, τέτοιο κατακλυσμό συναισθημάτων πώς να τον
αντέξει. Πώς να αντιμετωπίσει όσα της έλεγε ο Άγγελος. «Δεν ξέρω αν αξίζω αυτά
που μου λες. Τα έχω χαμένα. Τόσα λόγια, τόση αγάπη για μένα…»
«Τα
αξίζεις και αξίζεις και περισσότερα που τώρα δεν μπορώ να σου προσφέρω. Σου
υπόσχομαι, όμως, πως θα στα προσφέρω, σύντομα. Όσο πιο σύντομα μπορώ. Αν είχα
ένα λόγο να φτάσω κάπου για μένα, τώρα έχω και έναν ακόμα παραπάνω.
Καταλαβαίνεις τι μου συμβαίνει;»
Η
Γωγώ χαμένη, μεθυσμένη, συνεπαρμένη σε μια δίνη που ούτε μπορούσε να φανταστεί,
πόσο μάλλον να προσδιορίσει με τη λογική.
Λίγα
χάδια, κάποια φευγαλέα φιλιά στο μάγουλο και η ώρα πέρασε. Επέστρεψε στον τόπο
του ραντεβού όπου οι άλλες κοπέλες ήταν ήδη εκεί. Γύρισαν αργά στο σπίτι. Άλλος
ένας ύπνος πλημμυρισμένος με γεγονότα και αισθήματα που δε θα προλάβαινε η Γωγώ
να τα βάλει σε μια σειρά.
Από
εκείνο το βράδυ και μετά, η ζωή της Γωγώς μπήκε στη ρότα της συνύπαρξης με τη
ζωή του Άγγελου. Της ταύτισης της ζωής της με τη ζωή του Άγγελου. Δεν την
ένοιαζε, δεν ήξερε τι σήμαινε αυτό, τι επιπτώσεις μπορεί να είχε η δύναμη αυτής
της ένωσης, πίστευε μόνο ότι θα ήταν το μέσο που θα την οδηγούσε στην απόλυτη
ευτυχία, που από την αρχή του ταξιδιού της αποζητούσε.
Η
επόμενη βδομάδα είχε πολλές δουλειές και πολύ κούραση για τη Γωγώ. Παρ’ όλα
αυτά, πήγε δυο φορές για μπάνιο στη «Γλώσσα» με την κυρία της και είδε στο «Τριανόν»
το «Αποχαιρετισμός στα όπλα», τη μεταφορά στη μεγάλη οθόνη του αριστουργήματος
του Χέμινγουεϊ. Μια ιστορία παθιασμένης αγάπης, που γεννιέται μέσα στην τρέλα
και τη φρίκη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η Γωγώ πλέον είχε μπει σε άλλα
μονοπάτια γνώσης και ερεθισμάτων. Ένα μόλις μήνα μετά τη φυγή της από το
Βουργαρέλι. Οι μέρες της περνούν τόσο γρήγορα, είναι τόσο γεμάτες. Πρέπει να
κάνει μέσα σε λίγο χρόνο τόσα πολλά και έχει και τόσα πολλά που πρέπει συνεχώς
να σκέφτεται.
Ο
Άγγελος το καταλαβαίνει βλέποντας την προβληματισμένη. Στις σύντομες
συναντήσεις τους, με τον ήρεμο και γελαστό του τρόπο, τη βοηθά να ξεδιαλύνει
όσα μπλεγμένα την ταλαιπωρούν. Της λέει να ενδιαφέρεται για την ουσία
περισσότερο και όχι τη φιγούρα, αυτό που κάθεται πάνω στα πράγματα και τους
αλλάζει μορφή. Της εξηγεί γιατί δεν πρέπει να ενθουσιάζεται και να
εντυπωσιάζεται με αυτό που φαίνεται, αλλά να κοιτάζει και μέσα σε αυτό που δε
φαίνεται ή το κρύβουν. Να χαίρεται, αλλά να μην παραδίνεται, να μην παρασύρεται
χωρίς πρώτα να σκεφτεί τι είναι αυτό που την κάνει να χαίρεται.
Έρχεται
η Κυριακή το βράδυ οπότε και κορυφώνονται οι εκδηλώσεις γιορτασμού της Ναυτικής
Εβδομάδας, την ώρα που στην Επίδαυρο παίζονται οι Θεσμοφοριάζουσες του
Αριστοφάνη. Πολύς κόσμος είχε κατακλύσει την παραλία του Ναυπλίου από νωρίς.
Πολλοί επισκέπτες από τις γύρω περιοχές και πολλοί τουρίστες. Όταν μάλιστα
έφτασαν και όσοι πήγαν να παρακολουθήσουν την παράσταση στην Επίδαυρο δεν
μπορούσες να περπατήσεις στο «νυφοπάζαρο». Η μπάντα του Δήμου παιάνιζε στη μέση
των καφενείων περικυκλωμένη από δεκάδες τραπέζια και εκατοντάδες καθίσματα
γεμάτα κόσμο, ενώ οι περισσότεροι, που δεν έβρισκαν που να καθίσουν, στέκονταν
όρθιοι και χαίρονταν την πανδαισία της μουσικής.
Ό,τι
καλύτερο για τη Γωγώ, μέσα σε τόση φασαρία, πολυκοσμία και διάθεση χαράς, ήταν
εύκολο να ξεγλιστρήσει με τον Άγγελό της και να μην την προσέξει κανείς. Τα «Πέντε
αδέλφια» ήταν ένα πλάτωμα κάτω από την Ακροναυπλία και πάνω από τη «Γλώσσα».
Εκεί υπήρχαν πέντε παλιά κανόνια, γι’ αυτό και το όνομα, που προστάτευαν το
Ναύπλιο από τα εχθρικά καράβια που θα προσπαθούσαν να το προσεγγίσουν από τη νοτιοδυτική
πλευρά της θάλασσας. Ένα μάλλον πρόχειρο τείχος και τα πέντε κανόνια
αποτελούσαν μια ακόμη ασπίδα από τις πολλές της πόλης. Δεξιά λοιπόν στο δρόμο
που ανέβαινε για τον Ψαρομαχαλά, ένα μονοπατάκι οδηγούσε σε ένα μικρό ξέφωτο με
πυκνή βλάστηση γύρω, που το έκαναν αόρατο ακόμη και σε κάποιον που το πλησίαζε
πολύ κοντά. Λίγοι περίεργοι και λιγότεροι που αναζητούσαν μια πρόχειρη ερωτική
φωλιά πήγαιναν εκεί. Αυτό το ξέφωτο, μέσα στα πεύκα, έγινε ο τόπος που ο έρωτας
του Άγγελου και της Γωγώς θα έβρισκε καταφύγιο, το μέρος που θα χτίζονταν τα
όνειρα της κοινής τους ζωής και θα ερχόταν η ερωτική τους ολοκλήρωση.
Αυτή
δεν ήρθε αμέσως, κανείς από τους δυο δεν ήθελε να βιαστεί. Προτιμούσαν να
προχωρούν αργά, να απολαμβάνουν την κάθε στιγμή και από λίγο, σαν να ήθελαν να
κρατήσει η μυσταγωγία όσο γίνεται περισσότερο. Σαν να δοκίμαζαν τα όρια μεταξύ έλξης,
ηδονής και συναισθήματος.
Συνειδητά
ή ασυνείδητα, αυτό το παιχνίδι έπαιζαν. Το πιο όμορφο παιχνίδι που προσφέρει η
ζωή στους ερωτευμένους.
Εκεί
πήγε ο Άγγελος τη Γωγώ, μακριά από τη φασαρία, τις φωνές, τη μουσική, τον
κόσμο. Καθιστοί στην αρχή, πάνω στο στρώμα από τις πευκοβελόνες, δεν άργησαν να
ξαπλώσουν καθώς η κουβέντα και τα χάδια τους γίνονταν πιο παθιασμένα. Η Γωγώ
ένιωσε το βάρος του Άγγελου πάνω της, την ανάσα του τόσο κοντά στο πρόσωπο της.
Ένιωσε το χάδι του στο μηρό της και το φιλί του στο λαιμό της. Τα βεγγαλικά
έδωσαν τέλος στο μικρό ερωτικό τους ταξίδι. Σηκώθηκαν, γέλασαν, ανανέωσαν την
αγάπη τους μέχρι το επόμενο ραντεβού τους, και χώρισαν.
Η
Γωγώ είχε ησυχάσει από τον Αρχοντόπουλο, αν και δεν πίστευε μέσα της ότι είχε
τελειώσει μαζί του. Ένας κυρίαρχος στην πόλη θα παρέδιδε τόσο εύκολα τα όπλα σε
ένα δουλικό; Προσπαθούσε να μην το σκέφτεται, το μυαλό της, άλλωστε, το είχε
πάρει ο Άγγελος. Η κυρία Θεοδώρα, όταν δεν πήγαιναν βόλτα στην παραλία, έπαιζε
χαρτιά και η Γωγώ όλο και γνωριζόταν καλύτερα με τις φίλες υπηρέτριες και
αποκτούσε την εμπιστοσύνη τους. Αυτή με την οποία η Γωγώ αισθανόταν πιο κοντά
και επεδίωκε να κάνουν παρέα, ήταν η Ρηνιώ, υπηρέτρια σε δυο αδελφές γεροντοκόρες,
που αν και στιγματισμένες από την κοινωνία, ήταν και αξιοπρεπείς και πολύ
φιλελεύθερες, με χιούμορ και προοδευτικές ιδέες.
Πέμπτη
βράδυ πάλι, οι γνωστοί δυο επισκέπτες του Αρχοντόπουλου ξαναέρχονται στο σπίτι.
Ο Καλλίνικος και ο «χωριάτης». Το ίδιο κέρασμα και παρόμοιες κουβέντες. Υπάρχει
και κάτι άλλο στο οικόπεδο μεγάλης αξίας και πρέπει να το «σηκώσουν». Αυτό
είναι το συμπέρασμα που βγάζει η Γωγώ, οι λεπτομέρειες δεν τη νοιάζουν πια.
Τους περιποιείται, τους σερβίρει, μέχρι που έρχεται η κυρία Θεοδώρα και
αναλαμβάνει αυτή να συνεχίσει τη φιλοξενία.
Την
επομένη το πρωί, εκεί που τάχα κοιτάζει τα ψάρια, με μοναδικό στόχο να μιλήσει
λίγο με τον Άγγελο, τον ακούει να της λέει, δήθεν αδιάφορα, πως πρέπει να είναι
πιο προσεκτικοί γιατί δεν αργούν να βγουν φήμες πως συναντιούνται κρυφά. Της
κόβεται η φόρα της Γωγώς γιατί είναι γεγονός πως είχε αρχίσει να μην προσέχει
καθόλου. Του δίνει υπόσχεση ότι θα προσέχει και του στέλνει ένα σιωπηλό φιλί με
τα χείλη. Το βράδυ πήγε σινεμά με τη Ρηνιώ και τη Φώτω. Ένα κινηματογραφικό
έργο που πραγματικά ξετρελαίνει τη Γωγώ. «Ο άνθρωπος του τραίνου» γυρισμένο στο
Ναύπλιο. Βλέπει τις τοποθεσίες που έχει γυριστεί η ταινία να είναι τα μέρη που
ζει και η ίδια. Δυσκολεύεται να συλλάβει το μεγαλείο αυτής της τέχνης. Το
Μπούρτζι ξενοδοχείο, ο «Αμφιτρύων», η παραλία, η Επίδαυρος, η πόλη του Ναυπλίου
ζωντανά στο πανί. Διάσημοι ηθοποιοί, Συνοδινού, Παππάς, Νικολινάκος, μυθικές
προσωπικότητες, απλησίαστες, στη φαντασία μόνο της Γωγώς, να κυκλοφορούν στους
χώρους που αυτή περπατά κάθε μέρα.
Σαββατοκύριακο
5 και 6 Ιουλίου και στην Επίδαυρο παίζονται ο Οιδίποδας επί Κολωνώ του Σοφοκλή
και η Μήδεια του Ευριπίδη. Το εορταστικό διήμερο, για μια ακόμη φορά, έχει σαν
επίκεντρο την παραλία του Ναυπλίου. Εκεί συγκεντρώνεται ο κόσμος, εκεί φτάνουν
μετά το θέατρο όσοι παρακολούθησαν τις παραστάσεις, εκεί στήνεται η μουσική
πανδαισία της φιλαρμονικής, εκεί και τα φώτα και η διάθεση όλων να περάσουν
λίγες ξέγνοιαστες ώρες. Εκεί και η ευκαιρία της Γωγώς να συναντήσει τον Άγγελο της.
Μέσα στην πολυκοσμία κινείται άνετα και με προσοχή ακολουθεί τον Άγγελο στο
γνωστό της πλέον προορισμό στα «Πέντε αδέλφια». Μπροστά και σε κάποια απόσταση
ο Άγγελος, για να δει μήπως κάποιος άλλος είχε ήδη πάει στην κρυψώνα τους και
να της κάνει νόημα να μην προχωρήσει. Την κρυψώνα τους την προτιμούσαν φαίνεται
κάποιοι που πήγαιναν εκεί τις καθημερινές γιατί μέχρι τότε, τα Σαββατοκύριακα,
ήταν πάντα ελεύθερη.
Λόγια
του έρωτα, χάδια, φιλιά, όλο και πιο προχωρημένα στο ξεκίνημα και στο τέλος της
συνάντησης, στο ενδιάμεσο, κουβέντες, απόψεις, όνειρα, αποκαλύψεις για τη ζωή
τους, τους συγγενείς, ό,τι μπορούσε να ενδιαφέρει τον ένα ή τον άλλο.
Εκεί
όπως ήταν ξαπλωμένοι και ο Άγγελος της χάιδευε απαλά το στήθος, η Γωγώ
ανασηκώθηκε, «Άκουσες κάτι φωνές από πάνω;»
«Ναι,
είναι από τη φυλακή, το Ιτς Καλέ, την Ακροναυπλία. Έχει μέσα κρατούμενους για
εγκλήματα αλλά και πολιτικούς κρατούμενους, φυλακισμένους για τις ιδέες τους».
«Δηλαδή
όσοι βρίσκονται εκεί μέσα δεν είναι όλοι κακούργοι; Εγκληματίες;» ρώτησε η
Γωγώ;
Ο
Άγγελος χαμογέλασε, «Όχι, βέβαια, Γωγώ μου. Υπάρχουν και οι κακούργοι που λες,
μα υπάρχουν και πολλοί φυλακισμένοι γιατί πιστεύουν σε έναν κόσμο διαφορετικό,
σε άλλες αξίες και προτεραιότητες για τη ζωή».
«Μα
αν δεν έχουν κάνει κάτι κακό πώς μπορεί να βρίσκονται στη φυλακή;» επέμεινε η
Γωγώ.
«Οι
ιδέες, Γωγώ μου, είναι πιο επικίνδυνες από όσα κατασκευάζουν οι άνθρωποι,
υποτίθεται για να προστατέψουν, μα στην ουσία για να καταπατούν, τη δημοκρατία
και την ελευθερία. Γι' αυτό και τις φυλακίζουν».
«Συχώρα
με, Άγγελε μου, μα δεν τα καταλαβαίνω εγώ αυτά» το συμπέρασμα της απορημένης
Γωγώς. «Ρώτησα από την αρχή που ήρθα και είδα το παλιό μεγάλο κτήριο πάνω από
την πόλη, τι είναι εκεί και μου είπαν απλά φυλακές και νόμισα ότι θα έχουν μέσα
κακούργους, που να φανταστώ ότι έχει και άλλους φυλακισμένους, για τις ιδέες
τους όπως μου λες».
«Άκουσέ
με, κορίτσι μου, θα σου πω ένα παράδειγμα και θα καταλάβεις. Ο πατέρας μου στην
κατοχή, βγήκε στο αντάρτικο να πολεμήσει τον κατακτητή. Δεν άντεχε τη μπότα του
Ναζισμού. Μετά την απελευθέρωση, διάλεξε το στρατόπεδο που ήθελε μια Ελλάδα
ελεύθερη, χωρίς αφεντικά, μια πατρίδα που θα πρόσεχε και θα προστάτευε τα
παιδιά της, δίκαιη για όλους.
»
Αυτό πίστευε και αυτό υπηρέτησε. Τα παιχνίδια εξουσίας δεν τον ενδιέφεραν,
έκανε το καλύτερο για την οικογένεια του και τον τόπο του. Βρέθηκε
παγιδευμένος, μα όπως οι περισσότεροι ιδεολόγοι πατριώτες, προτίμησε την
προσωπική ταλαιπωρία και εξουθένωση από την υποταγή και την ταπείνωση. Γι’
αυτόν δεν υπήρχε δίλημμα.
»
Ο πατέρας λοιπόν, μετά τον Εμφύλιο, πέρασε τη ζωή του στα ξερονήσια, πρώτα στη
Μακρόνησο και μετά που αυτή έκλεισε το 1950, τον πήγαν στον Αη Στράτη. Τον
άφησαν ελεύθερο και επέστρεψε στο Ναύπλιο το 1955, πριν τρία χρόνια.
»
Όλη του η περιουσία ήταν μια βάρκα, κληρονομιά ενός μπάρμπα του. Μ' αυτήν
ψάρευε και πότε πότε έβγαζε κάτι σαν μεροκάματο. Η μάνα μου ξενοδούλευε σε
σπίτια και έτσι ζούσαμε. Φτωχικά και στερημένα σε ένα μικρό σπιτάκι, εδώ πιο
πάνω, στον Ψαρομαχαλά».
«Δηλαδή
ο πατέρας σου ήταν συμμορίτης;» η απορία της Γωγώς.
Χαμογέλασε
ξανά ο Άγγελος. «Αυτός που κερδίζει, ονομάζει αυτόν που χάνει όπως θέλει, αλλά
σε έναν εμφύλιο πόλεμο κανείς δεν κερδίζει. Όταν αδέλφια, φίλοι, συγγενείς
έρχονται αντιμέτωποι και σκοτώνουν ο ένας τον άλλο, όταν το μίσος και το τυφλό
πάθος ξεπερνούν την αιτία και την αφορμή για τον αλληλοσπαραγμό, όταν τα
ανθρώπινα βάρβαρα ένστικτα επικρατούν της λογικής, τότε το ποιος αποκαλείται
συμμορίτης, προδότης, δωσίλογος, έρχεται μετά. Το θέμα είναι να μη φτάσουμε
εκεί. Δε συγχωρούμε βέβαια αυτούς που συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς και
πρόδωσαν την πατρίδα τους. Καλοί και κακοί υπάρχουν σε κάθε πλευρά, αυτό μου το
είπε ο πατέρας, όπως και το ότι να μην αισθάνομαι μίσος για τον αντίπαλο. Να
τον σέβομαι. Να τον πολεμώ για τους δικούς μου λόγους, μα και αυτός έχει τους
δικούς του λόγους να πολεμά. Ακόμα και τους λάθος».
Τα
έλεγε τόσο όμορφα ο Άγγελος που μόνο όταν πήρε ανάσα τον διέκοψε…
«Ξέρεις
Άγγελε, το χωριό μου το Βουργαρέλι το έκαψαν οι Γερμανοί, στην κατοχή εκεί
κρύβονταν πολλοί αντάρτες, το έκανε καταφύγιο ο Ζέρβας και από κει καθοδηγούσε τις
ομάδες του σε όλα τα Τζουμέρκα. Μάλιστα τη μέρα που έβαλαν φωτιά οι Γερμανοί, γεννήθηκε
η μικρή αδελφή μου η Νικολίτσα και πέθανε στη γέννα η μάνα μου. Μετά που έφυγαν
οι Γερμανοί, στον εμφύλιο που λες εσύ, εμείς συμμοριτοπόλεμο τον μάθαμε, πέρασαν
κάμποσα χρόνια να ηρεμήσουν τα πράγματα στο χωριό, αλλά ήμουν πολύ μικρή και λίγο
τα θυμάμαι, τα περισσότερα τα έμαθα από κουβέντες των πιο μεγάλων. Μετά,
μεγαλώνοντας κι εγώ, απέφευγα, στεναχωριόμουν, δεν ήθελα να μιλάω πολύ γι’ αυτά,
ίσως και γιατί ο πατέρας μου θύμωνε και μόνο που άκουγε τη λέξη κομμουνιστής ή
αντάρτης, τους έβριζε προδότες όλη την ημέρα».
Αιφνιδιάστηκε
ο Άγγελος, που να περιμένει ότι το κορίτσι που είχε στην αγκαλιά του θα έκρυβε τέτοιο
παρελθόν; Παιχνίδια που παίζει η ζωή και τι σταυρό κουβαλά ο καθένας, που δεν
τον ξέρει ο άλλος…
Χαμογέλασαν
και οι δυο αμήχανα, «Που να φανταστώ κορίτσι μου από πού μας ήρθες; Σαν
παραμύθι μοιάζει, μόνο που δεν είναι… Η μοίρα μας φρόντισε να συναντηθούμε. Θα
‘χουμε τον καιρό να πούμε πολύ περισσότερα γι’ αυτά».
Το
ίδιο ένοιωσε και η Γωγώ, να ζει μέσα στο παραμύθι που σκάρωσε γι’ αυτήν και τον
Άγγελο η μοίρα…
Το
Τριήμερο 11 με 13 Ιουλίου, Παρασκευή έως Κυριακή έρχονται στο Ναύπλιο τα
πολεμικά πλοία «Αετός» και «Λέων», στην Επίδαυρο παίζεται το Σάββατο Οιδίπους
Τύραννος του Σοφοκλή και την Κυριακή ξανά Οιδίπους επί Κολωνώ επίσης του
Σοφοκλή. Με αυτό το έργο θα τέλειωναν πανηγυρικά τα Επιδαύρια του 1958.
Διπλή
ευκαιρία για τον Άγγελο και τη Γωγώ να χαρούν τον έρωτά τους το Σαββατοκύριακο. Η
ένωση τους μάλιστα ολοκληρώθηκε την ώρα που άρχισαν να ανεβαίνουν στον ουρανό
τα πρώτα βεγγαλικά το βράδυ της Κυριακής.
Μάλωσαν
τη Γωγώ γιατί άργησε, αλλά σιγά που την ένοιαζε. Είπε μια συγγνώμη και άκουσε
τον εξάψαλμο της κυρίας Θεοδώρας μέχρι να φτάσουν στο σπίτι. Μικρό το κακό
μπροστά στο μεγάλο καλό που ένιωθε μέσα της η Γωγώ.
Με
τη λήξη των Επιδαυρίων, τέλειωσαν και οι συνεχείς εκδηλώσεις στο Ναύπλιο.
Περιορίστηκαν στις Κυριακάτικες μουσικές βραδιές στην παραλία με τη μπάντα του
Δήμου. Ο κόσμος, όμως, καθημερινά γέμιζε την παραλία, αναζητώντας λίγη δροσιά
αλλά και να ξεφύγει από την κούραση της ημέρας. Τα μπάνια συνεχίστηκαν κανονικά
και λόγω καλοκαιριού που ο Αρχοντόπουλος δεν είχε δουλειές στο δικαστήριο, κάθε
τόσο υπήρχε και μια μικρή εξόρμηση στα γύρω παραθαλάσσια μέρη. Τολό, Βιβάρι,
Μύλοι, Κιβέρι, ακόμα και στο Άστρος πήγαν, όπως και σε κάποια χωριά του κάμπου,
στα οποία έκαναν βραδινές εξόδους για φαγητό. Τις περισσότερες φορές έπαιρναν
και τη Γωγώ μαζί τους. Ο Αρχοντόπουλος είχε ένα αυτοκίνητο μάρκας Μercedes και
με αυτό ταξίδευαν εκτός Ναυπλίου. Έτσι η Γωγώ άρχισε να μαθαίνει και τοποθεσίες
που τις άκουγε καθημερινά και δεν ήξερε πού ακριβώς βρίσκονταν αυτές.
Μάθαινε
και τι βρισκόταν πέρα από το κέντρο του Ναυπλίου, που ήδη το γνώριζε αρκετά
καλά. Το Δικαστικό Μέγαρο δέσποζε στην είσοδο της Παλιάς Πόλης. Πίσω του ο
Σιδηροδρομικός Σταθμός και δίπλα του η πλατεία και το άγαλμα του Καποδίστρια.
Στη νότια πλευρά του η Ακροναυπλία. Πίσω από την πλατεία του Καποδίστρια το
πάρκο με το άγαλμα του έφιππου Κολοκοτρώνη.
Η
Πρόνοια, απλωμένη στους πρόποδες του Παλαμηδιού, η συνοικία της φτωχολογιάς,
των εργατών και των οικοδόμων και των Ρωσοπόντιων προσφύγων. Φτωχικά σπίτια
ισόγεια και με έναν όροφο, πολλές ταβέρνες και καφενεία. Όποιος ήθελε να
γλεντήσει λαϊκά, «πραγματικά» το λέγανε, στην Πρόνοια πήγαινε. Ο δρόμος που τη
διέσχιζε στη μέση, ανηφόριζε προς την Ευαγγελίστρια, την Αγία Παρασκευή και έφτανε
μέχρι την είσοδο του Παλαμηδιού. Σε ένα σημείο της ανηφόρας υπήρχε δρόμος και
προς την παραλία της Καραθώνας, που βρισκόταν πίσω από το Παλαμήδι.
Ο
δρόμος που ερχόταν από το Άργος και ο δρόμος από την Επίδαυρο, συναντιόνταν στη
διασταύρωση «Ενδεκάτη» και συνέχιζαν μέχρι το κέντρο του Ναυπλίου. Μεταξύ τους
βρισκόταν ο «Συνοικισμός», η συνοικία που στήθηκε όταν ήρθαν οι πρόσφυγες από
τη Μικρασιατική καταστροφή και μόνοι τους την έχτισαν από την αρχή.
Αυτό
ήταν το Ναύπλιο, πότε έχοντας μεγάλο πληθυσμό και πότε ελάχιστο. Με τους Έλληνες
από παλιά και Φράγκους, Βενετούς δυο φορές και δυο φορές Οθωμανούς για
κατοίκους του. Με χαμίνια μέχρι πασάδες, κυβερνήτες, βασιλιάδες, ήρωες και
προδότες, οπλαρχηγούς, γραμματικούς, πολιτισμένους και βάρβαρους, να περνούν ή
να μένουν εδώ. Τι δεν περπάτησε στα σοκάκια και τα κάστρα τ’ Αναπλιού…
Οι
τωρινοί του κάτοικοι ένα μίγμα, σαν όλα που δημιουργήθηκαν στις πόλεις μετά τον
πόλεμο, με τις ιδιαιτερότητες φυσικά της κάθε περιοχής. Πλούσια η κοινωνική του
διαστρωμάτωση. Αστοί βιομήχανοι, μεγαλέμποροι, κτηματίες, γιατροί, μηχανικοί,
δικηγόροι, συμβολαιογράφοι, φαρμακοποιοί, δικαστικοί, απόστρατοι αξιωματικοί,
μικροαστοί δημόσιοι και ιδιωτικοί υπάλληλοι, δάσκαλοι και καθηγητές,
μικροέμποροι, επαγγελματίες, μικροεργολάβοι, μαγαζάτορες, εργάτες που δουλεύουν
στα εργοστάσια της ντομάτας, λιμενεργάτες, τεχνίτες, πολλοί οικοδόμοι και
ψαράδες.
Λίγοι
από όλους αυτούς, βρίσκονται στο σκληρό πυρήνα της άρχουσας τάξης. Όσοι έχουν
μεγάλη οικονομική δύναμη και κάποιοι που προέρχονται από τα λεγόμενα τζάκια,
παλιές οικογένειες που με τον καιρό απέκτησαν ηγεμονικούς ρόλους στη διαμόρφωση
της κουλτούρας στην περιοχή και φυσικά στην άσκηση της εξουσίας από αυτούς.
Είτε φανερά, είτε από το παρασκήνιο.
Παρά
το γεγονός ότι το Ναύπλιο από τις αρχές της δεκαετίας του ‘50, δέχεται επιρροές
από τους επισκέπτες τουρίστες που φτάνουν εδώ από όλο τον κόσμο, παρά το ότι το
λιμάνι το συνδέει με άλλους τόπους και άλλους ανθρώπους, παρά το ότι έρχονται
για να υπηρετήσουν εδώ, στην πρωτεύουσα του νομού Αργολίδας, υπάλληλοι και
στρατιωτικοί όλων των βαθμίδων και υπάρχει συνεχής εμπλουτισμός και ανάμιξη
ιδεών και γνώσης, παρά το ιστορικό φιλελεύθερο παρελθόν, ο συντηρητισμός,
ακραίος πολλές φορές, επικρατεί σαν κοινωνικό δόγμα. Μόνο που οι παραβάσεις και
οι παραβιάσεις αυτού του δόγματος είναι συνεχείς και από τους θεματοφύλακες,
που θεωρούν δικαίωμα τους να μην το εφαρμόζουν όταν αυτό είναι αντίθετο με το
συμφέρον τους, αλλά και από τους νέους και εκείνους που θεωρούνται
περιθωριακοί, που το αψηφούν για το κέφι τους.
Ο
θαυμασμός της Γωγώς μεγάλωνε κάθε μέρα για τον τόπο που την έφερε η τύχη, και η
κυρία Ευγενία, να ζήσει. Πάντως, η στέρηση της ελευθερίας, οι περιορισμοί που
είχε και οι συνεχείς παρατηρήσεις, οι προσβολές και οι διαταγές, ακόμα και για
ασήμαντα πράγματα, ήταν το αντίτιμο. Σε σχέση όμως με αυτά που άκουγε από τις
άλλες υπηρέτριες ό,τι συνέβαιναν σε αυτές, ήταν μάλλον τυχερή. Η Γωγώ μόνο μια
φορά είχε δεχτεί ακραία, απάνθρωπη, ατιμωτική βία, από τον Αρχοντόπουλο. Μόνο
που μια τέτοια βία, δε χρειάζεται και δεύτερη φορά για να μείνει αγιάτρευτη για
πάντα.
Από
το τέλος Ιουλίου και όλο τον Αύγουστο η Γωγώ έμενε τα βράδια στο σπίτι, όταν η
κυρία της πήγαινε σε κάποιο άλλο σπίτι για χαρτί, ή αν οι Αρχοντόπουλοι
πήγαιναν μαζί σε κάποια υποχρέωση τους. Οι καθημερινές της έξοδοι ήταν η
συνηθισμένη στην αγορά και για μπάνιο στη «Γλώσσα», όταν την έπαιρνε μαζί της η
κυρία Θεοδώρα. Τα βράδια που πήγαιναν στην παραλία λιγόστεψαν. Λιγόστεψαν και
οι ευκαιρίες να βλέπει τον Άγγελο, περιορίστηκαν στα Σαββατοκύριακα και αυτά
για πολύ λίγο. Μπορεί η φλόγα που είχε ανάψει μετά και τη σωματική τους ένωση,
να έκανε ασυγκράτητη τη Γωγώ, όμως, τα πράγματα είχαν δυσκολέψει. Δεν υπήρχαν
οι παρέες με τις άλλες υπηρέτριες, όπως τις ημέρες των εκδηλώσεων στην παραλία
και έτσι έπρεπε να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα.
Στις
σύντομες και αραιές πλέον συναντήσεις με τον Άγγελο, έπρεπε να ζήσουν τον έρωτα
τους, να μιλήσουν για τα προβλήματα τους και να γνωριστούν καλύτερα οι δυο
τους. Η Γωγώ δεν είχε και πολλά να πει, από τη ζωή στο χωριό είχε λίγα για να
θυμάται. Είχε έναν πατέρα και δυο αδελφές, πήγε σχολείο μέχρι την τρίτη
γυμνασίου, της άρεσε να μαθαίνει νέα πράγματα και ήθελε να φύγει από το χωριό,
αφού εκεί δεν είχε καμιά ελπίδα να φτιάξει τη ζωή της καλύτερη. Της έκαναν
πρόταση να έρθει στο σπίτι του Αρχοντόπουλου υπηρέτρια και το είδε σαν ευκαιρία
για να ξεφύγει.
Ήταν
η πρώτη φορά που κάποιος άκουγε αυτά που η Γωγώ ήθελε να πει, όποια και αν ήταν
αυτά, όσο ασήμαντα και να ήταν αυτά. Αισθάνθηκε πως ό,τι έλεγε είχε κάποια αξία
αφού κάποιος τα άκουγε. Η μεγαλύτερη ικανοποίηση, η συναίσθηση πως «κάτι είμαι
κι εγώ», «κάτι έχω να πω κι εγώ» ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσε να νιώσει. Το είχε
ανάγκη στον καινούργιο κόσμο που βρέθηκε να ζει.
Ο
Άγγελος, τέλειωσε το γυμνάσιο το 1953 και μετά πήγε στρατιώτης. Μόλις απολύθηκε
μπάρκαρε για λίγο καιρό και έκανε το δρομολόγιο Πειραιάς-Ηράκλειο. Επέστρεψε στο
Ναύπλιο γιατί πέθανε ο πατέρας του από πνευμονία, λίγους μήνες αφότου γύρισε από
την εξορία το 1955 και δεν ήθελε να αφήσει μόνες τους, τη μάνα του και τη μικρή
αδελφή του. Η αδελφή του, η Γαλήνη, είχε γεννηθεί το 1943 μέσα στον πόλεμο και
πήγαινε στο γυμνάσιο, της άρεσαν τα γράμματα και ήθελε να σπουδάσει στο
πανεπιστήμιο. Ψάρευε και αυτός, όπως ο πατέρας του, αλλά ήξερε και γράμματα που
όμως δεν τον βοηθούσαν να βρει κάποια άλλη δουλειά γιατί ήταν χαρακτηρισμένος
κομμουνιστής, λόγω της δράσης του πατέρα του. Ο ίδιος ο Άγγελος ήταν ήπιος
χαρακτήρας και παρά τα όσα είχε τραβήξει η οικογένεια του, δεν έτρεφε μίσος για
κανέναν. Έλεγε πως ό,τι αποφασίζει κάποιος να κάνει το κάνει για τον εαυτό του
και την κοινωνία, δεν περιμένει παράσημα, κάνει το χρέος του. Αυτή είναι η τιμή
του, η περηφάνεια του και η ικανοποίηση του. Τίποτα άλλο. Δεν του χρωστά
κανένας τίποτα. Όμως δεν ανεχόταν να του στερεί και κανένας τίποτα γιατί είχε
αυτά τα πιστεύω, αυτές τις αρχές, και γινόταν θηρίο στην αδικία.
Αυτά
λέγονταν στις συναντήσεις τους, ανάμεσα στα φιλιά, τα χάδια, τις στιγμές της
κορύφωσης του πάθους τους, όταν τρυφερά αντάλλασσαν τα ερωτόλογα που έβγαιναν
αυθόρμητα από την ψυχή τους. Και ποτέ δεν προλάβαιναν, όλο λίγο χρόνο
αποζητούσαν ακόμη…
Οι
ιδέες και οι απόψεις του Άγγελου, μπόλιαζαν και τη Γωγώ, που ήταν έτοιμη πια να
τις δεχτεί, χωρίς καμιά προσπάθεια του Άγγελου. Το ανήσυχο πνεύμα της και η
απόλυτη εμπιστοσύνη στον Άγγελο, ήταν το καλύτερο έδαφος για να ριζώσει ο
σπόρος. Η προσωπικότητα της Γωγώς δυνάμωνε και αποκτούσε και γνώσεις για τη
ζωή, άρχισε συστηματικά να διαβάζει βιβλία, φιλοσοφικά και κοινωνικά, που
υπήρχαν άφθονα στη βιβλιοθήκη του Αρχοντόπουλου. Ακόμα και όταν δεν καταλάβαινε
απόλυτα, τι ήταν αυτά που διάβαζε, δεν την ένοιαζε, αρκεί που ερχόταν σε επαφή
με μεγάλους συγγραφείς και τα έργα τους.
Αισθανόταν
τόσο όμορφα… Άρχισε να κάνει όνειρα για μια κοινή ζωή με τον Άγγελο της, γεμάτη
από πράγματα που κρύβουν μέσα τους, τις χαρές της οικογένειας, των παιδιών, του
έρωτα, της δουλειάς, της επιτυχίας, αλλά και ακόμα περισσότερα.
Καθόταν,
τις ώρες που έλειπαν οι Αρχοντόπουλοι από το σπίτι, διάβαζε και νοερά ταξίδευε,
χωρίς προορισμό. Δεν την ένοιαζε το που, της έφτανε ότι θα την οδηγούσε ο
Άγγελος σε μέρη με χαρούμενους, ευτυχισμένους ανθρώπους, αδελφωμένους, χωρίς
κακία και κάποιους ισχυρούς που να επιβάλουν τη θέληση τους στους άλλους. Αυτά ήθελε
η Γωγώ.
Ένα
από τα βράδια που η κυρία Θεοδώρα θα αργούσε να επιστρέψει, ο Αρχοντόπουλος
γύρισε νωρίς. Φαινόταν ήρεμος, ζήτησε από τη Γωγώ να του βάλει κάτι να φάει και
μέχρι να ετοιμαστεί το φαγητό κλείστηκε στο γραφείο του. Η Γωγώ τον φώναξε,
όταν του ετοίμασε το φαγητό, του σέρβιρε στο τραπέζι της κουζίνας και έκανε να
πάει στο δωμάτιό της.
«Στάσου,
Γωγώ, θέλω να σου μιλήσω. Κάθισε» της είπε ευγενικά ο Αρχοντόπουλος.
«Σας
ακούω, κύριε» του απάντησε η Γωγώ χωρίς να καθίσει.
«Γωγώ,
είσαι μεγάλη κοπέλα, καταλαβαίνεις. Η κυρία Ευγενία και η γυναίκα μου σου είπαν
πως πρέπει να εκτελείς τις επιθυμίες του κυρίου σου. Οι φίλες σου υπηρέτριες θα
σου είπαν και αυτές τι κάνουν για τα αφεντικά τους. Επειδή είσαι μεγάλη, όπως
σου είπα, δε θέλω να σε πιέζω, ούτε να σε προσβάλω. Σου ζητώ να είσαι λογική,
έτσι γίνεται στα σπίτια. Ο κύριος, σαν άντρας, έχει ανάγκες που δεν τις
καλύπτει η κυρία του, αυτό το κάνει η υπηρέτρια, πώς να στο πω διαφορετικά; Μέσα
στα καθήκοντα σου είναι και αυτό… Με το καλό ή με τη βία αυτό γίνεται, και να
σου πω και κάτι… Δεν είναι και τόσο τραγικό, όλο και κάποιο δώρο θα παίρνεις
και θα έχω και το νου μου να σου βρω έναν καλό γαμπρό να σε παντρέψω».
«Αν
τελειώσατε, κύριε, έχω να σας πω πως λυπάμαι, αλλά εγώ δε θα μπορέσω να κάνω
αυτά που θέλετε. Αν με κρατήσετε, μην τολμήσετε να με πειράξετε, αν θέλετε να
φύγω, θα πρέπει να πείτε και το λόγο που με διώχνετε…»
«Γιατί
πηγαίνεις το θέμα εκεί… Εγώ σου μιλώ τόσο όμορφα…»
«Όμορφα
μιλάτε για κάτι απαίσιο, χυδαίο, αηδιαστικό, τιποτένιο, ό,τι πιο βάρβαρο
υπάρχει… Τι υποκρισία…»
«Γωγώ,
μη τα βάζεις μαζί μου, μη δοκιμάζεις τις αντοχές μου, από μένα εξαρτάται το
μέλλον σου, η ζωή σου…»
«Μια
ζωή ατιμασμένη ποιος τη θέλει, κύριε Αρχοντόπουλε; Μόνο εσείς, για να ξεσπάτε
πάνω μου τις ανώμαλες ορέξεις σας».
«Διαβόλου
θηλυκό, ήθελα να ‘ξερα ποιος σου έβαλε αυτά που λες στο κεφάλι σου».
«Σας
φαίνεται περίεργο να υπάρχουν άνθρωποι που δεν μπορείτε να τους χρησιμοποιήσετε
όπως εσείς θέλετε; Να μην κάνουν ό,τι εσείς διατάζετε;»
«Πάψε…»
ο Αρχοντόπουλος σε έξαλλη κατάσταση σηκώθηκε και κινήθηκε απειλητικά προς τη
Γωγώ. Αυτή πρόλαβε να τρέξει στο δωμάτιό της να κλείσει και να κλειδώσει την
πόρτα.
«Γωγώ,
άνοιξε αμέσως, μην κάνεις χειρότερα τα πράγματα…»
«Εσείς
μην τα κάνετε χειρότερα, σας παρακαλώ φύγετε από την πόρτα μου. Αν προσπαθήσετε
να μπείτε, θα βάλω τις φωνές και τα παράθυρα είναι ανοιχτά, θα με ακούσουν
όλοι».
«Δεν
τελειώσαμε, αυτό θα το πληρώσεις και θα το πληρώσεις πολύ ακριβά. Να είσαι
σίγουρη». Έφυγε και επέστρεψε στην κουζίνα.
Η
Γωγώ, με κλειστά τα φώτα, όπως ήταν ντυμένη, ξάπλωσε στο κρεβάτι της.
Αναρωτιόταν πού βρήκε τόση δύναμη να μιλήσει έτσι στον Αρχοντόπουλο. Σε έναν
από τους πιο ισχυρούς της πόλης, στο αφεντικό της. Όσο και να του έδειχνε ότι
δεν τον φοβόταν, δεν ήταν και χαζή να μην καταλαβαίνει ότι ξεπερνούσε τα όρια,
που χρόνια τώρα είχαν παγιοποιηθεί σαν απαράβατα για τη συμπεριφορά των
παρακατιανών, όπως η Γωγώ, απέναντι στους ισχυρούς. Από την άλλη, του έδωσε να
καταλάβει πως δε θα υπέκυπτε στις ορέξεις του. Όμως, αν ήθελε να μείνει και να
συνεχίσει με τον Άγγελο, έπρεπε να βάλει λίγο νερό στο κρασί της, χωρίς να
υποκύψει φυσικά στις βρώμικες απαιτήσεις του Αρχοντόπουλου. Πώς θα το
κατάφερνε, ήταν αυτό που σκεφτόταν όταν η κυρία Θεοδώρα ακούστηκε να ανεβαίνει
τις σκάλες.
Πήγε
κατευθείαν στην κρεβατοκάμαρα τους, μετά στο μπάνιο και πάλι στο δωμάτιο τους.
Άρχισαν να συζητούν και όσο πέρναγε η ώρα τόσο και ανέβαινε η ένταση. Η Γωγώ
δεν καταλάβαινε τι έλεγαν. Μπορεί να έλεγαν και γι’ αυτήν. Δεν τολμούσε να
ανοίξει την πόρτα της και να κρυφακούσει. Πιθανόν να μάθαινε το πρωί. Έβαλε τη
νυχτικιά της, κάθισε στο παράθυρο αρκετή ώρα, μέχρι που νύσταξε και έπεσε για
ύπνο.
Κεφάλαιο 5
Η απώλεια…
«Γωγώ,
άκουγες που τσακωνόμαστε με τον κύριο τη νύχτα που γύρισα;»
«Σας
άκουσα που γυρίσατε, άκουσα που συζητούσατε σε έντονο ύφος, μα ήμουν κουρασμένη
και μετά από λίγο κοιμήθηκα».
«Για
μένα και για σένα τσακώθηκα με τον κύριο σου. Εμένα τον ενοχλούν τα χαρτιά και
τα λεφτά που χάνω και σένα η γλώσσα σου και οι τρόποι σου. Και καλά εγώ, δικά
μου είναι τα λεφτά ό,τι θέλω τα κάνω, εσύ όμως; Τι σκοπό έχεις; Θέλεις να
φύγεις από το σπίτι; Γιατί του πας συνέχεια κόντρα;»
«Κυρία,
μη με φέρνετε σε δύσκολη θέση… Σας παρακαλώ. Δε θέλω να φύγω, απλά θέλω κι εγώ
λίγο σεβασμό…»
«Σεβασμό;
Να τα μας. Κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις; Δούλα είσαι, για δούλα σε πήραμε, όχι
για κόρη μας. Άκου σεβασμό; Αυτός δεν υπάρχει ούτε για τις παντρεμένες
γυναίκες, από πού και ως πού εσύ θέλεις σεβασμό; Πού τα είδες αυτά; Λίγη
καλοσύνη να ζητάς και αυτή πολύ σου είναι…»
«Καλά,
κυρία, αλλά πείτε και στον κύριο να μη με πιέζει».
Η
κυρία Θεοδώρα έκανε πως δεν άκουσε τις τελευταίες λέξεις της Γωγώς, της είπε να
της ψήσει έναν καφέ και κλείστηκε στο δωμάτιο της παίρνοντας μαζί της και το
τηλέφωνο.
Η
Γωγώ, μετά τα χθεσινοβραδινά και τη συζήτηση με την κυρία Θεοδώρα, αποφάσισε να
τραβά το σχοινί μέχρι εκεί που θα μπορούσε να σπάσει. Θα υποχωρούσε κάθε φορά
που τα πράγματα θα έφταναν στα άκρα και θα προσπαθούσε να αποφεύγει, όσο
γινόταν, να μένει μόνη με τον Αρχοντόπουλο.
Ο
Άγγελος που την είδε στεναχωρημένη τη ρώτησε τι συμβαίνει, όμως η Γωγώ δεν του
είπε την αλήθεια, απλά του παραπονέθηκε πως μερικές φορές της μιλούν σκληρά και
απότομα. Αυτό έφτανε στον Άγγελο για να φουρτουνιάσει:
«Κάνε
υπομονή, αρχόντισσα μου, σου υπόσχομαι πως σύντομα θα απαλλαγείς από τον εφιάλτη.
Σου είπα από την αρχή πως θέλω να σε κάνω ευτυχισμένη, θα το κάνω, να είσαι
σίγουρη. Αν σε πειράξουν, αν δεν αντέχεις άλλο να μου το πεις αμέσως, εντάξει;»
Ο
Αύγουστος τέλειωνε, στο σπίτι είχε επικρατήσει βουβαμάρα, λίγες κουβέντες
αντάλλασσαν πια οι τρεις που έμεναν εκεί. Παράξενο, μέσα στο κέντρο, στη βουή
της πόλης, ένα αρχοντικό μαράζωνε. Ο μόνος ήχος που ακουγόταν από αυτό, ήταν η
εξώπορτα όταν άνοιγε ή έκλεινε. Αυτή η κατάσταση, με την ένταση στο ανδρόγυνο,
έκανε καλό στη Γωγώ γιατί ο Αρχοντόπουλος την άφησε ήσυχη, άγνωστο βέβαια για
πόσο, από την άλλη όμως περιορίστηκαν οι έξοδοι, κυρίως τα βράδια και έτσι η
Γωγώ δεν είχε ευκαιρίες να βγαίνει όπως πριν. Μια Κυριακή μετά την Εκκλησία, με
το ζόρι την άφησαν να ανέβει από τα σκαλιά στο Παλαμήδι, με τη Ρηνιώ και τη
Μιχαλίτσα.
Δε
χόρταινε η Γωγώ να απολαμβάνει από ψηλά το Ναύπλιο, την Ακροναυπλία, το
Μπούρτζι, ανεβαίνοντας όλο και πιο ψηλά το μάτι της έφτανε μέχρι το Άργος και
τον αργολικό κάμπο. Εντυπωσιακό και το κάστρο, πολεμίστρες, πέτρες, τείχη, ξανά
πολεμίστρες, ξανά τείχη, δεν πήγαινε ο νους της πόσο μεγάλο ήταν. Προσκύνησε
και στο εκκλησάκι του Αγίου Ανδρέα, είδε και τη φυλακή του Κολοκοτρώνη.
Αισθάνθηκε το ελαφρύ αεράκι που φυσούσε να κουβαλά μέσα του ήχους από το
παρελθόν. Για μια στιγμή ταξίδεψε κιόλας, πίσω, σε άλλη εποχή. Μια από της
ωραιότερες βόλτες που είχε κάνει η Γωγώ στο Ναύπλιο.
Τον
Άγγελο, έτσι όπως άλλαξαν τα πράγματα, μόνο την Κυριακή το βράδυ μπορούσε να
τον δει. Ώσπου να πουν δυο λόγια, να σβήσουν λίγο την κάψα τους, η ώρα έφευγε,
άφηναν πολλά για την επόμενη φορά, που όταν και αυτή ερχόταν, πάλι λίγη ήταν. Η
Γωγώ άρχισε να φοβάται πως όσα έζησε το καλοκαίρι, με τον ερχομό του φθινοπώρου
και αργότερα του χειμώνα, θα έμεναν όμορφες αναμνήσεις. Πώς θα περνούσε τον
καιρό της κλεισμένη στο σπίτι; Όσες δουλειές και αν είχε να κάνει κάθε μέρα,
από το απόγευμα και μετά, που τις τέλειωνε, δεν είχε με κάτι να ασχοληθεί. Πώς
θα έμενε τόσες ώρες μόνη της ή με την παρουσία των Αρχοντόπουλων, χωρίς μάλιστα
να μιλάνε και μεταξύ τους; Και πότε θα έβλεπε τον Άγγελο; Συνειδητοποιούσε τις
δυσκολίες που είχε μπροστά της και κάπου τα έβαλε με τον εαυτό της, που
βιάστηκε να παρασυρθεί από τα όμορφα πράγματα που μαζεμένα έζησε τους τρεις
πρώτους μήνες σαν υπηρέτρια. Οι μέρες, οι βδομάδες και οι μήνες που έρχονταν,
της φάνηκαν βουνό. Μόνη παρηγοριά ο Άγγελος και η υπόσχεση που της είχε δώσει
να την απαλλάξει σύντομα από τα δεσμά των Αρχοντόπουλων. Πώς θα γινόταν αυτό,
ούτε ήξερε, ούτε μπορούσε να φανταστεί, μόνο να το ελπίζει ήθελε.
Βέβαια
η Γωγώ δεν ήξερε και δεν περίμενε ότι αυτή η μαγική πόλη, η ξελογιάστρα, δε σε
αφήνει να ησυχάσεις. Όλο και κάτι έχει να σου δώσει για να σε βγάλει από τη
ρουτίνα, από τη σκληρή καθημερινότητα, από την ανία κάποιους, και να σε κάνει
να ξεφύγεις. Αρχές του Σεπτέμβρη, φτάνει στο Ναύπλιο με τη θαλαμηγό του Ωνάση
«Χριστίνα» μια ντίβα του Χόλυγουντ, μια από τις διασημότερες γυναίκες του
κόσμου, η Γκρέτα Γκάρμπο. Πολλές φήμες υπήρχαν και έφταναν και στο Ναύπλιο, για
σχέση του Ωνάση με το αστέρι του Χόλυγουντ, χωρίς ποτέ να επιβεβαιωθούν. Ο
Αριστοτέλης Ωνάσης, είχε προπολεμικά συνεργάτες στο Ναύπλιο, όταν ήταν στην
Αργεντινή και εμπορευόταν καπνά. Ένας λόγος παραπάνω να αισθάνονται οι
Ναυπλιώτες σαν «δικό» τους τον Ωνάση και να τρέξουν να θαυμάσουν τη θαλαμηγό
και αν μπορέσουν και την ακριβοθώρητη Γκάρμπο.
Της
έδωσε πρωινή άδεια η κυρία Θεοδώρα της Γωγώς να πάει στο λιμάνι και να τη
στήσει καραούλι, μήπως και τη δει. Δεν την είδε τελικά, χάζεψε όμως την
ολόλευκη υπέροχη «Χριστίνα».
Δεν
πέρασε μια βδομάδα και ο αιώνιος «αντίπαλος» του Αριστοτέλη, ο Σταύρος Νιάρχος
-για να πικάρει τον Ωνάση;- στέλνει την εβένινη, κατάμαυρη, τρικάταρτη καλλονή
του, την «Κρεολή» πενήντα πέντε μέτρα μήκος και με πενήντα πέντε μέλη πλήρωμα,
να αράξει απέναντι από το Μπούρτζι. Ποιος δε θα κατέβαινε στην παραλία να δει
από κοντά αυτό το ποίημα που λικνιζόταν με χάρη στα ήρεμα νερά του Αργολικού;
Ποιος δε θα έκανε σύγκριση με τη Χριστίνα και με τη Γκρέτα Γκάρμπο πάνω της;
Σιγά που δε θα πήγαινε και η Γωγώ… Την άφησε η κυρία Θεοδώρα να κατέβει στο
λιμάνι και εκτός από το μεσημέρι που πήγε για λίγο, την άφησε να ξαναπάει και
το βράδυ, να δει και φωτισμένο το μαύρο σκαρί. Ήταν Τρίτη 9 Σεπτεμβρίου, ο
Αρχοντόπουλος είχε δουλειά στο γραφείο του και η κυρία Θεοδώρα το καθιερωμένο χαρτί
της Τρίτης στο σπίτι της κυρίας Χριστιανοπούλου. Έτσι, θα είχε αρκετή ώρα και
για την «Κρεολή» και κυρίως να συναντηθεί με τον Άγγελο.
Η
συνάντηση τους, εκείνο το βράδυ, αντίθετα από τις προηγούμενες, που άρχιζαν με
κουβέντες και γλυκόλογα και τέλειωναν με απαλά χάδια και τρυφερά φιλιά, είχε
έναν έντονο πόθο που από την πρώτη στιγμή τους παρέσυρε σαν χείμαρρος. Φλογερά
ήταν τα φιλιά, ερεθιστικά τα χάδια, τα λόγια ερωτικά, οι στεναγμοί, τα βογκητά
της ηδονής, η μυσταγωγία του έρωτα τους ταξίδεψε πέρα από κει που είχαν φτάσει
τις άλλες φορές. Η Γωγώ, στην κορύφωση της, αισθάνθηκε τον κόλπο της να τον
πλημυρίζουν οι χυμοί του Άγγελου. Δεν αντέδρασε, ούτε τον έσπρωξε μακριά της.
Ούτε ο Άγγελος έκανε κάτι για να αποφύγει να τελειώσει μέσα της. Λες και οι δυο
τους, χωρίς να έχουν συνεννοηθεί, χωρίς να έχουν πει κάτι πρωτύτερα, ενώ τις
άλλες φορές πρόσεχαν, αυτή τη φορά άφηναν την αγάπη τους να ολοκληρωθεί, αυτό
που κατά βάθος ήθελαν, το άφηναν να συμβεί.
Ανείπωτη
η χαρά τους, ένιωθαν τόσο γεμάτοι, «γυναίκα μου», «αρχόντισσα μου», «ψυχή μου»,
«φως μου», «λαχτάρα μου», «ανάσα μου», «καρδιά μου», «ζωή μου», «ομορφιά μου»,
«άνδρα μου». Μπλεγμένα τα επίθετα, τα ερωτόλογα, τα χάδια. Ηρέμησαν και
απόλαυσαν τις τελευταίες στιγμές εκείνης της υπέροχης μέρας.
Γύρισε
στο σπίτι η Γωγώ. Τα αφεντικά της δεν είχαν γυρίσει ακόμη. Η καλύτερη της. Ήπιε
ένα χλιαρό γάλα και ξάπλωσε στο κρεβάτι της. Πριν την πάρει ο ύπνος ευχήθηκε να
ξαναζήσει και άλλες τέτοιες μέρες, σαν εκείνη.
Αυτό
δεν ήταν εύκολο και το ήξερε, όμως δε σκόπευε να αφήσει και στην τύχη τους τα
πράγματα. Με τη σιγουριά ότι ο Άγγελος ήταν για πάντα δικός της και ότι θα την
προστάτευε σε ό,τι κακό θα μπορούσε να της συμβεί, σιγά σιγά ξεθάρρεψε και πάλι.
Χωρίς να προκαλεί και να δίνει αφορμές για τιμωρίες, φρόντιζε να κάνει τις
δουλειές του σπιτιού και ό,τι άλλο της ζητούσε η κυρία Θεοδώρα, με αντάλλαγμα
λίγες στιγμές ελευθερίας, για να βλέπει τον Άγγελο.
Πέντε
μέρες μετά, Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου του Σταυρού, το πρωί πάνε όλοι μαζί στη
λειτουργία στον Άγιο Νικόλα και μετά κάνουν βόλτα στην πλατεία Συντάγματος και
το Μεγάλο Δρόμο, όπως συνηθιζόταν όταν ο καιρός άλλαζε και η παραλία έβγαζε
κρύο. Το βράδυ η κυρία Θεοδώρα θα πήγαινε επίσκεψη με τον Αρχοντόπουλο στο
συνάδελφό του δικηγόρο, τον Σταύρο Καταφέρνη που γιόρταζε, και δίνει άδεια στη
Γωγώ να πάει μια βόλτα και να γυρίσει σε μια-μιάμιση ώρα. Η Γωγώ συναντιέται με
τον Άγγελο και στον απόηχο της μεγάλης ημέρας, της Τρίτης, συνεχίζει σαν να μην
έχει περάσει λεπτό από τότε. Μόνο που θέλει δε θέλει η Γωγώ, ο χρόνος δε
γυρίζει πίσω, αυτό που έζησε, το έζησε τότε, τη συγκεκριμένη στιγμή. Δεν
επαναλαμβάνεται το ίδιο, όσες φορές και να το επιχειρήσεις. Πού να το ξέρει
όμως η Γωγώ… Αποκορύφωμα στην ατσαλοσύνη και το άγχος, ακούει και κάτι να κάνει
φασαρία, σαν να κινούνται οι θάμνοι, πετάγεται από την ένωση της με τον Άγγελο
και έντρομη βάζει τις φωνές. «Κάποιος είναι εκεί… Μας βλέπει. Φοβάμαι».
Ο
Άγγελος, κόβεται στον οίστρο του, προσπαθεί να συνέλθει και να ηρεμήσει τη
Γωγώ. «Μη φοβάσαι, Γωγώ, δεν είναι κανείς, μπορεί καμιά γάτα, πάντως άνθρωπος
δεν είναι. Έλα να συνεχίσουμε».
Πού
να συνεχίσει η Γωγώ, έκανε πως συμμετέχει μέχρι να τελειώσει ο Άγγελος, αλλά η
ψυχή της είχε πάει στην Κούλουρη. Μαύρες σκέψεις άρχισαν να την πολιορκούν. Αν
κάποιος τους είχε δει; Τι θα σήμαινε αυτό; Αν διέδιδαν πως έχει σχέση με τον
Άγγελο πριν οι ίδιοι το πουν, πώς θα της φέρονταν οι Αρχοντόπουλοι; Και οι
Ναυπλιώτες; Και ο ίδιος ο Άγγελος που δεν ήταν έτοιμος ακόμη;
Άρχισε
πάλι να πελαγώνει, φαίνεται πως το αντίτιμο της άλλης ζωής με εκείνη που είχε
στο Βουργαρέλι, πέρναγε από πολλά τούνελ, καθένα του έκρυβε τα δικά του εμπόδια
που έπρεπε να ξεπεράσει. Και αυτό μόνο εύκολο δεν ήταν.
Το
αποκορύφωμα, πριν χωρίσουν, ο Άγγελος της λέει αυτό που πραγματικά δεν μπορούσε
να φανταστεί η Γωγώ.
«Γωγώ,
άκουσε με προσεκτικά, σου υποσχέθηκα να σου προσφέρω μια καλύτερη ζωή και αυτό
θα κάνω. Έχω υποχρέωση απέναντι σου και απέναντι στη μάνα και την αδελφή μου,
τη Γαλήνη. Η Γαλήνη είναι δεκαπέντε χρονών, πάει στην τετάρτη γυμνασίου, είναι
άριστη μαθήτρια και θέλει να συνεχίσει στο Πανεπιστήμιο. Όπως καταλαβαίνεις
πρέπει να αποκτήσω εφόδια γι’ αυτά που μας περιμένουν. Να μπορώ να σε ζήσω
μακριά από τον κάθε Αρχοντόπουλο και να βοηθάω τη μάνα και την αδελφή μου. Θα
μπαρκάρω για μερικούς μήνες, η εταιρεία είναι καλή και τα λεφτά πολλά. Περίπου
έξι με οκτώ μήνες το πρώτο μπάρκο, μετά θα δούμε αν θα συνεχίσω. Στη Νότιο
Αμερική θα πάω, Αργεντινή, Μπουένος Άιρες και από κει όπου έχει ναύλους το
καράβι. Θα είμαι μαζί με ένα φίλο μου από το Τολό, τον Οδυσσέα, σου μίλησα μια
φορά γι’ αυτόν, καλό παιδί και καλός ναυτικός. Αύριο το απόγευμα θα φύγουμε για
τον Πειραιά. Να κανονίσουμε τις τελευταίες λεπτομέρειες και τα χαρτιά. Για το
Ρότερνταμ, όπου βρίσκεται το καράβι, θα φύγουμε χαράματα την Πέμπτη με
αεροπλάνο. Την Κυριακή στις 21 του μηνός, σαλπάρουμε για το μεγάλο ταξίδι. Συγχώρα
με που θα σε αφήσω μόνη σου για λίγο καιρό, μα θα είναι για το καλό μας, θα σου
γράψω μόλις φτάσω στην Αργεντινή, το γράμμα μου θα το στείλω στη Γαλήνη, που δεν
της έχω μιλήσει ακόμα για μας, για να σου το δώσει. Μην πεις τίποτα,
καταλαβαίνω πως νιώθεις χειρότερα από μένα, όμως δε γίνεται αλλιώς…»
Η
Γωγώ είχε μείνει εμβρόντητη, αναρωτήθηκε αν αυτά που άκουγε ήταν αληθινά. Γιατί
δεν της είχε πει τίποτα πρωτύτερα ο Άγγελος; Είναι δυνατόν να της λέει ένα τόσο
σοβαρό θέμα την παραμονή που θα έφευγε; Αν δεν μπορούσε να βγει η Γωγώ εκείνο
το βράδυ, θα έφευγε χωρίς να της το πει; Ένιωσε απύθμενο το κενό κάτω από τα
πόδια της, τόνους το βάρος στο κεφάλι της. Με μιας, όλη η εμπιστοσύνη που είχε
στον Άγγελο σκορπίστηκε.
«Γιατί,
Άγγελε, μου το κάνεις αυτό; Γιατί δε μου είχες πει τίποτα; Από καιρό το
ετοίμαζες, δεν ξύπνησες σήμερα και είπες την άλλη βδομάδα μπαρκάρω και θα
γυρίσω σε ένα χρόνο. Γιατί το αποφάσισες μόνος σου; Φοβήθηκες μήπως σταθώ
εμπόδιο; Μα εγώ, σ’ αγαπώ…» Το αναφιλητό, το κλάμα και η οργή της ακούστηκαν
μέχρι κάτω στη «Γλώσσα».
Ο
Άγγελος το μόνο που κατάφερε ήταν να τη σφίξει στην αγκαλιά του και να την
αφήσει να ξεσπάσει.
«Άγγελε,
αυτό το ταξίδι δε θα μας βγει σε καλό, να μου το θυμηθείς. Νομίζω πως βιάστηκες
και δεν το συζητήσαμε από πριν. Έτσι θα συνεχίσουμε τη ζωή μας; Ο ένας θα
αποφασίζει και θα λέει την απόφαση του μετά στον άλλο; Μην πας Άγγελε, ακύρωσε
το. Έχουμε χρόνο, θα βρούμε και άλλη ευκαιρία, υγεία μόνο να έχουμε. Δεν πρέπει
να φύγεις τώρα, αν φύγεις μπορεί να αλλάξουν όλα…»
Απειλή,
παράκληση, αμφιβολία, όλα ανάκατα, όπως βρέθηκαν και στο μυαλό της Γωγώς. Τι να
του πει άλλο; Όταν της κουνά το μαντήλι, μετά από τριών σχεδόν μηνών έντονη
ερωτική σχέση, αδιάφορα από τους λόγους, δικαιολογημένα η Γωγώ αισθάνθηκε
μετέωρη και είχε τις αμφιβολίες της. Ήταν και το προηγούμενο με τον πατέρα της,
που άφησε τη μάνα της μόλις γεννήθηκε η αδελφή της η Μαρία για να μπαρκάρει,
για λίγο της είχε πει κι αυτός, και γύρισε πέντε χρόνια μετά.
Όσα
λόγια και να της είπε ο Άγγελος μέχρι να χωρίσουν, δεν τα άκουσε. Τόσο βαριά το
πήρε. Γύρισε στο σπίτι, οι Αρχοντόπουλοι δεν είχαν επιστρέψει ακόμα και έτσι
πλύθηκε στα γρήγορα και έπεσε στο κρεβάτι της να σκεφτεί όσα της είχε πει ο
Άγγελος.
Δεν
ήταν εύκολο να καταλήξει. Αισθανόταν άσχημα γιατί δεν της είχε πει τίποτα τόσον
καιρό, αλλά και από την άλλη τον δικαιολογούσε, πως ίσως δεν ήθελε να έχει
αντιδράσεις για την απόφαση του. Έτσι, διάλεξε να της το πει την τελευταία
μέρα, μετά να φύγει και η έλλειψη, η απουσία του, να απαλύνουν το θυμό της. Όσες
σκέψεις και να έκανε, πουθενά δε φαινόταν να μην είναι συνεπής σε αυτά που της
έλεγε, σε αυτά που της είχε υποσχεθεί. Όταν την έπαιρνε ο ύπνος και είχε
αποφασίσει να πάει το πρωί στην αγορά, να του δώσει κρυφά ένα λουλούδι, αντί
για φιλί και να του ευχηθεί καλό ταξίδι, άκουσε μια παρέα να τραγουδά περνώντας
κάτω από το παράθυρο της.
Κουράστηκα για να σε αποκτήσω
αρχόντισσά μου μάγισσα τρελή
σαν θαλασσοδαρμένος μες στο κύμα
παρηγοριά ζητούσα ο δόλιος στη ζωή
Της
φάνηκε πως άκουσε και τη φωνή του Άγγελου, βάλσαμο στην ψυχή της, ταξίδι στο
όνειρο του έρωτα και της ζωής. Ο ύπνος που την πήρε, δεν της χάλασε το χατίρι,
την ταξίδεψε στο όνειρο της…
Το
πρωί στην αγορά, δε βρήκε άλλο λουλούδι, μόνο γιασεμί να προσφέρει στον Άγγελο.
Κλεφτά, πλησιάζοντας τάχα να δει καλύτερα κάτι σφυρίδες, τον αγγίζει, τον κοιτά
για λίγο και κάνοντας πως ρωτά για τα ψάρια του λέει, «Αγάπη μου, Άγγελε μου,
να πας στο καλό και με το καλό να γυρίσεις. Θα σε περιμένω και θα μετράω μία
μία τις ημέρες μέχρι να σε ξαναδώ. Μόνο να μου γράψεις μόλις φτάσεις στην
Αργεντινή, αυτό μόνο θέλω, να έχεις στην καρδιά σου την αγάπη μου, όπως έχω εγώ
τη δική σου. Βλέπεις δεν κλαίω, δε θέλω να φύγεις στενοχωρημένος. Στο καλό
αγάπη μου…»
Ο
Άγγελος σαστίζει, συγκινείται, δε βγαίνει λέξη από το στόμα του, κόμπος δένεται
η γλώσσα του, με το ζόρι καταφέρνει να της πει ένα ξεψυχισμένο «Σ’ αγαπώ» και «Να
προσέχεις».
Οι
ώρες αρχίζουν να γίνονται ατέλειωτες για τη Γωγώ, τα βήματα της βαραίνουν, δε
θέλει να πάει πουθενά, δε θέλει να κάνει τίποτα, όλα της φαίνονται χωρίς
σημασία. Είναι αδύνατον να περάσει και μια στιγμή που το μυαλό της να σκεφτεί
κάτι άλλο, να ξεφύγει λίγο από τον Άγγελο. Συγχρόνως όμως, μέσα της νιώθει, πως
πρέπει να αντιδράσει, πως πρέπει να σταθεί δυνατή, να μην την πάρει από κάτω.
Αποφασίζει,
μετά τις δουλειές της ημέρας, για να περνά η ώρα της και να ξεχνιέται, να το
ρίξει στο διάβασμα. Διαβάζει για το Ρότερνταμ, την Αργεντινή, τη Νότιο Αμερική,
για καράβια, ακόμα και ιστορίες ναυτικών από τα πολυήμερα ταξίδια τους.
Παρασύρεται και προσπαθεί να ταυτιστεί με τη ζωή που θα ζήσει ο Άγγελος τους
μήνες της απουσίας του. Κοιτάζοντας μια φωτογραφία από το στρατό, που της είχε
χαρίσει, ταξιδεύει μαζί του. Έτσι θα περνούσε ο καιρός για τη Γωγώ, με ένα
ταξίδι στη θάλασσα. Για τη Γωγώ που μέχρι τα δεκαοχτώ της είχε ζήσει στο βουνό,
πολύ μακριά από τη θάλασσα.
Κυριακή
στη λειτουργία, η Γωγώ ανάβει ένα μεγάλο κερί και στέκεται μπροστά στην εικόνα
του Αϊ-Νικόλα. Συγκινημένη, προσεύχεται, μα κάποιες λέξεις δεν κρατιούνται μέσα
στο στόμα της. Τρεμάμενες βγαίνουν... «Άγιε μου Νικόλα, εσύ που προστατεύεις
τους ναυτικούς, προστάτεψε και τον Άγγελο μου. Τάμα σου κάνω, να επιστρέψει
γερός κι εγώ σου προσφέρω την αγάπη μου. Δεν έχω κάτι άλλο να σου δώσω, μόνο
την αγάπη μου. Συγχώρα με, τα έχω χαμένα…» Το δάκρυ που έτρεξε δεν άφησε να
φανεί, το σκούπισε με το δάχτυλο την ώρα που έκανε το σταυρό της.
Η
κυρία Θεοδώρα παραξενεύτηκε που η Γωγώ σταμάτησε να της ζητά με το παραμικρό να
βγει έξω, αλλά είχε τα δικά της και δεν ασχολήθηκε ιδιαίτερα. Η κρίση στη σχέση
της με τον Αρχοντόπουλο βάθαινε. Όσο και αν έκανε πως δεν τη νοιάζει, δεν μπορούσε
να μην την επηρεάζει. Ο Αρχοντόπουλος μονίμως απορροφημένος στην αναζήτηση
αρχαίων για να τα μοσχοπουλήσει και θυμάτων που λόγω αδυναμίας αποπληρωμής των
χρεών τους να τους αρπάξει τις περιουσίες τους. Το χαμόγελο του έφτανε μέχρι τα
αυτιά, όλη την ώρα έλεγε, «Καλή μπάζα κάναμε» ή «Με τον Αρχοντόπουλο πήγε να τα
βάλει και το έφαγε το κεφάλι του». Κάτι τέτοια που επιβεβαίωναν το πόσο κάθαρμα
ήταν, έκαναν τη Γωγώ να τον σιχαίνεται όλο και περισσότερο. Πολλές φορές
αναρωτιόταν γιατί η κυρία Θεοδώρα έμενε μαζί του και δεν έφευγε να πάει να
μείνει στην Αθήνα. Λεφτά είχε, παιδιά μαζί του δεν είχε αποκτήσει, η αγάπη τους
είχε τελειώσει και κοινές υποχρεώσεις δε φαινόταν πως υπήρχαν. Τότε τι την κρατούσε
κοντά του;
Δευτέρα
πρωί και η Γωγώ, το μυαλό της, τρέχει στο καράβι του Άγγελου που σύμφωνα με
αυτά που διάβασε πρέπει να βρίσκεται στη Μάγχη, μεταξύ Γαλλίας και Αγγλίας και
να πηγαίνει για να βγει στον Ατλαντικό Ωκεανό. Η έξοδος στην αγορά με την κυρία
Θεοδώρα χάνει το ενδιαφέρον της. Χαιρετά ψυχρά όσους συναντά, όλους αυτούς που
χαιρετούσε με χαρά τον προηγούμενο καιρό και ακολουθεί την κυρία της χωρίς να
την ενδιαφέρει τι θα ψωνίσει.
Κάποιοι
της το λένε, «Τι έχει η Γωγώ μας σήμερα; Γιατί δε μας μιλά;» Η Γωγώ είναι
έτοιμη να βάλει τα κλάματα, μα κρατιέται. Δε θέλει να δώσει δικαίωμα για
σκέψεις και ερμηνείες που να συνδέουν τη λύπη της με την απουσία του Άγγελου.
Όσο και να πρόσεχαν, όσο και να προσπαθούσαν να μη δείχνουν τα αισθήματα τους,
η συμπάθεια δεν μπορούσε να κρυφτεί και όλοι στην αγορά την είχαν διαπιστώσει,
χωρίς βέβαια να φαντάζονται ότι ο Άγγελος με τη Γωγώ είχαν ερωτική σχέση.
Οι
μέρες περνούν αργά, βασανιστικά, η Γωγώ δεν μπορεί να συνηθίσει την καινούργια
κατάσταση. Αυτή μόνη και ο Άγγελος χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, πάνω σε ένα
καράβι στον Ατλαντικό. Έρχονται και τα γενέθλιά της, στις 26 Σεπτεμβρίου. Θα
κλείσει τα δεκαοχτώ. Το λέει στην κυρία Θεοδώρα που της υπόσχεται να της
φτιάξει μια τούρτα και να της κάνει δώρο μια γυναικεία τσάντα. Η διάθεση της
Γωγώς κάπως φτιάχνει. Παρασκευή πρωί, ημέρα των γενεθλίων της, βγαίνουν στην
αγορά για τα συνηθισμένα ψώνια. Μουγκαμάρα επικρατεί παντού, κεφάλια
κατεβασμένα, μάτια δακρυσμένα, κάποιοι βλαστημούν, ο κυρ Μιχάλης σκυφτός πίσω
από τον πάγκο με τα ψάρια κρύβει το πρόσωπο του, ο Κωστάκης, ο μικρός για τα
θελήματα, γκρεμίζει μια στοίβα από τελάρα αναθεματίζοντας την τύχη. Με σκηνικό
αρχαίας τραγωδίας μοιάζει η αγορά.
«Το
μάθατε κυρία Θεοδώρα; Ο Άγγελος και ο Οδυσσέας από το Τολό, χάθηκαν στον Ατλαντικό,
το καράβι που είχανε μπαρκάρει βυθίστηκε και δε σώθηκε κανείς».
«Είναι
σίγουρο; Κρίμα τα παιδιά, είχαν τη ζωή μπροστά τους. Τι θ’ απογίνουν οι
οικογένειες τους; Τι τους φύλαγε η μοίρα…» τα λόγια της κυρίας Θεοδώρας σαν
άκουσε το μαντάτο.
Η
Γωγώ είχε κλείσει τα μάτια, στεκόταν ακίνητη, άκουγε αυτά που έλεγαν γύρω της,
αλλά αρνιόταν να τα πιστέψει.
«Δεν
μπορεί, ψέματα είναι. Μαύρο όνειρο ζω, μόλις ξυπνήσω θα έχει χαθεί ο εφιάλτης,
δεν μπορεί να είναι αλήθεια…»
Δεν
ήταν ψέματα, ούτε φήμη, η επιβεβαίωση ήταν επίσημη από τους Αμερικανούς. Το
πλοίο χάθηκε μισή ώρα από τη στιγμή που έστειλε μήνυμα SOS στη μέση του Ατλαντικού. Τα πλοία
και δυο αεροπλάνα που πήγαν για βοήθεια, δε βρήκαν τίποτα, ούτε από το πλοίο,
ούτε και κάποιον ή κάτι από το πλήρωμα. Η περίπτωση λάθους είχε αποκλειστεί. Το
πλοίο βυθίστηκε αύτανδρο.
Η
Γωγώ με πολύ κόπο κατάφερε να σταθεί όρθια, να μη σωριαστεί. Ζήτησε από την
κυρία Θεοδώρα να γυρίσει στο σπίτι, αφού πρώτα πήγαινε στον Άγιο Νικόλα. Έφυγε
και σχεδόν τρέχοντας μπήκε στη εκκλησία. Πήρε δυο κεριά, τα άναψε και για μια
ακόμη φορά στάθηκε μπροστά στην εικόνα του Αγίου.
«Άγιε
μου Νικόλα, δεν μπορεί να μου το κάνεις αυτό, δε γίνεται να εγκαταλείψεις τον
Άγγελο, κάνε το θαύμα σου, προστάτεψε τον. Είναι άδικο Άγιε μου…» Γονάτισε την
ώρα που ο λυγμός της, τα δάκρυα, το μάτωμα της ψυχής της, προσφέρονταν σαν
δημιουργός ζωή απέναντι στο στείρο θάνατο.
Όμως,
δε θα άλλαζε τίποτα. Στο απύθμενο βάθος του ωκεανού, θα βρισκόταν για πάντα το
κουφάρι του Άγγελου και τα δάκρυα της, θα έμεναν μια σταγόνα στην απεραντοσύνη
του.
«Μα
τόσο πολύ επηρεάστηκες από τα παιδιά που πνίγηκαν και δε θέλεις να φτιάξουμε
γλυκό για τα γενέθλιά σου;»
«Ναι,
κυρία, δεν έχω διάθεση για γλυκά. Ας το αφήσουμε για άλλη φορά, στεναχωρήθηκα,
ήταν τόσο καλά παιδιά».
«Όπως
θέλεις, πάντως να ξέρεις, Γωγώ, πως η ζωή είναι σκληρή. Περισσότερα άσχημα
έχει, ιδίως γι’ αυτούς που είναι οι πιο αδύναμοι. Λες και τους σημαδεύει, τα
περισσότερα κακά συμβαίνουν σε αυτούς που έχουν ανάγκη τα περισσότερα καλά.
Μπορεί να είναι κάποιο παιχνίδι, μπορεί… Όπως θα έχεις καταλάβει δεν είμαι και
πολύ θρήσκα. Τηρώ τις παραδόσεις αλλά δεν πιστεύω και όλα αυτά που ακούω κάθε
Κυριακή στο Ευαγγέλιο. Η ζωή έχει το δικό της Ευαγγέλιο που διαφέρει από αυτό
της Εκκλησίας, σε αυτό πιστεύω εγώ. Γι’ αυτό σου μιλώ έτσι».
Τόσο
πόνο, πώς να τον αντέξει η Γωγώ. Τι να κάνει, πώς να ξεπεράσει το κενό. Μεμιάς,
με την απώλεια του Άγγελου, άλλαζαν τα πάντα στη ζωή της. Όλα αυτά που
σχεδίαζαν για το μέλλον χάθηκαν στα κύματα. Η λύπη θα ήταν σύντροφος της Γωγώς
από εδώ και πέρα. Για πόσον καιρό; Ποιος να ξέρει, μπορεί και για πάντα…
Μέσα
στην αλλοφροσύνη της, η σκέψη της πήγε στη μάνα και την αδελφή του Άγγελου.
Ξέσπασε, γοερό το κλάμα, κλείστηκε στο δωμάτιο της, έπεσε στο κρεβάτι της και
αφέθηκε στο σπαρακτικό λυγμό της. «Γιατί… Γιατί…» Ευτυχώς που η κυρία Θεοδώρα
είχε κατέβει να ψωνίσει κάτι που ξέχασε στην αναμπουμπούλα του μαντάτου και δεν
την άκουσε. Πώς να δικαιολογήσει την ακραία συμπεριφορά της.
Το
απόγευμα δεν άντεχε να καθίσει στο σπίτι. Ήθελε να μάθει αν υπήρχε κάποιο νέο
και σκεφτόταν να πάει στο σπίτι του Άγγελου, όμως από την άλλη φοβόταν πως θα
έδινε αφορμή για σχόλια. «Καλέ κυρία, να πάω μέχρι την αγορά να μάθω για τα
παιδιά που πνίγηκαν; Όλο και κάτι νεότερο θα έχει μαθευτεί».
«Καλά
πήγαινε, θα σου δώσω και λεφτά να φέρεις γλυκά από το ζαχαροπλαστείο, για το
καλό, για τα γενέθλιά σου. Μόνο μην αργήσεις πολύ γιατί θα πάω μετά για χαρτί.
Ο κύριος θα αργήσει, έχουν μια σοβαρή συνάντηση στην Περιηγητική για τα έργα
στην πόλη. Άντε να πας…»
Όσους
και να συνάντησε η Γωγώ, όσους και να ρώτησε, οι απαντήσεις ίδιες. Ήταν
οριστικό, βέβαιο, το πλοίο είχε βυθιστεί, μάλλον γιατί έμεινε ακυβέρνητο από
μηχανική βλάβη όταν το χτύπησε σφοδρή κακοκαιρία. Μάλιστα δεν βρέθηκαν ούτε
βάρκες, ούτε αντικείμενα από το πλοίο να επιπλέουν στη θάλασσα. Το πλοίο πήρε
μαζί του στο βυθό και τους ναυτικούς που ήταν επάνω του. Η σκληρή και αδυσώπητη
πλευρά της θάλασσας είχε σημαδέψει τον Άγγελο και το πλοίο.
Γύρισε
στο σπίτι, έκανε πως ήταν ευδιάθετη μέχρι να φύγει η κυρία Θεοδώρα και με το
που έφυγε πήγε στο δωμάτιο της. Κάθισε λίγο στο παράθυρο, αναπόλησε κάποιες
στιγμές με τον Άγγελο, μα μόλις άρχισαν να τρέχουν δάκρυα από τα μάτια της,
σηκώθηκε, σκουπίστηκε, έβαλε τη νυχτικιά της και έπεσε για ύπνο. Όχι πως θα
κοιμόταν, απλά ήθελε να κλείσει τα μάτια της, να μη βλέπει, να πάει κάπου…
Μήπως και τον συναντήσει…
Το
πρωί στην αγορά όλοι με μια εφημερίδα στο χέρι. Στην πρώτη σελίδα με μεγάλα
γράμματα το ναυάγιο. Το πώς και τι έγινε και οι ανθρώπινες τραγωδίες για τον
καθένα που βρισκόταν στο μοιραίο πλοίο, την οικογένεια και τους φίλους του.
Πήρε και η Γωγώ μια εφημερίδα, άκουσε και όσα έλεγαν Ναυπλιώτες και Τολιανοί
στα πηγαδάκια που είχαν στηθεί και γύρισε με την κυρία Θεοδώρα στο σπίτι. Ήταν
Σάββατο και είχε πολλές δουλειές να κάνει, έτσι πέρασε η μέρα, αποκαμωμένη το
βράδυ, την πήρε ο ύπνος αμέσως.
Κυριακή
στη λειτουργία στον Άγιο Νικόλα, ακούει πως θα ψαλεί επιμνημόσυνη δέηση για τον
Άγγελο στην Παναγία που ήταν η ενορία του. Η απόσταση των δύο εκκλησιών μικρή,
κάτι περισσότερο από διακόσια μέτρα. Έτσι μόλις τέλειωσε η λειτουργία στον Άγιο
Νικόλα, τρέχοντας πήγε στην Παναγία. Πήρε δυο κεριά την ώρα του «Δι’ ευχών…» τα
άναψε και στάθηκε μπροστά στην εικόνα της Παναγίας. «Μανούλα του κόσμου… Κάνε
το θαύμα σου… Σώσε τον Άγγελο και τα άλλα τα παιδιά…»
«Ευλογητός
ο Θεός ημών, πάντοτε…» Το μαυροφορεμένο εκκλησίασμα δεν μπορεί να πνίξει τη
συγκίνηση, το βουβό κλάμα γίνεται οιμωγή. Μάνα και αδελφή του Άγγελου ένα
κουβάρι, τραγικές μορφές της συμφοράς που αποφάσισε η μοίρα γι’ αυτές και τον
Άγγελο πρώτα. Λόγια παρηγοριάς από τον ιερέα, λόγια αγάπης και συμπαράστασης,
όμως, λόγια… Το Γολγοθά μόνες τους θα τον ανέβαιναν…
Η
Γωγώ κρατάει την ψυχραιμία της και πλησιάζει τις δυο γυναίκες. Αυτές, πνιγμένες
στις αγκαλιές του κόσμου. Κάποια στιγμή καταφέρνει να μιλήσει στη Γαλήνη, την
αδελφή του Άγγελου. «Είμαι η Γωγώ, τον ήξερα τον Άγγελο, κουράγιο…» Δεν μπόρεσε
να πει τίποτα άλλο, απομακρύνθηκε πριν προλάβει να ακούσει το «ευχαριστώ» της.
Τρέχοντας όπως πήγε, βουρκωμένη, ξαναγύρισε στον Άγιο Νικόλα. Η κυρία Θεοδώρα
έξαλλη, την περίμενε μόνη της, οι άλλοι είχαν φύγει.
«Δε
μου λες, τι έχεις πάθει; Όλοι στεναχωρηθήκαμε για τα παιδιά, αλλά μου φαίνεται
εσύ το παρακάνεις».
«Ξέρετε,
κυρία Θεοδώρα, έχω χάσει και εγώ έναν ξάδερφο σε ναυάγιο, είκοσι χρονών ήταν,
και όσο να ‘ναι έχω επηρεαστεί. Μη με παρεξηγείτε, τα παιδιά τα έβλεπα κάθε
μέρα στην αγορά, μου μιλούσαν και μου γελούσαν, καταλαβαίνετε».
«Εντάξει,
καταλαβαίνω, αλλά να τελειώνουμε με αυτό το θέμα».
«Ναι,
κυρία…»
«Πάμε
μια βόλτα στην παραλία, καλό καιρό έχει, να περπατήσουμε. Ο κύριος έχει πάλι
συνάντηση στην Περιηγητική. Ήθελα να ‘ξερα τι μαγειρεύουν. Πάμε».
Προχώρησαν
οι δυο τους, μισό βήμα πιο μπροστά η κυρία Θεοδώρα, όπως επέβαλλε το
πρωτόκολλο. «Έκλεισες τέσσερις μήνες εδώ Γωγώ. Πώς τα βλέπεις τα πράγματα;
Είσαι ευχαριστημένη; Τι σου έχει κάνει ιδιαίτερη εντύπωση μέχρι τώρα;»
«Σε
γενικές γραμμές είμαι ευχαριστημένη, από σας, όπως σας έχω ξαναπεί, δεν έχω
κάποιο μεγάλο παράπονο. Δούλα είμαι και σεις το αφεντικό μου. Υπάρχουν βέβαια
και κάποια πράγματα που με πειράζουν, αλλά τα δέχομαι. Για τον κύριο
Αρχοντόπουλο δε θέλω να μιλήσω, η ζωή στο Ναύπλιο είναι όμορφη και αισθάνομαι
τυχερή που βρέθηκα εδώ και όχι σε κάποιο άλλο μέρος που, εκτός από δουλειές, δε
θα είχα να κάνω τίποτα άλλο. Θα σας απαντήσω και στο τι μου έχει κάνει
ιδιαίτερη εντύπωση και μπορεί να σας φανεί παράξενο. Αυτό που μου έχει κάνει
εντύπωση λοιπόν, εκτός από τα παρατσούκλια που όλοι χρησιμοποιούν και κρύβουν
φαντασία και χιούμορ, είναι πως οι άνθρωποι εδώ, έχουν ευγένεια όταν
απευθύνονται στους άλλους. Πώς τώρα αυτό, παντρεύεται με το ότι, όλοι, μα όλοι,
κουτσομπολεύουν ο ένας τον άλλο… Ακόμα, δεν το έχω εξηγήσει».
«Γωγώ,
μένω κατάπληκτη. Πού στο καλό έμαθες να λες τέτοια όμορφα πράγματα; Μη μου πεις
ότι τα κουβάλαγες από το χωριό σου; Πότε μπόρεσες να καταλάβεις πράγματα που
άλλοι στη ζωή τους ολόκληρη δεν καταλαβαίνουν; Τι μου κρύβεις, Γωγώ;»
«Τίποτα
κυρία, μου αρέσει το διάβασμα, πήγα και σχολείο, τόσες φορές το είπαμε, βάζω να
δουλέψει και το μυαλό μου και λέω αυτές τις σαχλαμάρες. Μη νομίζετε πως τις λέω
και πάρα πέρα, να τώρα ήρθε η κουβέντα και αφού με ρωτήσατε σας τις είπα».
Η
κουβέντα τους σταμάτησε απότομα, γιατί φτάνοντας στα καφενεία της παραλίας, οι
παρέες των φίλων της κυρίας Θεοδώρας που βρίσκονταν εκεί την κάλεσαν να καθίσει
κοντά τους. Η κυρία Θεοδώρα κάθισε και έδωσε άδεια στη Γωγώ να συνεχίσει τη
βόλτα μόνη της. Περπάτησε η Γωγώ δίπλα στη θάλασσα μέχρι το τέλος της βόλτας,
του «νυφοπάζαρου», και προχώρησε προς το φανάρι. Κάθισε στο πεζούλι από την
πλευρά που ήταν τα βράχια και άφησε το βλέμμα της να χαθεί στη γαλάζια θάλασσα.
Το
ελαφρύ κύμα σβήνοντας στα βράχια, δημιουργούσε ήχους που στη φαντασία της Γωγώς
έμοιαζαν σαν μηνύματα που της έστελνε ο Άγγελος. Σηκώθηκε απότομα, κοίταξε στο
βάθος την απεραντοσύνη της και μονολόγησε: «Άκου πλανεύτρα, εσύ που ξέρεις να
μαγεύεις, εμένα δε θα με παρασύρεις, εγώ είμαι από τα βουνά, από τη στέρεη γη.
Μου πήρες την αγάπη μου, να την χαίρεσαι εσύ, εμένα μου άφησες τις αναμνήσεις
και στη μάνα και την αδελφή του πόνο, καταραμένη να είσαι, μα εμένα δε θα με
νικήσεις. Θα συνεχίσω και για κείνον».
Ο
παραλογισμός δεν ήταν μακριά με αυτά που είχαν κυριαρχήσει στο μυαλό της Γωγώς.
Το κατάλαβε και άρχισε να χαμηλώνει το θυμό της. Κανείς δεν μπορεί να τα βάλει
με τη φύση και αυτό που μπορεί την κάθε στιγμή να συμβεί. Αυτό που κανείς δεν
μπορεί να προβλέψει.
Προσπάθησε
να ηρεμήσει, να σκεφτεί ψύχραιμα, να βάλει ξανά τα πράγματα σε μια σειρά, να
αντιμετωπίσει αυτά που ανοίγονταν πλέον μπροστά της. Σύμμαχος αυτής της
διαδικασίας η κυρία Θεοδώρα, που όλο αυτό το διάστημα που η Γωγώ έψαχνε να βρει
τις ισορροπίες της για να συνεχίσει της ζωή της, λες και το καταλάβαινε, της
φερόταν με ανεξήγητη κατανόηση και πέρα από τις τρέχουσες δουλειές στο σπίτι,
δεν της φόρτωσε κάτι ιδιαίτερο που να την κάνει να βλαστημήσει την ώρα που πήγε
υπηρέτρια στο σπίτι του Αρχοντόπουλου.
Η
Γωγώ, συνειδητοποιούσε, πως ό,τι και να τύχει στη ζωή, δεν μπορείς να σταθείς
σε αυτό. Θέλεις δε θέλεις θα προχωρήσεις. Δεν υπάρχει άλλη επιλογή.
Κεφάλαιο 6
Μετέωρη…
«Γωγώ,
στις 26 του μηνός του Αγίου Δημητρίου, που γιορτάζει και ο κύριος σου, είναι η
μέρα που ανοίγουμε το σπίτι και δεχόμαστε όποιον θέλει να του ευχηθεί. Θα
έχουμε πολύ κόσμο. Όπως καταλαβαίνεις υπάρχουν ένα σωρό δουλειές που πρέπει να
γίνουν μέχρι τότε». Σαφέστατη η κυρία Θεοδώρα. Πέμπτη 16 Οκτωβρίου, δέκα μέρες
πριν από την ονομαστική εορτή του Αρχοντόπουλου αρχίζουν οι προετοιμασίες.
Παρασκευή από νωρίς το πρωί, η Γωγώ με την καθοδήγηση της κυρίας Θεοδώρας
σκουπίζει και σφουγγαρίζει το ισόγειο και τις δυο αποθήκες. Βγάζει όλες τις
κουρτίνες για να πλυθούν και ξεσκονίζει πολυελαίους και καθρέφτες της εισόδου.
Το Σάββατο, σκουπίζει και πλένει τη σκάλα και με τη βοήθεια της κυρίας Θεοδώρας
απλώνουν τον τεράστιο διάδρομο που θα καλύψει τη σκάλα από πάνω μέχρι κάτω.
Η
κυρία Θεοδώρα δείχνει στη Γωγώ πώς θα περνά τις μπρούτζινες βέργες, που από
νωρίς το πρωί είχε τρίψει για να γυαλίσουν, σε κάθε σκαλοπάτι, ώστε να
συγκρατείται ο διάδρομος. Η Γωγώ ξεκινά από το πρώτο σκαλοπάτι και συνεχίζει
προς τα πάνω χωρίς πρόβλημα. Μετά από κάμποση ώρα, που πια οι ώμοι της
βαραίνουν από την κούραση, φτάνει στο τέλος. Στο τελευταίο σκαλοπάτι, το
αριστερό στήριγμα δαχτυλίδι, που πέρναγε μέσα του η βέργα που συγκρατούσε τον
παχύ διάδρομο, είχε χαλαρώσει και ήταν έτοιμο να φύγει από τη θέση του. Το
έστριψε να σταθεροποιηθεί, κάθισε στο κεφαλόσκαλο να πάρει ανάσα, μα μόλις
συνειδητοποίησε πού καθόταν, σηκώθηκε και πήγε κατευθείαν στο μπάνιο να πλυθεί.
Βγαίνοντας
από το μπάνιο χτύπησε το τηλέφωνο, το σήκωσε η κυρία της και άρχισε με κάποια
να μιλά. Αυτό που ήθελε να της πει η Γωγώ για τη βέργα στη σκάλα ξεχάστηκε,
γιατί ώσπου να τελειώσει η κυρία Θεοδώρα το τηλεφώνημα, η Γωγώ είχε πάει στο
δωμάτιο της, είχε ξαπλώσει και σχεδόν είχε αποκοιμηθεί.
Αργά
το μεσημέρι, ο Αρχοντόπουλος μπήκε στο σπίτι, σχολίασε με τον τρόπο του, «Ωραία,
στρώσαμε, καλό χειμώνα» και ανέβηκε τη σκάλα. Φτάνοντας στο τελευταίο
σκαλοπάτι, το στήριγμα της βέργας έφυγε και ο διάδρομος γλίστρησε προς τα κάτω κάνοντας
τον Αρχοντόπουλο να χάσει την ισορροπία του. Με τα πόδια στο κενό και πριν
προλάβει να πιαστεί από την κουπαστή της σκάλας, έπεσε προς τα μπρος και το
πρόσωπο του χτύπησε δυνατά στο κεφαλόσκαλο. Αίματα ξεπήδησαν από τη μύτη και το
στόμα του. Η κραυγή του αναστάτωσε την κυρία Θεοδώρα και τη Γωγώ που έτρεξαν
προς τη σκάλα.
Ο
Αρχοντόπουλος, αδύναμος και ζαλισμένος μετά το πρώτο χτύπημα, μη μπορώντας να
κρατηθεί από πουθενά, κατρακύλησε άτσαλα στη σκάλα, καθώς έφυγαν και άλλες δυο
τρεις βέργες από το γλίστρημα και το απότομο βάρος που δέχτηκαν πάνω τους.
Έφτασε με ταχύτητα μέχρι το πρώτο σκαλοπάτι, που ήταν πλατύτερο από τα άλλα και
μαρμάρινο. Χτύπησε με δύναμη για δεύτερη φορά στο κεφάλι, αυτή τη φορά πίσω και
χαμηλά. Ο ανατριχιαστικός ξερός ήχος από το χτύπημα, συνοδεύτηκε από αίμα που αμέσως
κύλησε στο μαρμάρινο σκαλοπάτι και από κει στα πλακάκια του πατώματος. Τα μάτια
του ορθάνοιχτα και γυρισμένα, επιβεβαίωναν τον ακαριαίο θάνατο. Τόσο σκληρά,
τόσο απροσδόκητα, χωρίς ούτε καν να προλάβει να αρθρώσει μια λέξη.
Η
κυρία Θεοδώρα και η Γωγώ, κατέβηκαν πηδώντας δυο δυο τα σκαλιά, από τη μεριά
της κουπαστής, η μία πίσω από την άλλη. Πανικοβλήθηκαν βλέποντας μέσα στα
αίματα τον Αρχοντόπουλο.
«Γωγώ,
τρέχα να φωνάξεις ένα γιατρό, να έρθει γρήγορα…»
Η
Γωγώ άνοιξε την εξώπορτα και με όλη της τη δύναμη άρχισε να φωνάζει, «Ένα
γιατρό, ένα γιατρό, χτύπησε ο κύριος Αρχοντόπουλος…»
Με
τις φωνές της Γωγώς και τις κραυγές της κυρίας Θεοδώρας, δεν άργησε να μαζευτεί
κόσμος στην είσοδο του σπιτιού. Μετά από λίγο έφτασε και ο φίλος τους γιατρός
Αργυρός, που είχε το ιατρείο του εκεί κοντά και σχεδόν μαζί του ήρθε και ένας
άλλος γιατρός, ο Τρίκαρδος. Οι δυο γιατροί διαπίστωσαν αμέσως πως ο
Αρχοντόπουλος ήταν νεκρός. Έστειλαν να ειδοποιήσουν τη Χωροφυλακή και να έρθουν
να τον πάρουν να τον πάνε στο νοσοκομείο και προσπάθησαν να παρηγορήσουν την
κυρία Θεοδώρα. Ανέβηκαν τη σκάλα με προσοχή και είδαν ότι τέσσερις βέργες είχαν
φύγει από τη θέση τους. Το συμπέρασμα που έβγαλαν ήταν πως ο Αρχοντόπουλος,
σκόνταψε στο τελευταίο σκαλοπάτι και πέφτοντας, μη μπορώντας να πιαστεί από κάπου,
παρέσυρε με το βάρος του το διάδρομο και έφυγαν οι βέργες από τη θέση τους. Το
συμπέρασμα αυτό των γιατρών, απάλλασσε από κάθε υπόνοια αμέλειας και τη Γωγώ. Η
τσαλακωμένη εφημερίδα εξάλλου που βρισκόταν στη μέση της σκάλας, έδειχνε πως ο
Αρχοντόπουλος ανεβαίνοντας, μάλλον διάβαζε την εφημερίδα και δεν πρόσεχε τα
σκαλοπάτια ούτε και κρατιόταν από την κουπαστή. Γι’ αυτό και βρέθηκε από το
τελευταίο στο πρώτο σκαλοπάτι χωρίς να προλάβει να αντιδράσει.
Πώς
να ξεπεραστεί το σοκ και ο πανικός της Γωγώς. Ανέβαινε, κατέβαινε τη σκάλα
χωρίς να ξέρει τι να κάνει. Άρχισαν διάφοροι να μπαίνουν στο σπίτι και ο
καθένας να σχολιάζει με τον τρόπο του το θέαμα του νεκρού Αρχοντόπουλου,
γεμάτου αίματα, στο μαρμάρινο σκαλοπάτι. Η Γωγώ έφερε ένα σεντόνι και τον
σκέπασε. Σε λίγο ήρθαν δυο χωροφύλακες μαζί με δυο νοσοκόμους. Εξέτασαν τα
αίματα στη σκάλα, τις βγαλμένες βέργες και το διάδρομο, τη θέση που είχε το
σώμα του Αρχοντόπουλου, μίλησαν με τους γιατρούς, ρώτησαν την κυρία Θεοδώρα και
τη Γωγώ να τους πουν τι είχε συμβεί και μετά τα συλλυπητήρια αποχώρησαν με τη
βεβαιότητα πως πρόκειται καθαρά για ατύχημα και απροσεξία του Αρχοντόπουλου.
Φεύγοντας έδωσαν εντολή στους νοσοκόμους να μεταφέρουν το νεκρό Αρχοντόπουλο
στο νοσοκομείο. Οι δυο γιατροί παρέμεναν στο σπίτι να παρηγορούν την κυρία
Θεοδώρα. Όσο πέρναγε η ώρα όλο και έρχονταν γνωστοί και φίλοι των
Αρχοντόπουλων. Η Γωγώ, πελαγωμένη, αφού καθάρισε τη σκάλα, έτρεχε να σερβίρει
τους ξαφνικούς επισκέπτες και να κάνει ό,τι της έλεγε η κυρία Θεοδώρα, που
ξαπλωμένη στο κρεβάτι της δεχόταν να μπουν στο δωμάτιο της, μόνο οι πιο
κοντινές της φίλες.
Κάποια
στιγμή, με την παρέμβαση των γιατρών, ο περισσότερος κόσμος άρχισε να φεύγει
από το σπίτι. Οι φίλες της κυρίας Θεοδώρας έστειλαν δυο από τις δικές τους
υπηρέτριες να βοηθήσουν τη Γωγώ και κάποιες μεγάλες στην ηλικία γειτόνισσες,
που ήξεραν τι έπρεπε να γίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, έμειναν για να
προετοιμάσουν το σπίτι. Ήρθε και ένας ξυλουργός να επιδιορθώσει τη σκάλα. Αργά
το απόγευμα, έφεραν τον Αρχοντόπουλο στο φέρετρο και τον τοποθέτησαν στη μέση του
μεγάλου σαλονιού. Πέρασε και ο παπάς και τον διάβασε και άρχισε πάλι να
μαζεύεται κόσμος. Η Γωγώ και οι δυο άλλες υπηρέτριες στο πόδι. Η κυρία Θεοδώρα
στο μικρό σαλόνι με τις φίλες της. Όλο το βράδυ φίλοι, γνωστοί, συνάδελφοι,
περίεργοι, όσοι ήξεραν ή και δεν ήξεραν τον Αρχοντόπουλο, περνούσαν να
συλλυπηθούν και να σχολιάσουν μεταξύ τους το γεγονός του τραγικού θανάτου. Αργά
το βράδυ έφτασαν από την Αθήνα ο μικρότερος αδελφός του Αρχοντόπουλου, ο
Νέστωρας και η αδελφή της κυρίας Θεοδώρας, η Κλάρα. Συγκίνηση, κλάματα, εξηγήσεις
για το πώς έγινε το κακό και τα συνηθισμένα λόγια για κουράγιο και πόσο καλός
ήταν ο μακαρίτης. Αυτά περίπου μέχρι τις τέσσερις το πρωί, οπότε η κυρία
Θεοδώρα αποκαμωμένη πια, αποσύρθηκε στο δωμάτιο της να κοιμηθεί αν μπορούσε για
λίγο. Ελάχιστοι είχαν μείνει στο σαλόνι με τον Αρχοντόπουλο και φυσικά η Γωγώ
που πηγαινοερχόταν συνεχώς στην κουζίνα και σέρβιρε ό,τι της ζητούσαν.
Η
κηδεία είχε οριστεί για τις τρεις το μεσημέρι της Κυριακής. Όλο το πρωί
έρχονταν στο σπίτι, συγγενείς και φίλοι, οι αρχές του τόπου, πελάτες και
γνωστοί από την Αθήνα και από άλλες πόλεις και χωριά της περιοχής. Η Γωγώ και
τα άλλα κορίτσια που τη βοηθούσαν δεν προλάβαιναν να σερβίρουν καφέδες και νερά.
Περισσότερος ακόμα κόσμος άρχισε να ανεβαίνει τη σκάλα του αρχοντικού του Αρχοντόπουλου,
όταν τέλειωσε η λειτουργία στις εκκλησιές του Ναυπλίου.
Πλησίαζε
το μεσημέρι, η Γωγώ εξαντλημένη και άυπνη συνέχιζε το δρομολόγιο
σαλόνι-κουζίνα. Κάποια στιγμή ήρθε ένας κύριος από μια ταβέρνα και είπε στη
Γωγώ πως μετά την κηδεία θα ακολουθούσε φαγητό στο σπίτι για τους συγγενείς και
φίλους, που είχαν έρθει από άλλα μέρη και κάποιους που ήθελε μαζί της η κυρία
Θεοδώρα. Θα έτρωγαν ψαρόσουπα που ετοίμαζε στην ταβέρνα του και πως μόλις
σήκωναν το νεκρό για να τον πάνε στην εκκλησία, έπρεπε να στρωθούν τραπέζια στο
μεγάλο σαλόνι για περίπου σαράντα άτομα. Η Γωγώ θόλωσε, ήταν αδύνατο να
καταφέρει σε τόσο λίγο χρόνο και με την κούραση που είχε κάτι τέτοιο. Ευτυχώς
όμως που τα είχαν προβλέψει όλα από την ταβέρνα και θα έρχονταν δυο γυναίκες,
που ήξεραν, να στρώσουν τα τραπέζια και να ετοιμάσουν ό,τι άλλο θα χρειαζόταν.
Γύρω
στις δύο, οι πιο κοντινοί συγγενείς και φίλοι ανέβηκαν στο σαλόνι και περίμεναν
τον παπά να έρθει για να ξεκινήσει η πομπή που θα πήγαινε τον Αρχοντόπουλο στον
Άγιο Νικόλα. Μεγάλο και το πλήθος που είχε μαζευτεί έξω από το σπίτι για να
συνοδεύσει τον Αρχοντόπουλο, πρώτα στην εκκλησία και από εκεί στην τελευταία
του κατοικία.
Όταν
έφυγαν για την εκκλησία ένας αγώνας δρόμου ξεκίνησε μέσα στο σπίτι. Στην αρχή
σκούπισμα και τακτοποίηση των επίπλων, πλύσιμο δεκάδων σκευών σερβιρίσματος και
στη συνέχεια να ετοιμαστεί το μεγάλο τραπέζι, για να καθίσουν να φάνε σαράντα
άτομα στο μεγάλο σαλόνι. Οι τρεις υπηρέτριες, οι δυο γυναίκες από την ταβέρνα
και τρεις γειτόνισσες σε μεγάλη υπερένταση, να πηγαινοέρχονται και να μιλούν
όλες μαζί. Έπρεπε, σε λιγότερο από δυο ώρες να κάνουν τόσα πολλά που το άγχος
τους δεν κρυβόταν, η μια το μετέδιδε στην άλλη. Ευτυχώς που μετά την κηδεία θα
προσφερόταν καφές για όλο τον κόσμο, στη μνήμη του Αρχοντόπουλου, στα καφενεία
της παραλίας και έτσι θα είχαν λίγη ακόμη ώρα στη διάθεση τους. Το φαγητό δεν
μπορούσε να καθυστερήσει γιατί όσοι είχαν έρθει από μακριά για την κηδεία,
ήθελαν να γυρίσουν μέχρι το βράδυ στα σπίτια τους.
Κατά
τις πέντε άρχισαν να ανεβαίνουν οι πρώτοι και μέχρι τις πέντε και μισή είχαν
όλοι πάρει τις θέσεις τους γύρω από το τραπέζι. Ο ταβερνιάρης έφερε δυο μεγάλες
κατσαρόλες γεμάτες με σούπα, από φαγκρί και σφυρίδες και άρχισε το σερβίρισμα.
Χόρτα και λαχανικά και τα φρέσκα ψάρια με ρετσίνα συμπλήρωναν το μενού. Σε μια
ώρα οι περισσότεροι, αφού έφαγαν, χαιρέτισαν και έφυγαν, αρκετοί όμως έμειναν
και συζητούσαν. Αναμνήσεις με τον Αρχοντόπουλο, για το πόσο άτυχος ήταν, για το
τι θα γίνει μετά την απουσία του και ευκαιρία για μερικούς να γνωριστούν καλύτερα.
Μέχρι
το βράδυ είχαν φύγει από το σπίτι σχεδόν όλοι. Παρέμεναν, η αδελφή της κυρίας
Θεοδώρας, δυο φίλες της, ο μικρός αδελφός του Αρχοντόπουλου και ένας συνάδελφος
του που είχε έρθει μαζί του από την Αθήνα. Ο μεγάλος του αδελφός, που είχε
έλθει το πρωί, έφυγε αμέσως μετά την κηδεία και ούτε στο τραπέζι για φαγητό δεν
κάθισε. Ευτυχώς για τη Γωγώ, που τα πόδια της δεν την κρατούσαν πια, είχαν
μείνει οι άλλες δυο υπηρέτριες να πλύνουν το βουνό από πιάτα, ποτήρια και
κουταλοπίρουνα που βρίσκονταν στο διπλό νεροχύτη της κουζίνας.
Θα
‘ταν δύο τη νύχτα που ξάπλωσε στο κρεβάτι της. Ούτε ήξερε πόσες ώρες ήταν άυπνη
και πόσες ώρες δούλευε και μάλιστα και σε δουλειές που δεν είχε ξανακάνει.
Τέτοια κούραση πρώτη φορά ένιωθε, όσο για συναισθήματα… Κοιμήθηκε αμέσως και
όταν ξύπνησε νωρίς το πρωί με το ζόρι κατάφερε να σηκωθεί. Πήγε στο δωμάτιο της
κυρίας Θεοδώρας. Είχε ξυπνήσει και αυτή. Ανοιχτά τα μάτια της, καρφωμένα στο
παράθυρο. Της φάνηκε συγκινημένη της Γωγώς.
«Κυρία,
δεν μπόρεσα να σας μιλήσω χθες, όλο κόσμο είχαμε, μόνη σας δε σας πέτυχα
καθόλου, χωρίς άλλους μπροστά. Λυπάμαι γι’ αυτό που συνέβη στον κύριο και πιο
πολύ λυπάμαι για σας. Ούτε σε αυτόν άξιζε τέτοιο τέλος, ούτε και σε σας τέτοια
συνέχεια στη ζωή…»
«Ζήσαμε
μαζί χαρές και λύπες, όμορφες και άσχημες στιγμές, όπως όλα τα ζευγάρια. Πολλά
θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά, αλλά και αυτό το διαφορετικά ποιος ξέρει αν
θα ήταν καλύτερο ή χειρότερο. Στο μυαλό μας πάντα έχουμε το καλύτερο και
θέλουμε να ζήσουμε το όνειρο και καλά κάνουμε. Μόνο που αν δεν έρθει το
καλύτερο, πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι για το χειρότερο. Δεν ξέρω Γωγώ
ποιο είναι το χειρότερο…» Ξέσπασε σε κλάματα στην αγκαλιά της Γωγώς που είχε καθίσει
δίπλα της στο κρεβάτι.
Η
Γωγώ της χάιδεψε τα μαλλιά την ώρα που η κυρία Θεοδώρα έβγαζε στην ποδιά της
Γωγώς, με δάκρυα, όλη την πίεση των τελευταίων δύο ημερών. Η Γωγώ έβαλε και
αυτή τα κλάματα τόσο που παραξενεύτηκε η κυρία Θεοδώρα.
«Καλά
εσύ γιατί κλαις;»
«Για
σας, καλέ κυρία, αλλά έχω κι εγώ τα δικά μου».
«Ποια
δικά σου έχεις εσύ, Γωγώ;»
«Μη
δίνετε σημασία, όλοι έχουν κάποιο λόγο για να κλάψουν».
Σηκώθηκαν
και πήγαν στην κουζίνα να δουν τι θα χρειαζόταν να ψωνίσουν μετά τα όσα είχαν
συμβεί. Έκαναν ένα μεγάλο κατάλογο, έδωσε χρήματα η κυρία Θεοδώρα στη Γωγώ και
την έστειλε να τα ψωνίσει. Οι επόμενες ημέρες θα ήταν διαφορετικές, όλοι οι
γνωστοί και φίλοι θα έκαναν επίσκεψη, στη χήρα πλέον, του Αρχοντόπουλου και
έτσι το σπίτι έπρεπε να έχει ιδιαίτερες και πλούσιες προμήθειες και κεράσματα
για τους επισκέπτες. Το μεσημέρι ήρθαν στο σπίτι ο αδελφός του Αρχοντόπουλου
και η αδελφή της κυρίας Θεοδώρας, έφαγαν όλοι μαζί το φαγητό που ετοίμασε η
Γωγώ και αφού μίλησαν γι’ αυτά που έπρεπε να γίνουν μετά το θάνατο του
Αρχοντόπουλου, έφυγαν για την Αθήνα. Έμειναν πάλι οι δυο τους. Η κυρία Θεοδώρα
και η Γωγώ. Ξεκουράστηκαν καμιά ώρα και από το απόγευμα άρχισε το βασανιστικό
εθιμοτυπικό της επίσκεψης στη χήρα για παρηγοριά. Ίσως το πιο βάρβαρο έθιμο από
αυτά που ακολουθούν την απώλεια του προσφιλούς σου προσώπου. Να είσαι
υποχρεωμένος να επαναλαμβάνεις τα ίδια γεγονότα, τις ίδιες συζητήσεις, να
πληγώνεσαι ξαναζώντας τα, να ανέχεσαι την υποκρισία πολλών από αυτούς που σε
επισκέπτονται, να ευχαριστείς και να κάνεις πως αποδέχεσαι τη συμπάθεια κάποιων
που ούτε να τους δεις δε θέλεις και να είσαι στα μάτια τους κάτι σαν δύστυχος
που έχεις ανάγκη από τη λύπηση τους, αυτών που τους είχες εσύ για λύπηση.
Ηλίθια κοινωνικά «είθισται», αναπαραγωγή φτηνού συντηρητισμού, υποκρισίας και
κακομοιριάς. Κατάλοιπα σκοταδισμού, στο όνομα της αλληλεγγύης για την
ικανοποίηση της περιέργειας και του κουτσομπολιού. Να πρέπει να αποδείξεις τη
λύπη σου στην κοινωνία, γιατί αυτό στη ουσία γινόταν, με το να μη βγει η χήρα
από το σπίτι της για τις πρώτες σαράντα μέρες και να δέχεται στο σπίτι τα
αληθινά και ψεύτικα συλλυπητήρια του οποιουδήποτε, συνοδευόμενα μάλιστα και με
κέρασμα.
Κάθε
απόγευμα μετά τις πέντε το σπίτι ανοιχτό, μέχρι τις εννιά και τις δέκα το
βράδυ. Πέντε, δέκα και δώδεκα οι επισκέψεις. Τα πρωινά η Γωγώ πήγαινε στην
αγορά να ψωνίσει και κάθε φορά μάτωνε η ψυχή της σαν δεν έβλεπε τον Άγγελο.
Μπορεί να ξεχάστηκε λίγο με το θάνατο του Αρχοντόπουλου και τις πολλές ασχολίες
στο σπίτι, όμως ο Άγγελος ήταν συνεχώς στο μυαλό της.
Η
Κυριακή 26 Οκτωβρίου, που θα γιόρταζε ο Αρχοντόπουλος την ονομαστική του εορτή,
ήταν μια ιδιαίτερα φορτισμένη μέρα. Η κυρία Θεοδώρα, αν και κάποιοι της είπαν
πως δεν έπρεπε να πάει γιατί ήταν πρόσφατος ο θάνατος, πήρε μαζί της τη Γωγώ
και πήγε στη λειτουργία στον Άγιο Νικόλα. Κατάμαυρα ντυμένη, μαύρο καπέλο με
μαύρο τούλινο πέπλο να καλύπτει το πρόσωπο της και φούστα πολύ κάτω από το
γόνατο.
Δευτέρα
πρωί παραμονή της 28ης Οκτωβρίου και το κλίμα είναι πανηγυρικό στην πόλη. Η
Γωγώ βγήκε για ψώνια στην αγορά και γρήγορα επέστρεψε γιατί από νωρίς θα άρχιζαν
οι επισκέψεις.
Το
ίδιο σκηνικό των τελευταίων ημερών στο σπίτι. Το μόνο καλό ήταν πως ήρθαν
κάποιες φίλες της κυρίας Θεοδώρας και η ατμόσφαιρα κάπως ελάφρυνε. Κάθισαν
μάλιστα μέχρι αργά συζητώντας για τους άνδρες τους και τις αταξίες τους.
Την
ημέρα της εθνικής εορτής του ΟΧΙ, η κυρία Θεοδώρα άφησε τη Γωγώ να πάει να δει
την παρέλαση. Μαζεμένος κόσμος μπροστά στην πλατεία του Καποδίστρια, επίσημοι,
αξιωματικοί, παπάδες, όλοι ντυμένοι με τα καλά τους. Η φιλαρμονική του Δήμου
μπροστά, μαθητές, από μικρά πιτσιρίκια του δημοτικού μέχρι μεγάλα παιδιά του
γυμνασίου, πρόσκοποι και οδηγοί, φουστανελοφόροι και κοπέλες ντυμένες με
παραδοσιακές φορεσιές και στο τέλος ο στρατός, τα φανταράκια με τα όπλα τους
στον ώμο να κλείνουν την παρέλαση. Συγκίνηση για τη Γωγώ, ένιωσε όμορφα, μπορεί
και στο χωριό της να έκαναν εκδηλώσεις για να τιμήσουν αυτές τις ημέρες, αλλά
εδώ υπήρχε μεγαλοπρέπεια, όλα προσεγμένα, όλοι όσοι συμμετείχαν στην παρέλαση
να δείξουν τον καλύτερο τους εαυτό, με το χαμόγελο και την αισιοδοξία για ένα
καλύτερο αύριο να ξεχειλίζει από παντού. Νωρίς το βράδυ ακούστηκε στο σπίτι
πάλι η φιλαρμονική. Η κυρία Θεοδώρα είπε στη Γωγώ να κατέβει στη λαμπαδηφορία
που θα περνούσε από το Μεγάλο Δρόμο. Έτρεξε η Γωγώ και πήρε θέση. Μπροστά της
πέρασε η φιλαρμονική που παιάνιζε θούρια και πίσω στρατιώτες με αναμμένες δάδες
σε παράταξη και γρήγορο βήμα. Μια ακόμη ξεχωριστή εικόνα που θα έμενε στη μνήμη
της Γωγώς.
Το
διάστημα από τις 28 Οκτωβρίου μέχρι τα Χριστούγεννα ήταν για το Ναύπλιο το πιο
δύσκολο του χρόνου. Ο κόσμος δεν έβγαινε πολύ έξω, γιατί πέρα από τις
καθημερινές του ασχολίες, είχε να πάει να μαζέψει τις ελιές και όσοι είχαν να
κόψουν τα πορτοκάλια τους. Οι γιορτές που μεσολαβούσαν, κυρίως του Αγίου
Ανδρέα, που γιορταζόταν και η άλωση του Παλαμηδιού και του Αγίου Νικολάου,
έσπαζαν λίγο τη μονοτονία. Αυτό το διάστημα θα ήταν πολύ δύσκολο και για τη
Γωγώ. Είχε περάσει ήδη ένα μήνας από το χαμό του Άγγελου και αντί ο χρόνος που
έφευγε να ελαφρύνει τον πόνο της, συνέβαινε το αντίθετο. Κάθε μέρα και περισσότερο
της έλειπε. Σαν να μην έφτανε αυτό, η καθυστέρηση στην περίοδο της και κάποιες
ζαλάδες και τάσεις για εμετό, έδειχναν ότι ήταν έγκυος. Προσπαθούσε να το
ξορκίσει, δε δεχόταν πως αυτό είχε συμβεί αν και από την άλλη, μέσα της, μάλλον
το ευχόταν. Τρικυμία και πουθενά στεριά για τη Γωγώ. Πώς να καταφέρει να
ξεπεράσει τόσες αναποδιές; Και χωρίς κάποιον δίπλα της. Κάποιον που να μπορεί
πάνω του να στηριχτεί…
Την
Κυριακή 2 Νοεμβρίου, στα σαράντα του Άγγελου, η Γωγώ πήγε πρώτα στον Άγιο
Νικόλα, κάθισε λίγο και πριν τελειώσει η λειτουργία, πήγε να προλάβει και το
μνημόσυνο του Άγγελου στην εκκλησία της Παναγίας. Μια βουβή τραγωδία εξελισσόταν
εκεί. Όλοι να καταριούνται τη μαύρη μοίρα, που δεν άφησε ούτε τα κουφάρια των
παλικαριών που πνίγηκαν, να βρεθούν και να θαφτούν. Σκληρή, βάναυση μοίρα… Μα
μοίρα…
Ο
παπάς είπε πως όποιος ήθελε μπορούσε να πάει στο σπίτι του Άγγελου να
συλλυπηθεί και να πιει έναν καφέ, ένα κονιάκ στη συγχώρεση του. Η Γωγώ δεν το
σκέφτηκε πολύ. Ήταν δυνατό να μην πάει στο σπίτι του, να πει δυο λόγια
παρηγοριάς στη μάνα και την αδελφή του; Αν ήταν να πουν κάτι, ας το έλεγαν. Δε
θα έκανε πίσω για τα λόγια του κόσμου. Πήγε, κάθισε δίπλα στη Γαλήνη, της έδωσε
όσο κουράγιο μπορούσε και της είπε πως ήξερε καλά τον αδελφό της και ήταν φίλη
του. Αν χρειαζόταν κάποια βοήθεια να μη διστάσει να τη ζητήσει. Ακόμα και
χρήματα να της δώσει, από τα λιγοστά που και αυτή είχε. Αγκαλιάστηκαν σφιχτά
και αφού χαιρέτισε η Γωγώ και τη μητέρα του Άγγελου, έφυγε για το σπίτι της.
Στο
δρόμο βουρκωμένη, άρχισε να σκέφτεται πώς θα τα καταφέρουν οι δυο γυναίκες
χωρίς τον προστάτη τους Άγγελο. Παραδουλεύτρα η μάνα και χωρίς να έχει κάθε
μέρα δουλειά. Μαθήτρια στο γυμνάσιο, με τις ανάγκες των παιδιών που πήγαιναν
σχολείο η δεκαπεντάχρονη Γαλήνη, που εκτός από το διάβασμα, έπρεπε να
συμμετέχουν και σε όλες τις άλλες εκδηλώσεις και δραστηριότητες, αθλητισμού,
μουσικής, πολιτισμού, που σχεδόν ήταν υποχρεωτικές. Πολλά τα έξοδα και τα
χρήματα τους λίγα.
Και
η Γωγώ; Τι θα έκανε τώρα που όλα έδειχναν ότι ήταν έγκυος και είχε στην κοιλιά
της το παιδί του Άγγελου; Σε λίγο η εγκυμοσύνη της θα φανερωνόταν, έπρεπε να
ετοιμαστεί να αντιμετωπίσει τις συνέπειες και τα ερωτήματα. Ο ερχομός ενός
παιδιού είναι ευλογία, στην περίπτωση όμως της Γωγώς και στις συνθήκες που
είχαν διαμορφωθεί, η ευλογία κινδύνευε να γίνει εφιάλτης. Είχαν μπλέξει τόσο τα
πράγματα. Πολύ δύσκολα θα έβρισκε τις λύσεις.
Η
αναγκαστική κλεισούρα λόγω πένθους και το καθημερινό μαρτύριο των επισκέψεων
που συνεχιζόταν, είχαν σπάσει τελείως τα νεύρα της κυρίας Θεοδώρας. Έβριζε,
φώναζε, ξεσπούσε στη Γωγώ και μετά της ζητούσε συγγνώμη. Είχε τα δίκια της,
ανυπόφορη κατάσταση, σκέτη τρέλα.
Η
Γωγώ, που όλα μέχρι πριν ένα μήνα της φαίνονταν μαγικά, άρχισε να κλονίζεται.
Όμορφο το Ναύπλιο, πολλά και ενδιαφέροντα γίνονταν εδώ, αλλά και ένα πνίξιμο,
μια καταπίεση, ένας ψυχαναγκασμός, θέλεις δε θέλεις, συμφωνείς δε συμφωνείς, είσαι
υποχρεωμένος να κάνεις αυτό που πρέπει, αυτό που επιτάσσουν κάθε φορά οι
κανόνες.
Τα
βράδια, όταν όλοι όσοι τους είχαν επισκεφτεί είχαν φύγει, η Γωγώ συμμάζευε
πρόχειρα, γέμιζε το νεροχύτη με τα άπλυτα και ετοίμαζε κάτι να τσιμπήσουν με
την κυρία Θεοδώρα. Κάθονταν δυο τρεις ώρες οι δυο τους και συζητούσαν. Κυρίως
έλεγαν για τους επισκέπτες της ημέρας. Περισσότερο μίλαγε η κυρία Θεοδώρα, που
έμοιαζε σαν να ήθελε να βγάλει τα απωθημένα της γι’ αυτούς κυρίως που δε
χώνευε. Για όσους έρχονταν τάχα λυπημένοι να της συμπαρασταθούν. Ήξερε πως
υποκρίνονταν. Είχε για τον καθένα και κάτι που αποδείκνυε την υποκρισία του.
Μάθαινε
η Γωγώ για πρόσωπα και καταστάσεις, για συμφέροντα, για μυστικά που κρύβονταν,
για παρανομίες και συμμαχίες των ισχυρών της πόλης. Η κυρία Θεοδώρα αισθανόταν
ελεύθερη μετά το θάνατο του Αρχοντόπουλου, να μιλά χωρίς να φοβάται, χωρίς να
πρέπει να καλύψει γεγονότα, μπορούσε να σχολιάζει πρόσωπα με το όνομά τους, που
ήταν και το πιο δύσκολο γιατί υπήρχε ο νόμος της σιωπής που τα προστάτευε.
Βέβαια, αυτά στο ξέσπασμα από την πίεση που αισθανόταν, με αποδέκτη μόνο τη
Γωγώ. Δεν ήταν και τρελή να αρχίσει να τα φωνάζει στο δρόμο.
Μια
σχέση εμπιστοσύνης χτιζόταν μεταξύ των δύο γυναικών. Καθόλου περίεργο. Και οι
δυο τους έχασαν τους άνδρες τους μέσα σε διάστημα λίγων ημερών. Η μια, έναν
έρωτα, σύντομο μα τόσο δυνατό και η άλλη το σύζυγο που μαζί του έζησε τόσα
χρόνια, άλλοτε όμορφα, άλλοτε δύσκολα, κάποιες φορές άσχημα και στο τέλος
αδιάφορα. Θέλοντας και μη, η τύχη έτσι το έφερε, η μια έγινε το αποκούμπι της
άλλης. Ξένες και οι δυο, από άλλους τόπους, χωρίς πραγματικούς φίλους,
συγγενείς, χωρίς δεσμούς και ανθρώπους να τις στηρίξουν σε μια ανάγκη, εκεί που
όλα μοιάζουν να έχουν χαθεί. Πάντως, η εμπιστοσύνη που έδειχνε η μία στην άλλη,
δεν έφτανε στο σημείο, να αποκαλύπτουν και τα προσωπικά τους κρυφά μυστικά.
Έτσι, όσο και αν μίκραινε η απόσταση μεταξύ τους, τελικά οι διαφορές αφεντικού
και υπηρέτριας υπερτερούσαν και τις κρατούσαν, στη θέση της την καθεμιά.
……………………………………………………………………….
Κυριακή 16
Νοεμβρίου, απόγευμα στο σπίτι. Δεν περίμεναν κάποια επίσκεψη. Η κυρία Θεοδώρα
φώναξε στο μικρό σαλόνι τη Γωγώ. Της είπε να ανάψει τη σόμπα γιατί έκανε κρύο
και αισθανόταν έντονη την υγρασία. Η Γωγώ έφερε ξύλα από το ισόγειο και άναψε
τη σόμπα. Έφτιαξε δυο κούπες τσάι και στρώθηκε στον καναπέ δίπλα στην κυρία
Θεοδώρα. Μετά το χαμό του Αρχοντόπουλου το αυστηρό πρωτόκολλο είχε πάει
περίπατο.
«Δε μου
λες... χλωμή σε βλέπω. Πότε έχεις κάτι εμετούς, πότε κάτι ζαλάδες και σαν να
έχεις παχύνει μου φαίνεται, είσαι καλά;» ρώτησε η κυρία Θεοδώρα τη Γωγώ.
«Καλά είμαι
κυρία, μάλλον, τι μάλλον δηλαδή, αυτά που βλέπετε είναι τα σημάδια πως είμαι
έγκυος...»
Ίσα που
πρόλαβε η κυρία Θεοδώρα να ακουμπήσει την κούπα με το τσάι πάνω στο τραπέζι,
πριν της φύγει από τα χέρια.
«Τι είναι
αυτά που λες! Δεν το χωρά ο νους μου. Έγκυος! Πότε και με ποιον;»
«Το πότε
μπορώ να σας το πω, πρέπει να έκλεισα τους δυο μήνες, το με ποιον, αφήστε το
καλύτερα».
«Κάτσε να
πάρω μια ανάσα γιατί θα τρελαθώ. Εσύ ήρθες στο Ναύπλιο πριν από πέντε μήνες,
πότε πρόλαβες να προχωρήσεις σε ερωτική σχέση και με ποιον;»
«Μην
επιμένετε, δεν πρόκειται να σας πω τίποτα περισσότερο».
«Καταλαβαίνεις
πως πρέπει να φύγεις από το σπίτι; Ότι έπρεπε ήδη να έχεις φύγει από το σπίτι;
Στο διάολο να πας, και συ και το μπαστάρδι σου».
«Μη
βιάζεστε, κυρία, θα φύγω… μη βιάζεστε».
«Τι έχεις
στο νου σου! Δεν πιστεύω να θέλεις να με εκβιάσεις;»
«Όχι, κυρία
Θεοδώρα, ξέρω πολλά και θα μπορούσα να το κάνω, όμως δεν έχω σκοπό να σας
βλάψω. Ελπίζω να μη θελήσετε και σεις».
«Πες μου
λοιπόν τι θέλεις και πώς σκέφτεσαι να δικαιολογήσεις τη γκαστριά σου που σε
λίγο καιρό δε θα κρύβεται».
«Ακόμα δεν
έχω αποφασίσει, το μόνο σίγουρο είναι πως θα κρατήσω το παιδί και θα κάνω
οτιδήποτε χρειαστεί γι' αυτό».
«Να
ξαναρωτήσω ποιος είναι ο πατέρας. Το ξέρει αυτός; Αν όχι, υπάρχει λόγος να μην
το μάθει; Θα κουβαλάς στη ζωή σου ένα παιδί χωρίς πατέρα;»
«Σας είπα,
μην επιμένετε...»
«Γωγώ,
κοίταξε με και πες μου, σε ξορκίζω, μην είναι του...»
Η Γωγώ
βλέποντας την κυρία της εξουθενωμένη, παραδομένη σε αυτό που δεν ήθελε να
ακούσει, πίστεψε πως την είχε στο χέρι.
«Αν μου
πείτε τι θα γίνει σε περίπτωση που σας πω ναι ή όχι, τότε μπορεί να σας
αποκαλύψω τον πατέρα».
«Πόσο
αφελής ήμουνα να σε εμπιστευτώ και να σε βάλω στο σπίτι μου. Από την αρχή μου
φάνηκες πονηρή, μα μου άρεσε που ήσουν όμορφη και αναστάτωνες τους ηλίθιους
άνδρες και τις γυναίκες που έκαναν σαν λυσσασμένες μήπως και πάνε μαζί σου οι
άνδρες τους, λες και δεν πήγαιναν με άλλες. Δεν είμαι έτοιμη να σου απαντήσω.
Μου ήρθε τόσο ξαφνικό. Πρέπει να σκεφτώ και να μετρήσω τις συνέπειες».
«Έχετε
δίκιο, μα ποιος ήξερε πριν από λίγο καιρό πώς θα έρθουν τα πράγματα; Ποιος
ήθελε να έρθουν έτσι τα πράγματα; Εσείς θα πάρετε τις αποφάσεις σας και εγώ τις
δικές μου. Καλά θα ήταν να μην τσακωθούμε, συγγνώμη αν σας έφερα σε δύσκολη
θέση».
Ήταν φανερό
ότι η αντιμετώπιση της νέας πραγματικότητας, θα ήταν ιδιαίτερα επώδυνη και για
τις δυο τους.
Μαζεύοντας
τις κούπες και φτιάχνοντας τη στάχτη στην ξυλόσομπα, πριν πάει στο δωμάτιο της
η Γωγώ αναρωτιόταν μήπως το παρατραβούσε. Το μόνο που είχε ήταν δυο τρεις
μισθοί στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο. Ποιος θα τη στήριζε; Αυτοί που ήθελαν να
γευτούν τα κάλλη της; Ακόμα και αυτοί, με την κοιλιά της φουσκωμένη, θα
αδιαφορούσαν. Στην ουσία ήταν μόνη και απροστάτευτη. Αν ήθελε η κυρία Θεοδώρα
και οι συγγενείς του μακαρίτη Αρχοντόπουλου θα την ισοπέδωναν. Μπορεί το
προσωρινό σάστισμα της κυρίας θεοδώρας για την εγκυμοσύνη να της δημιούργησε,
γιατί όχι, περισσότερη ενοχή για τη δική της αδυναμία να κάνει παιδί, αλλά αυτό
θα το ξεπερνούσε και θα έμπαινε αργά ή γρήγορα στα νομικά γρανάζια της
υπεράσπισης των συμφερόντων της.
Η Γωγώ,
χωρίς να ξέρει τι προέβλεπαν οι νόμοι, καταλάβαινε πως αν έλεγε πως το παιδί
ήταν του Δημήτρη Αρχοντόπουλου, αυτό που φοβόταν η κυρία Θεοδώρα, θα μπορούσε
να διεκδικήσει ένα πολύ μεγάλο μέρος της περιουσίας του και φυσικά το όνομα
του. Κάτι που θα εξασφάλιζε το παιδί της και σε δεύτερη μοίρα και την ίδια.
Πόσο όμως εύκολο θα ήταν αυτό; Κυρίως, πόσο επικίνδυνο…
Δευτέρα
πρωί, αφού βασανίστηκε όλη τη νύχτα στριφογυρίζοντας στο κρεβάτι της η Γωγώ,
πήγε στον Άγιο Νικόλα και κάθισε απέναντι από το παγκάρι με τα κεριά. Ήταν το
μέρος που θα μπορούσε να σκεφτεί ήρεμα, χωρίς να την ενοχλήσει κανείς.
«Δεν μπορώ
να πω ψέματα, δεν μπορώ να ζητήσω τίποτα περισσότερο από αυτό που δικαιούμαι,
δεν μπορώ να ζητήσω από άλλους να πληρώσουν γι' αυτό που είμαι υπεύθυνη εγώ. Θα
κρατήσω το παιδί του Άγγελου και θα το μεγαλώσω όποιες και αν είναι οι
συνέπειες, όποιες οι δυσκολίες. Όμως, αν πω πως είναι του Άγγελου, πόσοι θα το
πιστέψουν; Πόσοι θα πουν ότι το ρίχνω στον πεθαμένο, για να καλύψω κάποιον άλλο
και πόσοι άλλοι δε θα σκεφτούν ότι μπορεί να είναι του άλλου πεθαμένου; Και η
κυρία Θεοδώρα, θα με πιστέψει αν της πω την αλήθεια, με τον κόσμο γύρω να μας
πιέζει, να κρυφογελά και να μας σχολιάζει; Αλλά ακόμα και να με πιστέψει και να
με στηρίξει, ποιος μου εγγυάται ότι δεν θα αλλάξει γνώμη κάποια στιγμή; Τότε τι
θα γίνω; Όταν με το καλό θα έχει γεννηθεί και το μωρό μου; Τότε είναι που θα
είμαι τελείως χαμένη. Το μόνο όπλο που έχω, αδύναμο κι αυτό, είναι το μυστικό,
ποιος είναι ο πατέρας του παιδιού. Αν το φανερώσω αυτό τώρα, δεν θα έχω πουθενά
να στηριχτώ, έστω και για να κερδίσω λίγο χρόνο».
Έκανε το
σταυρό της, θυμήθηκε τα λόγια της γερόντισσας Μελετίας, προσκύνησε την εικόνα
της Παναγίας και βγήκε έτοιμη και αποφασισμένη να αντιμετωπίσει τον άγριο κόσμο
και το πιο άγριο περιβάλλον στο σπίτι της.
Ο μόνος
άνθρωπος από τον κύκλο του Αρχοντόπουλου, που γνώριζε και θα μπορούσε να
εμπιστευτεί σαν δικηγόρο για να του πει το πρόβλημα της, ήταν ο Γαβριήλ
Δουρέντης. Σαραντάρης, ανύπαντρος, με καταγωγή από ένα χωριό έξω από το
Ναύπλιο. Συνεργαζόταν με τον Αρχοντόπουλο, όχι όμως στις βρώμικες δουλειές. Δεν
τον είχε αναφέρει ποτέ ο Αρχοντόπουλος όταν σχεδίαζε τις παρανομίες του. Είχαν
μιλήσει δυο τρεις φορές για
κάμποση ώρα, είχε έρθει και στο σπίτι και της είχε κάνει καλή εντύπωση.
Φαινόταν ειλικρινής, δεν είχε κρύψει την έλξη του για τη Γωγώ και από την αρχή
της γνωριμίας τους, την αντιμετώπισε, όχι μόνο σαν μια όμορφη κοπέλα αλλά και
σαν μια ενδιαφέρουσα προσωπικότητα, κάτι που είχε κολακέψει ιδιαίτερα τη Γωγώ.
Πήγε προς το
γραφείο του ελπίζοντας να τον βρει εκεί. Τον βρήκε. Την έβαλε να καθίσει σε μια
πολυθρόνα μπροστά από το γραφείο του κι τη ρώτησε ευγενικά αν ήθελε νερό ή
κάποιο αναψυκτικό. Η Γωγώ αρνήθηκε το ίδιο ευγενικά, αυτό που ήθελε ήταν
πληροφορίες για το πώς έπρεπε να χειριστεί το πρόβλημά της. Αυτό την ένοιαζε,
αυτό ήταν το μοναδικό πράγμα που την απασχολούσε. Του αποκάλυψε πως ήταν
έγκυος, πως μόνο η κυρία Θεοδώρα το γνώριζε και πως δεν ήθελε να φανερώσει
ποιος είναι ο πατέρας.
Ο Δουρέντης
τη συμβούλεψε πως, επειδή η αλήθεια πάντα αποκαλύπτεται στα δικαστήρια ή στην
κοινωνία, να είναι προσεκτική, να μην κρύψει την αλήθεια ή τουλάχιστον να μην
πει ψέματα. Δεν τη ρώτησε τίποτα που να τη φέρει σε δύσκολη θέση και τη
διαβεβαίωσε πως ενδιαφέρεται γι' αυτήν, ακόμα και μετά την εγκυμοσύνη της.
Πήρε
κουράγιο η Γωγώ, μα με το φτωχό μυαλό της αναρωτήθηκε μέχρι να φτάσει στο
σπίτι. Θα τα έβαζε ο Δουρέντης με την οικογένεια του Αρχοντόπουλου ή με όποιον
άλλο χρειαζόταν για να την υπερασπιστεί; Για ποιο λόγο, για να κερδίσει τη Γωγώ
που θα κουβαλά και ένα παιδί αγνώστου πατρός; Μικρό αντάλλαγμα, κανένας λογικός
δε θα έμπαινε σε τέτοια διαδικασία. Θα ρίσκαρε τις επαγγελματικές του σχέσεις
και τις συνεργασίες του για ένα τόσο μικρό αντίτιμο;
Ανέβηκε τη
σκάλα, η κυρία Θεοδώρα έλειπε, είχε πάει στο γιατρό, τον Αργυρό. Ξάπλωσε στο
κρεβάτι στο δωμάτιο της.
«Περίεργη
που είναι η ζωή... Πώς τα φέρνει έτσι! Και οι άνθρωποι, προτιμούν να
αμφισβητούν το λογικό. Αν πεις την αλήθεια ότι το παιδί είναι του Άγγελου,
πόσοι θα το πιστέψουν; Αν όμως πεις ότι είναι του Αρχοντόπουλου, πόσοι δε θα το
πιστέψουν; Εδώ μετρά πιο πολύ το κουτσομπολιό, παρά η αλήθεια».
Κεφάλαιο 7
Η απόφαση…
Σηκώθηκε
η Γωγώ και πήγε στην κουζίνα. Έπρεπε να μαγειρέψει. Έβαλε στην κατσαρόλα να
βράσει νερό για μακαρόνια. Το κεφάλι της είχε βαρύνει. Τόσες σκέψεις και όλα
τόσο μπλεγμένα. Και αυτή πόσο αδύναμη. Πώς να βρει τις λύσεις με τις λίγες
γνώσεις και τις λιγότερες εμπειρίες που είχε; Πώς να πάρει αποφάσεις; Δεκαοχτώ
χρονών παιδούλα, σχεδόν κορίτσι ακόμα, πώς να αναμετρηθεί με τα θηρία; Το μόνο
της όπλο, που πήρε μαζί της όταν έφυγε από το Βουργαρέλι, για να ξεφύγει από τη
μιζέρια που την περίμενε, η ομορφιά της, άχρηστο πια. Κανένα στήριγμα από
πουθενά. Μόνο τα λόγια παρηγοριάς του Δουρέντη.
Από
τη στιγμή που είχε αποφασίσει να κρατήσει το παιδί και να μην αποκαλύψει τον
πατέρα του, άρχισε να σκέφτεται τι μπορούσε να κάνει φεύγοντας από το σπίτι της
κυρίας Θεοδώρας και ποιος θα μπορούσε να τη βοηθήσει.
Το
μυαλό της πήγε πρώτα στην αδελφή της τη Μαρία και αφού η κυρία Θεοδώρα έλειπε,
βρήκε την ευκαιρία και της τηλεφώνησε στο καφενείο. Για καλή της τύχη ήταν η
Μαρία εκεί. Μπόρεσε να της πει ότι ήθελε να επιστρέψει στην Άρτα και αν θα
μπορούσε να τη φιλοξενήσει για λίγο διάστημα, μα δεν της είπε τίποτα για την
εγκυμοσύνη και ότι άλλο είχε συμβεί τον τελευταίο καιρό.
Η
Μαρία της επανέλαβε αυτό που της είχε πει και πριν φύγει για το Ναύπλιο. Για
λίγο καιρό θα την φιλοξενούσε αλλά δεν μπορούσε να της εγγυηθεί τίποτα
περισσότερο, ούτε ήταν σίγουρη ότι θα της έβρισκε κάποια δουλειά εκεί.
Η
Γωγώ, φανερά ανήσυχη στο τηλέφωνο, δε θέλησε να πει περισσότερα στην αδερφή
της. Την καθησύχασε ότι δεν πρόκειται για κάτι σοβαρό, την ευχαρίστησε και
έκλεισε το τηλέφωνο.
Σειρά
είχε τώρα η κυρία Ευγενία, η γυναίκα που είχε μεσολαβήσει για να πάει στο σπίτι
των Αρχοντόπουλων. Μα αυτή της το ξέκοψε αμέσως. Από τη στιγμή που πέθανε ο
Αρχοντόπουλος, δεν ήθελε να έχει καμία σχέση με την κυρία Θεοδώρα και προπαντός
να βοηθήσει τη Γωγώ, να της βρει ίσως κάποιο νέο σπίτι.
Η
Γωγώ προσπάθησε να μην απογοητευτεί από την αρνητική στάση της κυρίας Ευγενίας,
αλλά δεν είχε και χρόνο να κάτσει να σκεφτεί για τη συμπεριφορά της. Έμενε ένα
ακόμη τηλεφώνημα να κάνει. Στην ξαδέρφη της την Κατίνα, που τόσα της είχε πει
για την τύχη της να πάει στο σπίτι του Αρχοντόπουλου. Η Γωγώ της τηλεφώνησε, μα
δεν πρόλαβε να πει και πολλά. Την άκουσε πιο ταραγμένη από ότι ήταν η ίδια. Η
Κατίνα της είπε για κάποια δυσάρεστα γεγονότα, πως κινδύνευε η θέση της, χωρίς
να αναφέρει τίποτα συγκεκριμένο. Δε χρειάστηκε κάτι περισσότερο η Γωγώ. Κάθε
σκέψη για βοήθεια αποκλείστηκε. Ποιος ξέρει αν η Κατίνα έλεγε αλήθεια ότι δεν
μπορούσε να τη βοηθήσει ή αν απλά δεν ήθελε να μπλέξει και να φορτωθεί το
πρόβλημα της. Λίγη σημασία είχε για τη Γωγώ.
Η
κυρία Θεοδώρα γύρισε από το γιατρό την ώρα που η Γωγώ έσβηνε τη φωτιά και
έριχνε τα μακαρόνια στη σουπιέρα για να στραγγίσουν. Ήταν από τις ελάχιστες
φορές που είχε βγει από το σπίτι από τότε που πέθανε ο Αρχοντόπουλος. Για
σαράντα μέρες από το θάνατο του, δεν επιτρεπόταν να πηγαίνει πουθενά, μόνο αν
υπήρχε πολύ σοβαρός λόγος μπορούσε να βγει από το σπίτι, με εξαίρεση την
εκκλησία. Η Γωγώ της σέρβιρε τα μακαρόνια με τη σάλτσα από ντομάτα που είχε
φτιάξει μέχρι να βράσουν τα μακαρόνια και αποσύρθηκε στο δωμάτιο της. Θα έτρωγε
μετά. Καμιά τους δεν είχε όρεξη να πει τίποτα στην άλλη.
Σε
μισή ώρα επέστρεψε στην κουζίνα, μάζεψε τα πιάτα και ζήτησε από την κυρία
Θεοδώρα να την αφήσει να πάει μέχρι τον ΟΤΕ, για να πάρει τη Νικολίτσα την
αδελφή της στο χωριό να της μιλήσει. Στην παρατήρηση γιατί δεν έπαιρνε την
αδελφή της, από το τηλέφωνο στο σπίτι, η Γωγώ τα ανακάτεψε τάχα πως το μόνο
τηλέφωνο στο χωριό που βρισκόταν στο καφενείο, λειτουργούσε με το παλιό σύστημα
με πρόσκληση κάποιου που τον ζητούσαν στο τηλέφωνο από τον ΟΤΕ, ο οποίος τον ειδοποιούσε
και για την ώρα της τηλεφωνικής συνδιάλεξης. Άφησε την κυρία Θεοδώρα με την
απορία και σχεδόν τρέχοντας έφτασε σε λιγότερο από πέντε λεπτά στα γραφεία του
ΟΤΕ.
Μπήκε
μέσα και ζήτησε να έχει μια τηλεφωνική συνδιάλεξη με την αδελφή της Νικολίτσα
στο Βουργαρέλι, αν ήταν δυνατόν το απόγευμα. Της έκλεισαν ώρα γύρω στις επτά
και επέστρεψε στο σπίτι. Ξάπλωσε και με καρφωμένα τα μάτια στους δείκτες του
ρολογιού περίμενε να έρθει η ώρα να πάει να μιλήσει στη Νικολίτσα.
Γύρω
στις έξι και μισή πήρε την άδεια να φύγει για τον ΟΤΕ. Η αγωνία της μέχρι να
την καλέσουν να μπει στο θάλαμο του τηλεφώνου, έκανε τα λίγα λεπτά της αναμονής
να φανούν αιώνες.
Μπαίνοντας
στο θάλαμο, σήκωσε το ακουστικό και ακούγοντας τη φωνή της Νικολίτσας,
ανακουφίστηκε. Σαν να έφυγε από πάνω της λίγο από το βάρος, που κουβαλούσε τον
τελευταίο καιρό. «Νικολίτσα αγάπη μου, άκουσε με. Καλά είμαι, μη με ρωτάς
πολλά. Θέλω να πας να βρεις το Μήτσο στη στάνη του. Να του πεις να μου
τηλεφωνήσει, αν είναι δυνατόν, και αύριο. Θα του στείλω τηλεφωνική πρόσκληση κι
εγώ. Πρέπει να του μιλήσω. Το γιατί θα στο πω όταν βρεθούμε από κοντά».
Η
Νικολίτσα της απάντησε σαστισμένη, «νομίζω πως ο Μήτσος δεν είναι εδώ, έχει
φύγει από το καλοκαίρι, πήγε στην Αθήνα».
Η
Γωγώ δεν έχασε την ψυχραιμία της, «πήγαινε στη στάνη, βρες τον πατέρα του ή
όποιον τέλος πάντων είναι εκεί, ζήτα του τη διεύθυνση του Μήτσου στην Αθήνα, ή
αν υπάρχει κάποιο τηλέφωνο για να του τηλεφωνήσω. Αυτό πρέπει να γίνει αύριο,
όχι μεθαύριο».
«Αδελφούλα
μου, με αναστατώνεις, τι συμβαίνει;» με τρεμάμενη φωνή απάντησε η Νικολίτσα
στην αγωνία της Γωγώς.
«Νικολίτσα
άκουσε με, αύριο την ίδια ώρα θα ξαναμιλήσουμε στο τηλέφωνο, θέλω να έχεις
μάθει για το Μήτσο. Αν βρίσκεται στο χωριό τότε να είναι κι αυτός στο τηλέφωνο.
Και πρόσεχε, δε χρειάζεται να μάθουν όλοι στο χωριό ότι τον ψάχνω».
Επιστρέφοντας,
στο δρόμο για το σπίτι, ξανασκέφτηκε το αν έπρεπε να απευθυνθεί για βοήθεια στο
Μήτσο. Τι είδους βοήθεια να του ζητούσε; Τι θα μπορούσε ο Μήτσος να της
προσφέρει; Μάλλον λίγα, αλλά η Γωγώ είχε την ελπίδα ότι ο Μήτσος, ίσως και να
γινόταν ο άνθρωπος που θα την έβγαζε από το αδιέξοδο στο οποίο είχε βρεθεί. Άλλωστε,
δε θα έχανε και τίποτα αν του μιλούσε.
Γύρισε
στο σπίτι. Η κυρία Θεοδώρα τη ρώτησε, «όλα εντάξει στο χωριό σου;» «Δεν ξέρω,
κυρία Θεοδώρα, έχουν κάτι προβλήματα ο πατέρας και η αδελφή μου, θα μιλήσουμε
πάλι αύριο στο τηλέφωνο, την ίδια ώρα». Δε συνεχίστηκε η κουβέντα τους. Η Γωγώ
κλείστηκε στο δωμάτιο της και άρχισε να σκέφτεται τι θα έλεγε στο Μήτσο.
Την
επομένη, πάλι στις επτά, μίλησε με τη Νικολίτσα. «Πήγα στη στάνη, βρήκα τον
πατέρα του εκεί. Ο Μήτσος δουλεύει σε ένα μεγάλο εργοστάσιο γάλακτος, στο
Βοτανικό, δεν ξέρω πού είναι αυτός, στην Αθήνα. Μου έδωσε τη διεύθυνση του
σπιτιού που μένει και το τηλέφωνο στη δουλειά του. Γράψε...» Η Γωγώ ευχαρίστησε
τη Νικολίτσα και γύρισε γρήγορα στο σπίτι για να οργανώσει τις επόμενες
κινήσεις της.
Ενημέρωσε
την κυρία Θεοδώρα πως θα κοίταζε λίγο τις εγκυκλοπαίδειες που βρίσκονταν στη
βιβλιοθήκη του μακαρίτη Αρχοντόπουλου και έπεσε με τα μούτρα να βρει που ήταν
οι διευθύνσεις που της έδωσε η Νικολίτσα. Εντόπισε το μέρος που βρισκόταν το
εργοστάσιο και που έμενε ο Μήτσος. Η απόσταση της δουλειάς του από το σπίτι,
της φάνηκε μικρή.
Πρωί,
κατά τις δέκα, η Γωγώ ήταν πάλι στον ΟΤΕ. Όσο διάστημα η κυρία Θεοδώρα
αναγκαστικά παρέμενε στο σπίτι, λόγω του πένθους, η Γωγώ έβγαινε από το σπίτι
σχεδόν όποτε ήθελε. Πήγαινε μόνη της στις εξωτερικές δουλειές και έτσι δεν είχε
πρόβλημα κι εκείνο το πρωινό, να πάει μέχρι τον ΟΤΕ χωρίς να χρειάζεται να
δώσει ιδιαίτερες εξηγήσεις.
Μπήκε
στο θάλαμο και σχημάτισε στο καντράν του τηλεφώνου τον αριθμό του εργοστασίου
που της είχε δώσει η Νικολίτσα. Η φωνή που της απάντησε, όταν εκείνη ζήτησε το
Μήτσο, της είπε να ξανακαλέσει σε είκοσι λεπτά περίπου για να τον ειδοποιήσουν
να έρθει από την παραγωγή που δούλευε, στα γραφεία. Περίμενε με αγωνία να
περάσει η ώρα και ξαναμπήκε στο θάλαμο. Επιτέλους άκουσε τη φωνή του Μήτσου.
«Μήτσο,
η Γώγα είμαι, είμαι καλά αλλά θέλω να σου μιλήσω για κάτι σοβαρό. Τώρα είσαι
στη δουλειά σου και δε θέλω να σε ανησυχήσω. Μπορείς να με πάρεις στις επτά το
βράδυ, εδώ στον ΟΤΕ στο Ναύπλιο; Να περιμένω;»
Ο
Μήτσος ξαφνιάστηκε, τα 'χασε για λίγο μα κατάφερε να της πει, «Ναι Γώγα μου,
στις επτά. Είσαι καλά;»
«Καλά
είμαι, μην ανησυχείς, θα τα πούμε το βράδυ».
Επτά
η ώρα και η Γωγώ πάλι στον τηλεφωνικό θάλαμο του ΟΤΕ. «Άκου με Μήτσο, πρέπει να
φύγω από το Ναύπλιο. Στο χωριό δεν μπορώ να επιστρέψω τώρα, θέλω να έρθω στην
Αθήνα. Υπάρχει κάποιο μέρος ή εκεί που μένεις εσύ να με φιλοξενήσεις; Χωρίς να
γίνω βάρος, έχω και κάτι οικονομίες. Για λίγο καιρό, μέχρι να δω τι θα κάνω...»
Ο
Μήτσος τη διέκοψε, «Τι σου συμβαίνει; Θέλεις να έρθω στο Ναύπλιο; Μπορώ την
Κυριακή που δε δουλεύω».
«Όχι,
Μήτσο, καλύτερα να μη σε δουν εδώ μαζί μου, θα έρθω εγώ μάλλον την άλλη
εβδομάδα. Μόνο αν μπορείς να με φιλοξενήσεις θέλω να μου πεις για να
ετοιμαστώ».
«Φυσικά,
το ρωτάς! Βέβαια δεν είναι μεγάλο το σπίτι μου, μια κάμαρη, κουζίνα και μπάνιο
αλλά έχει και μια μικρή αυλή, θα βολευτούμε. Γιατί δε μου λες τι συμβαίνει και
τρομάζω;»
«Μη
βάζεις στο νου σου τίποτα κακό, θα στα πω όλα όταν βρεθούμε από κοντά.
Ευχαριστώ Μήτσο, θα στο χρωστάω... Να τα ξαναπούμε τη Δευτέρα την ίδια ώρα;»
«Ναι,
Γώγα μου, θα σε περιμένω και μη μου ξαναπείς ότι μου χρωστάς... Εγώ σου χρωστάω
και δεν ξεχνάω...»
Οι
μέρες μέχρι την Κυριακή που ήταν το μνημόσυνο του Δημήτρη Αρχοντόπουλου είχαν
τρέξιμο και πολλές δουλειές για τη Γωγώ. Το μυαλό της όμως έτρεχε σε αυτά που
την περίμεναν μετά το μνημόσυνο, από την Κυριακή και ύστερα.
Την
Παρασκευή το βράδυ, ήρθε στο σπίτι ο μικρότερος αδελφός του αφεντικού της, ο
κύριος Νέστωρας, ο δικηγόρος. Η Γωγώ τον είχε γνωρίσει στην κηδεία, αλλά τότε,
μέσα στον κακό χαμό, ούτε και που τον είχε προσέξει. Μικρότερος από το μακαρίτη
κύριο Δημήτρη, σαρανταπεντάρης, λεπτός, αθλητικός τύπος, ευγενικός και
καλοντυμένος. Έμενε στον «Αμφιτρύωνα». Η Γωγώ του σέρβιρε κονιάκ με μια πλάκα
μαύρη σοκολάτα και κάθισε στο μικρό σαλόνι μαζί του και με την κυρία Θεοδώρα,
γιατί ήθελαν να της μιλήσουν.
«Γωγώ,
μου είπε η κυρία σου για την εγκυμοσύνη σου. Νομίζω πως θα ήταν καλό, πρώτα για
σένα αλλά και για το μακαρίτη τον αδελφό μου και την κυρία σου, για όλους τέλος
πάντων, να διευθετηθεί το θέμα χωρίς να γίνει αφορμή για κακόβουλα σχόλια ή για
αντιπαραθέσεις. Θέλω να πω, πως οι λύσεις είναι συγκεκριμένες, από τη στιγμή
που θέλεις να κρατήσεις το παιδί, το καλύτερο είναι να μας πεις ποιος είναι ο
πατέρας και αν δεν έχει αντίρρηση και αυτός, να παντρευτείτε. Εμείς από την
πλευρά μας θα σε βοηθήσουμε και θα δούμε αν θα μπορείς να προσφέρεις της
υπηρεσίες σου στο σπίτι. Αν δε θέλεις να μας πεις ποιος είναι ο πατέρας,
καταλαβαίνεις ότι είμαστε υποχρεωμένοι να σε διώξουμε και αν μας συκοφαντήσεις
θα σε πάμε στα δικαστήρια όπου εκεί θα πρέπει να απολογηθείς. Είμαι δικηγόρος
και αυτά που σου λέω είναι αυτά που ισχύουν, πέρα από συναισθήματα και
επιθυμίες. Πιστεύω ότι καταλαβαίνεις».
«Καταλαβαίνω
πολύ καλά, κύριε Νέστωρα, όμως, όσο και να με πιέσετε δε θα σας πω ποιος είναι
ο πατέρας».
«Μα
αυτό είναι παράλογο, θα κουβαλάς ένα παιδί χωρίς πατέρα στη ζωή σου; Πώς θα το
ζήσεις και θα το μεγαλώσεις; Πώς εσύ η ίδια θα ζήσεις; Εκτός αν το λες για να
μας εκβιάσεις! Αν πιστεύεις πως μπορείς να κερδίσεις από την απώλεια του
αφεντικού σου».
«Δεν
είπα κάτι τέτοιο, εσείς κάνετε υποθέσεις...»
«Φαίνεσαι
έξυπνη, κρύβεις καλά τα φύλλα σου, όμως να ξέρεις, αν πεις πως το παιδί είναι
του Δημήτρη Αρχοντόπουλου, εσύ θα πρέπει να το αποδείξεις, ο Αρχοντόπουλος στο
γάμο του δεν είχε παιδιά, καταλαβαίνεις...»
«Δηλαδή
δε σας νοιάζει ακόμα και αν είναι αίμα σας;» είπε λίγο σαστισμένη η Γωγώ.
«Γιατί
να με νοιάζει τι έκανε ο μακαρίτης πια αδελφός μου; Και την κυρία σου; Να τη
νοιάζει τι; Ένα εξώγαμο από το κέρατο του πεθαμένου συζύγου της; Γι' αυτό σου
λέω Γωγώ, ακόμα και αυτό να συνέβη, πες το μας, θα βρούμε λύση και θα σε
βοηθήσουμε».
Χρήσιμη
η συζήτηση για τη Γωγώ. Η περίπου δίωρη παραμονή στο σπίτι του Νέστωρα
Αρχοντόπουλου ήταν αρκετή για να καταλάβει. Πρώτα, πως σκόπευαν να την πετάξουν
σαν τρίχα από το ζυμάρι της καλά βολεμένης ζωής τους, αν τους δημιουργούσε
πρόβλημα και μετά, την απόλυτη σύμπνοια μεταξύ Νέστωρα και Θεοδώρας. Ένιωσε πως
δεν μπορούσε να τους πάει κόντρα, δεν είχε κανένα λόγο να τους πάει κόντρα και
δε θα το έκανε. Εξάλλου ό,τι έγινε, έγινε με τη θέληση ή έστω την ανοχή της. Αν
από κάποιον είχε να ζητήσει ευθύνες, ήταν μόνο ο εαυτός της.
Πήρε
και ένα καλό μάθημα, για τον τρόπο που σκέφτονται τα αφεντικά της και πώς
τακτοποιούν τις δουλειές τους. Πώς δηλαδή ένα ηθικό στην ουσία του ζήτημα,
μπορεί να λυθεί με όρους οικονομικούς για να μη διαταραχτεί η εικόνα της
οικογένειας, του ονόματος, η αριστοκρατική συνέχεια που έρχεται από το ηρωικό
παρελθόν, να διαφυλαχτεί και να προστατευτεί πάση θυσία η τιμή. Αν αυτή χανόταν
θα κατέρρεε όλο το οικοδόμημα που είχε χτιστεί για να το υμνούν οι υποτελείς.
Πόσο αστείο, πόσο ευτελές, μα και πόσο δυνατό στη συνείδηση του κόσμου.
Το
Σάββατο όλη την ημέρα έμπαιναν και έβγαιναν άνθρωποι στο σπίτι. Συγγενείς και
φίλοι που έφταναν για το μνημόσυνο περνούσαν να χαιρετήσουν τη χήρα, γυναίκες
ζύμωναν πρόσφορα, ετοίμαζαν τα κόλλυβα και ό,τι άλλο θα χρειαζόταν την επομένη
για το μνημόσυνο. Η μόνη σύντομη κουβέντα που είχε για το θέμα που την
απασχολούσε τη Γωγώ, ήταν με την αδελφή της κυρίας Θεοδώρας, την Κλάρα, που
χωρίς περιστροφές της είπε να ρίξει το παιδί όσο είναι καιρός, εκτός αν ο
πατέρας του συμφωνούσε να την παντρευτεί. Της υποσχέθηκε μάλιστα πως αν ήθελε
να φύγει από το Ναύπλιο, θα μπορούσε να τη βοηθήσει, με τον άνδρα που θα
παντρευόταν, να βρουν δουλειά στην Αθήνα και να ζήσουν εκεί. Αν κρατούσε το
παιδί χωρίς να υπάρχει πατέρας θα ήταν πραγματική αυτοκτονία, για την ίδια και
πολύ περισσότερο για το παιδί.
Το
μνημόσυνο έγινε στον Άγιο Νικόλα που είχε κατακλυστεί από κόσμο. Ακολούθησε
καφές στα καφενεία της παραλίας, παρά το τσουχτερό κρύο, όπως και στην κηδεία
και το απόγευμα ήρθαν στο σπίτι να κάνουν παρέα στην κυρία Θεοδώρα οι πιο καλές
τις φίλες.
Τη
Δευτέρα το πρωί, πριν φύγει για την Αθήνα, πέρασε από το σπίτι ο κύριος
Νέστωρας. Φώναξε τη Γωγώ και κάθισαν στο γραφείο του Αρχοντόπουλου. «Γωγώ, στο
λέω για τελευταία φορά, δεν έχουμε καιρό, σε μια βδομάδα φεύγεις από το σπίτι.
Η απόφαση είναι δική σου, με τη θέληση σου έγινε ό,τι έγινε και συ είσαι
υπεύθυνη. Δε θα φορτωθούν άλλοι το δικό σου πρόβλημα, όταν μάλιστα αρνείσαι να
συνεργαστείς. Θα πάρεις ένα μηνιάτικο ακόμη και πήγαινε όπου σε φωτίσει ο Θεός.
Άλλωστε και για την κυρία σου δεν είσαι απαραίτητη πια, από δω και πέρα θα
μένει το μεγαλύτερο διάστημα στην Αθήνα. Σου μιλάω όπως θα μίλαγα στην κόρη
μου, είναι η τελευταία σου ευκαιρία, δεν ξέρω τι κρύβεις και γιατί. Δε σε
καταλαβαίνω, μπαίνεις σε μια αδιέξοδη περιπέτεια. Μέχρι την Κυριακή να έχεις
ετοιμάσει τα πράγματα σου. Δεν υπάρχει περίπτωση να αλλάξουμε γνώμη. Γειά σου».
Ούτε
γεια δεν πρόλαβε να πει η Γωγώ. Τα λόγια του την προβλημάτισαν. Μήπως είχε
δίκιο ο κύριος Νέστωρας; Να ήταν μόνη της θα τα κατάφερνε, όμως ήταν έγκυος και
σε έξι μήνες θα είχε και το παιδί της, το παιδί του Άγγελου. Αν για τον εαυτό
της δεν την ένοιαζε τι θα γίνει, για το παιδί της όμως είχε ευθύνη να το
προστατεύσει και να το μεγαλώσει. Πώς; Με τι εφόδια; Τι θα μπορούσε να του
προσφέρει; Ωραία, να τους πει τι πραγματικά συνέβη. Θα την πίστευαν ή θα έλεγαν
πως τα ρίχνει σε κάποιον που δεν υπάρχει; Είχε αποδείξεις; Και τι θα ένοιαζε
τους Αρχοντόπουλους και να την πίστευαν; Αυτοί δεν είχαν καμιά ανάμειξη και
επομένως καμιά υποχρέωση απέναντι της. Να έλεγε ψέματα ότι το παιδί ήταν του
Αρχοντόπουλου; Αυτό μάλλον θα ήταν μοιραίο, ακόμα και αν ήταν αλήθεια. Πώς να
τα βγάλει πέρα με τη χήρα του και τον αδελφό του. Αυτά τα είχε ξανασκεφτεί
βέβαια, όμως είχε έρθει η ώρα να αποφασίσει. Τα περιθώρια είχαν εξαντληθεί.
Είπε
στην κυρία Θεοδώρα πως θα βγει για λίγο και κατέβηκε στο λιμάνι. Δεν είχε πολύ
χρόνο, στις επτά θα περίμενε στο τηλέφωνο ο Μήτσος και έπρεπε να του πει αν θα
πάει τελικά στην Αθήνα και πότε. Βουή στο λιμάνι, δυο μεγάλα καράβια φόρτωναν
πορτοκάλια. Περπάτησε στην προβλήτα, χαιρέτισε κάμποσους γνωστούς και προχώρησε
στην παραλία, στο «νυφοπάζαρο», έφτασε μέχρι το φανάρι αφού πρώτα καλημέρισε
τους ψαράδες που μπάλωναν τα δίχτυα τους. Κάθισε στο πεζούλι απέναντι από το
Μπούρτζι. Μόνη της, κανείς δεν υπήρχε σε απόσταση τουλάχιστον εκατό μέτρων.
Άρχισε να μιλά φωναχτά:
«Γωγώ,
το παιδί του Άγγελου που έχεις στα σπλάχνα σου θα το κρατήσεις, είναι η
συνέχεια της ζωής του Άγγελου. Μέσα από αυτό το παιδί θα ζει και αυτός. Έχει
δικαίωμα αυτό το παιδί να ζήσει. Έχασες την αγάπη σου, το σύντροφο σου, μα σου
άφησε το σπόρο του να τον αναστήσεις…» Δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια της.
«Θα
φύγω, δε θα τους πω τίποτα, ό,τι και να τους πω θα πέσουν να με φάνε. Με
καλοπιάνουν δήθεν με συμβουλές για να τους μαρτυρήσω την αλήθεια και μετά να
μου δώσουν κλωτσιά και να με ταπεινώσουν. Δε θα τους κάνω τη χάρη, ας μείνει
για πάντα ερωτηματικό να τους βασανίζει. Μόνο ο Μήτσος να με βοηθήσει τον πρώτο
καιρό μέχρι να γεννήσω και μετά έχει ο Θεός…»
Η
κυρία Θεοδώρα μπαίνοντας στο σπίτι τη φώναξε και της είπε τις δουλειές που
έπρεπε να γίνουν, καθώς είχαν έρθει και κάποιες άλλες γυναίκες να τακτοποιήσουν
τα πράγματα, που λόγω του μνημοσύνου είχε αλλάξει η θέση τους και επικρατούσε
παντού ακαταστασία.
Η
ώρα πήγε έξι και μισή χωρίς να το καταλάβει η Γωγώ. Λίγο ψωμί και τυρί έφαγε το
μεσημέρι στο πόδι αφού οι δουλειές, δεν την άφησαν καθόλου χρόνο ούτε στο
τραπέζι να καθίσει να φάει, ούτε να ξεκουραστεί. Άλλαξε γρήγορα ρούχα,
ανακοίνωσε απλά στην κυρία πως φεύγει για λίγη ώρα και τρέχοντας κατέβηκε τις
σκάλες.
Μόλις
είχε μπει στον ΟΤΕ και την κάλεσαν να περάσει στο θάλαμο με το τηλέφωνο για να
τη συνδέσουν με το Μήτσο. «Γώγα είσαι καλά; Τι κάνεις; Πες μου ανησυχώ».
«Να
μην ανησυχείς, θα έρθω τελικά. Μέχρι το τέλος της εβδομάδας θα είμαι στην
Αθήνα. Μπορείς να με περιμένεις στο σταθμό του λεωφορείου;»
«Το
ρωτάς; Μόνο να έρθεις μετά το μεσημέρι, να έχω σχολάσει από τη δουλειά για να
μπορέσω να έρθω να σε πάρω».
«Εντάξει,
Μήτσο μου. Την Τετάρτη την ίδια ώρα μιλάμε πάλι στο τηλέφωνο, να σου πω την ώρα
και την ημέρα που θα βρίσκομαι στην Αθήνα».
«Να’
ξερες πόσο σε έχω πεθυμήσει, Γώγα μου…» Τα λόγια του Μήτσου αντί για αντίο, την
ώρα που έκλεινε το τηλέφωνο.
Η
Γωγώ κάπως ανακουφισμένη πήρε το δρόμο της επιστροφής για το σπίτι. Είχε
περάσει κάμποσα μέτρα από το γραφείο του Δουρέντη όταν άκουσε τη φωνή του πίσω
της, «Γωγώ, Γωγώ». Σταμάτησε και πήγε προς το μέρος του. «Έλα λίγο στο γραφείο
που σε θέλω». Η Γωγώ μπήκε και κάθισε στην πολυθρόνα που της έδειξε ο
Δουρέντης.
«Γωγώ,
άκουσε τι θα σου πω με προσοχή. Από την ημέρα που μου είπες για την εγκυμοσύνη
σου και όλα τα σχετικά, το σκέφτηκα πολύ το θέμα. Ήθελα να σου πω την απόφαση
μου πρωτύτερα, αλλά λόγω του μνημοσύνου είπα να περιμένω. Λοιπόν, αγαπητή μου
Γωγώ, αν και συ συμφωνείς, είμαι έτοιμος να σου προσφέρω μια καλύτερη ζωή για
σένα και το παιδί που θα φέρεις στον κόσμο. Αύριο κιόλας ανακοινώνουμε τους
γάμους μας. Δε με ενδιαφέρει ποιανού είναι το παιδί, σέβομαι ότι θέλεις να το
κρατήσεις, όπως μου είπες την άλλη φορά που συζητήσαμε. Δε σου ζητώ τίποτα,
δικαίωμα σου να μη με αγαπήσεις ποτέ, εγώ θα κάνω ό,τι μπορώ για να με
αγαπήσεις, αλλά ακόμη και αν δεν το καταφέρω, δε θα σου ζητήσω ποτέ το λόγο. Ο
σεβασμός μου για σένα και το παιδί μας πλέον, θα είναι παντοτινός».
Ένα
κορίτσι, που μέχρι πριν λίγους μήνες ζούσε σε ένα χωριό στα βουνά, που ήρθε να
δουλέψει σαν υπηρέτρια σε μια πόλη, πώς να διαχειριστεί τόσο περίπλοκα θέματα;
Την πρώτη φορά που αφέθηκε στο συναίσθημα, σε αυτό που πραγματικά ήθελε το
αποτέλεσμα ήταν το αδιέξοδο που βίωνε τώρα. Και να πεις ότι είχε κάνει λάθος;
Γιατί να στερηθεί τη χαρά της ηδονής, ακόμα και της μητρότητας αφού τόσο το
επιθυμούσε, με τον άνθρωπο που αγαπούσε; Δεν ήθελαν και οι δυο, να ζήσουν μαζί
κάποια στιγμή και να κάνουν οικογένεια; Μόνο λάθος δεν ήταν η σχέση της με τον
Άγγελο.
«Σας
παρακαλώ, κύριε Δουρέντη, σας σέβομαι και σας ευχαριστώ, αλλά μη με
αναστατώνεται. Καταλαβαίνετε τι έχω τραβήξει τον τελευταίο καιρό και τι με
περιμένει».
«Λοιπόν,
αυτά που μόλις σου είπα τα έχω σκεφτεί πολύ καλά. Σε παρακολουθώ από την ημέρα
που ήρθες στο Ναύπλιο. Πιστεύω ότι αξίζεις πολύ περισσότερα από αυτά που σου
έχει δώσει η ζωή μέχρι τώρα. Στο είπα και την άλλη φορά, έχεις μια φινέτσα και
μια αρχοντιά που εντυπωσιάζουν. Να μη λέμε πολλά, εμένα με σπούδασε ο πατέρας
μου με δυο χωραφάκια που καλλιεργούσε και σαν φοιτητής τσοντάριζα για να τα
βγάζω πέρα, με δουλειές του ποδαριού στην Αθήνα. Από τότε που γύρισα στο
Ναύπλιο κατάφερα με τη δουλειά μου να γίνω γνωστός και να έχω μεγάλη πελατεία.
Ήδη έχω κάνει μια καλή περιουσία και βγάζω αρκετά χρήματα για να ζω
πλουσιοπάροχα και να αποταμιεύω κιόλας. Έτσι, μπορώ να σου υποσχεθώ ότι θα σου
προσφέρω ό,τι θελήσεις, ό,τι χρειαστείς, εσύ και το παιδί και αργότερα εμείς
σαν οικογένεια. Γωγώ, άντρας είμαι και συ γυναίκα, πολύ θα ήθελα να σου μιλώ
διαφορετικά, να σου εξομολογούμαι τον έρωτα μου και να σου λέω γλυκόλογα που
τόσο αξίζεις. Όμως, σέβομαι την κατάσταση που βρίσκεσαι, σε τέτοιες περιπτώσεις
η ωμή πραγματικότητα είναι το καλύτερο που πρέπει να λέμε. Μακάρι να μου δώσεις
την ευκαιρία, κάποια στιγμή στο μέλλον, να μιλήσω όπως θέλω».
Η
Γωγώ αρχίζει να θολώνει, νιώθει το στομάχι της να σφίγγεται και το κεφάλι της
να πλακώνεται. Τα ερωτηματικά που πριν λίγες ημέρες είχε για το Δουρέντη και πόσο
μπορούσε να την προστατεύσει, ακόμα και απέναντι στην οικογένεια του
Αρχοντόπουλου, με αυτά που της έλεγε απαντήθηκαν. Όχι μόνο απαντήθηκαν,
αποδείκνυαν κιόλας ότι είχε πάρει απόφαση να συγκρουστεί μαζί τους, αν
χρειαζόταν. Η πρόταση γάμου που της έκανε ήταν σημάδι πως ο Δουρέντης δεν
υπολόγιζε τίποτα προκειμένου να την κάνει δική του. «Και τι θα πούμε για το
παιδί;» το μόνο που μπόρεσε να αρθρώσει η Γωγώ.
«Θα
πούμε ότι είναι δικό μου, εφόσον φυσικά συμφωνείς, ότι έχουμε σχέση εδώ και
τρεις μήνες αλλά την κρατούσαμε κρυφή. Τόσο απλό, ποιος θα το αμφισβητήσει και
για ποιο λόγο; Όλοι θα εκφράσουν το θαυμασμό τους για το Δουρέντη που κατάφερε
να τα φτιάξει με τη Γωγώ».
«Και
αν κάποια στιγμή εμφανιστεί ο πατέρας του παιδιού και πει ότι είναι δικό του το
παιδί; Τότε τι θα πούμε;»
«Αυτό
αν γίνει, θα πρέπει εκείνος να το αποδείξει. Το ίδιο που σου είχα πει, πως αν
πεις ότι το παιδί είναι του Αρχοντόπουλου, εσύ πρέπει να το αποδείξεις, που
είναι και το δύσκολο. Γι’ αυτό σου λέω πως πρέπει να συμφωνήσεις εσύ. Εγώ δέχομαι
να υποστηρίξω ότι το παιδί είναι δικό μου όχι μόνο γιατί θέλω να σε κάνω
γυναίκα μου, αλλά και γιατί έτσι το παιδί μας πλέον, θα μπορέσει να μεγαλώσει
και να ζήσει προστατευμένο. Αν ακολουθήσεις άλλο δρόμο, αμφιβάλλω αν θα
μπορέσεις να ξεφύγεις ποτέ από το κυνήγι του ορατού ή αόρατου κινδύνου».
«Βρε,
καλέ μου, βρε, Γαβρίλη μου, γιατί με πιλατεύεις, άσε με να πάρω την έννοια μου.
Τα λες και τόσο όμορφα… Δεν έχω μέλλον εδώ, ωραίος τόπος, μα… Ίσως μια άλλη
εποχή να ήταν καλός για μένα, τώρα όλα πήγαν στραβά».
«Γωγώ,
έρχονται κάθε μέρα προξενιά, κοπέλες με τεράστιες περιουσίες μου προσφέρονται
και μπορώ να διαλέξω όποια θέλω. Όμως, αυτό για μένα μοιάζει με παράδοση σε μια
κοινωνία συμβιβασμένη, χωρίς αξίες και με ψεύτικη ηθική. Σε αυτό αντιστέκομαι
μέχρι τώρα, χωρίς να προκαλώ. Οι περισσότεροι, να μην πω όλοι, με θεωρούν το
καλό παιδί που έχει προοπτική, που θα βγει μπροστά κάποια στιγμή στην πολιτική,
για να υπερασπιστεί τα συμφέροντα τους. Δεν ξέρω αν καταλαβαίνεις τι σου λέω,
ξέφυγα. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι εγώ προτιμώ εσένα και όχι κάποια άλλη
από την τάξη τους».
«Πανάθεμα
με», της ήρθε αυθόρμητα της Γωγώς. «Πού τον βρήκα και τούτον μετά τον Άγγελο!» ψιθυρίζοντας
γύρισε το πρόσωπο για να μην την ακούσει.
«Τελειώνω.
Είσαι πολύ μικρή, έχεις μια ολόκληρη ζωή μπροστά σου που τώρα ξεκινά. Έκανες ό,τι
έκανες, δικαίωμα σου, ακόμα και όλα μέχρι τώρα να τα έκανες λάθος. Όμως είναι
κρίμα να πας χαμένη την ώρα που μπορείς να αλλάξεις τη μοίρα σου. Οι ευκαιρίες
είναι λίγες στη ζωή, πιστεύω πως αυτή είναι η μεγαλύτερη δική σου. Μην τη
σπαταλήσεις. Μην την αγνοήσεις… Σε ικετεύω». Τα τελευταία λόγια τα είπε
κρατώντας το χέρι της Γωγώς σκυμμένος λίγο πάνω από το κεφάλι της.
Πήρε
βαθιά ανάσα η Γωγώ, του ζήτησε λίγο νερό και μέχρι να της το φέρει προσπάθησε
να βρει τις λέξεις για να του απαντήσει.
«Άσε
με μέχρι αύριο να το σκεφτώ, είσαι τόσο ειλικρινής και σου υπόσχομαι πως θα
είμαι κι εγώ απέναντι σου. Είχα αποφασίσει να φύγω, όμως αυτά που μου είπες με
προβλημάτισαν. Αύριο νωρίς το βράδυ θα έρθω να σου δώσω την απάντηση μου.
Πάντως σε ευχαριστώ, αυτό δεν αλλάζει… Όποια και αν είναι η απόφαση».
«Πήγαινε,
Γωγώ, και σκέψου, τι είναι καλύτερο για σένα και το παιδί σου. Καληνύχτα».
Άντε
τώρα να τα ξαναπιάσει από την αρχή η Γωγώ και να καταλήξει σε συμπέρασμα. Το
θέμα του παιδιού το είχε ξεκαθαρίσει, θα το κρατούσε σε κάθε περίπτωση. Αυτό
τελικά ήταν εύκολο μπροστά στα άλλα που είχε να σκεφτεί. Απέρριψε τις όποιες
προσφορές των Αρχοντόπουλων που δεν της εξασφάλιζαν τίποτα, άσε που έπρεπε να
τους φανερώσει το μυστικό της, και περιορίστηκε να διαλέξει μεταξύ της
αβεβαιότητας του Μήτσου ή της σιγουριάς του Δουρέντη. Μπορεί ο Μήτσος να την
καλοδεχόταν, όμως πώς θα αντιδρούσε όταν θα την έβλεπε έγκυο και να μη λέει
τίποτα για τον πατέρα του παιδιού; Αν τελικά αρνιόταν να τη βοηθήσει; Τι θα
έκανε στην Αθήνα που ήδη θα βρισκόταν; Ακόμα και να τη φιλοξενούσε ο Μήτσος
μέχρι να γεννήσει, μετά πού θα πήγαινε; Πώς θα ζούσε και πώς θα μεγάλωνε το παιδί
της; Υπήρχε και η περίπτωση ο Μήτσος να δεχόταν τη Γωγώ και το μωρό της και να
της ζητούσε να παντρευτούν και να ζήσουν πλέον μαζί για όλη τους τη ζωή. Θα το
έκανε η Γωγώ; Και γιατί να μην κάνει το ίδιο με το Δουρέντη, που ήδη της το
είχε προτείνει και της πρόσφερε πολύ περισσότερα από αυτά που μπορούσε να της
προσφέρει ο Μήτσος;
«Αχ,
βρε Άγγελε, να ήσουν εδώ να μου έλεγες τι να κάνω… Τι θα ήθελες εσύ να κάνω».
Δεν έκλεισε μάτι όλη νύχτα η Γωγώ. Μια έγερνε προς το Μήτσο, μια προς το
Δουρέντη. Από τη μια ήθελε να χαθεί στην ανωνυμία της Αθήνας, που κανένας δε σε
ξέρει και από την άλλη να μείνει και να γίνει από δούλα κυρία. Στη λύση του
γρίφου υπερίσχυαν η λογική, το συμφέρον και η σιγουριά. Τα αισθήματα, που
εξαιτίας τους είχαν όλα συμβεί, τουλάχιστον για την ώρα, έπρεπε να τα ξεχάσει.
……………………………………………………………………
Η
μέρα για τη Γωγώ πέρασε με δουλειές στο σπίτι. Είχαν μείνει ακόμα κάποια
πράγματα ατακτοποίητα από το μνημόσυνο και έπρεπε να μπουν στη θέση τους.
Περίμενε να έρθει το βράδυ να πάει στο γραφείο του Δουρέντη. Δεν αποφάσιζε τι
θα του πει, δεν μπορούσε να καταλήξει σε κάτι οριστικό. Πήγε και του ζήτησε και
νέα παράταση, μέχρι την Τετάρτη μετά τις επτά, αφού θα είχε μιλήσει πρώτα με το
Μήτσο. Ο Δουρέντης δεν την πίεσε και την άφησε να αποφασίσει με την ησυχία της.
Η πρόταση του θα ίσχυε για όσο καιρό θα χρειαζόταν για να αποφασίσει η Γωγώ.
Ανακουφισμένη κάπως γύρισε στο σπίτι και κει την περίμενε η κυρία Θεοδώρα.
«Πολλά
σούρτα φέρτα Γωγώ, τι σκαρώνεις; Αυτά που σου είπε ο κύριος Νέστωρας ισχύουν,
δε σε βλέπω να ετοιμάζεσαι… Δε θα φύγεις τελικά; Αυτό σημαίνει ότι θα μας πεις
ποιος είναι ο πατέρας του παιδιού;»
«Όχι,
κυρία, δε θα σας πω ποιος είναι ο πατέρας του παιδιού, ούτε και έχω σκοπό να
μείνω περισσότερο στο σπίτι σας. Ο κύριος Νέστωρας μου έδωσε μια βδομάδα καιρό
να σας αδειάσω τη γωνιά. Αυτό θα κάνω, μείνετε ήσυχη».
«Πόσο
ξεροκέφαλη είσαι τελικά… Αν έριχνες το παιδί θα έμενες για πάντα μαζί μου, εδώ
και στην Αθήνα. Θα σε πάντρευα όποτε ήθελες και θα είχα κι εγώ μια συντροφιά
για τα γεράματα μου. Μετά θα σου άφηνα και ένα μέρος από την περιουσία μου να
περνάς ζωή χαρισάμενη. Κουτή που είσαι…»
«Θα
βρείτε κάποια άλλη, τόσες υπάρχουν και χωρίς να σας δημιουργούν προβλήματα».
«Υπάρχουν,
μα όχι σαν εσένα… Εσύ έχεις κάτι που μου αρέσει, κάτι που δεν αρέσει στους άλλους...
Και μην παρασύρεσαι από τα κομπλιμέντα που σου κάνουν όλοι και στο μυαλό τους
έχουν πως να σε ρίξουν στο κρεβάτι, σου μιλάω πλέον ελεύθερα γιατί ξέρεις από
αυτά, έγκυος είσαι, όχι με τον κρίνο… Έχεις έναν αέρα που ούτε άνθρωποι
μεγαλωμένοι στην πόλη μας δεν έχουν. Οι περισσότεροι είναι μίζεροι,
συντηρητικοί, μυρίζουν μούχλα, αμφιβάλω αν χαίρονται ποτέ για κάτι στη ζωή
τους. Δε μιλάω για λεφτά και επαγγελματικές επιτυχίες, μιλάω για τον έρωτα,
τους φίλους, τα μικρά και καθημερινά που ομορφαίνουν, που δίνουν χρώμα στη ζωή…
Ξέρεις πόσο διαφορετικά σκέφτομαι μετά το χαμό του κυρίου σου; Ξαναγυρίζω
είκοσι χρόνια πριν και αναπνέω τον αέρα που ανέπνεα τότε. Μικρή κοπέλα ήρθα στο
Ναύπλιο, λίγο πριν τον πόλεμο, να παντρευτώ τον άρχοντα Αρχοντόπουλο. Όλα
ξεκίνησαν ωραία, γλέντια, εκδρομές, συναναστροφές με την άρχουσα τάξη της
πόλης, παρέα με την εξουσία, όμορφο σπίτι, όμορφα ρούχα και λούσα, παραδεισένια
ζωή, όλοι μας θαύμαζαν. Με τον πόλεμο ήρθαν και για μας δυσκολίες, όπως για
τους περισσότερους. Επιτάξανε το σπίτι μας οι Γερμανοί και αναγκαστήκαμε να
ζήσουμε σε ένα ισόγειο διαμέρισμα που χρησιμοποιούσε μέχρι τότε ο μακαρίτης σαν
δικηγορικό γραφείο. Στριμωχτήκαμε λίγο μα δε μας έλειψε και τίποτα τα χρόνια
της κατοχής. Ο Αρχοντόπουλος συνέχισε να δουλεύει, όχι όπως πρώτα, αλλά αυτά
που έβγαζε μας έφταναν, να μη σου πω πως περίσσευαν κιόλας. Προσπαθήσαμε πολύ
να μείνω έγκυος μα δεν τα καταφέραμε. Έτσι, σαν έφυγαν οι Γερμανοί και η ζωή
άρχισε και πάλι να παίρνει τους κανονικούς της ρυθμούς, η προσπάθεια
συνεχίστηκε με μεγαλύτερη ένταση. Πήγαμε και στην Αθήνα, κάναμε και εξετάσεις,
αλλά τίποτα. Όταν χάθηκε κάθε ελπίδα, όλα άρχισαν να αλλάζουν. Η στείρα, η
στέρφα, η ανάξια, η σημαδεμένη, όλοι να με δείχνουν με το δάχτυλο και να κρυφογελούν
πίσω μου. Να μη με καλούν σε βαφτίσια, διπλή τιμωρία, να με κοιτούν περίεργα
σαν έβλεπα παιδάκια να παίζουν, να κάνουν φασαρία, να χαίρονται, καταλάβαινα
πως μέσα τους έλεγαν, «μωρή σκρόφα, λεφτά έχεις αλλά τη χαρά της μάνας δε θα τη
νιώσεις ποτέ». Μπορούσα να κάνω ό,τι έκαναν και άλλες. Να πάρω το παιδί κάποιας
άλλης και να πω πως είναι δικό μου. Σου φαίνεται απίθανο; Έχουμε και από αυτά
στην πόλη μας. Αλλά δεν το έβαλα κάτω, πάλεψα να σταθώ αξιοπρεπής, να μη θίξουν
κυρίως τον άνδρα μου που δεν έφταιγε αυτός. Όμως όσο πέρναγε ο καιρός όλο και
παραδινόμουν. Τα πιστεύω της νιότης μου και τα όνειρα μου ισοπεδώθηκαν, έγινα
σαν αυτούς που δεν ήθελα ποτέ να γίνω. Κομμάτι της άρρωστης, ψεύτικης, σαθρής
άρχουσας τάξης του Ναυπλίου. Και για να μην είμαι άδικη, αυτή η πόλη έχει και
καταπληκτικούς ανθρώπους. Υπάρχουν οι λίγοι αξιοπρεπείς της ανώτερης κοινωνίας
που νοιάζονται πραγματικά για τον τόπο τους και τους συνανθρώπους τους. Οι περισσότεροι
όμως βρίσκονται ανάμεσα σ’ αυτούς τους απλούς που εργάζονται, αγαπούν, γλεντάνε
όποτε μπορούν, τους εργάτες της Πρόνοιας, τους ψαράδες του Ψαρομαχαλά, τους
μικροέμπορους και τους εργάτες του λιμανιού, των εργοστασίων, τους οικοδόμους,
τους νέους επιστήμονες που πήγαν να σπουδάσουν και ξαναγυρίζουν στον τόπο τους,
με όνειρα να τον φτιάξουν καλύτερο, τα νέα παιδιά, αυτούς που κάνουν καντάδες
στα κορίτσια τους τα βράδια… Εσένα σου έκανε καντάδα κάποιο αγόρι Γωγώ;»
«Σταματήστε…
Μη συνεχίζετε, σας παρακαλώ…»
«Να
μάθεις να αντιμετωπίζεις τη ζωή όπως είναι, όχι όπως φαίνεται. Όποτε θέλεις
μπορείς να φύγεις, θα σου δώσω και ένα μηνιάτικο επιπλέον, όπως σου υποσχέθηκε
και ο κύριος Νέστωρας… Θα πω ότι εγώ δε σε χρειαζόμουνα πια και πως εσύ θα
πήγαινες να βρεις αλλού την τύχη σου… Καληνύχτα, Γωγώ…»
Βουρκωμένη
η Γωγώ, πήγε στην κουζίνα, ήπιε λίγο νερό και κατευθείαν έπεσε για ύπνο. Αν και
νόμιζε πως θα κοιμηθεί αμέσως, μετά το προηγούμενο ξενύχτι, στις σκέψεις της
προστέθηκαν και αυτά που της είπε και η κυρία Θεοδώρα, που δεν ήταν ούτε λίγα,
ούτε αδιάφορα. Ο ύπνος για ένα ακόμη βράδυ θα αργούσε να έρθει.
Η
αναμονή από το πρωί μέχρι να φτάσει η ώρα να μιλήσει με το Μήτσο και να
απαντήσει στο Δουρέντη, ήταν εξοντωτική. Οι αντοχές της τέλειωναν, όπως και ο
χρόνος. Κατέληξε στη σιγουριά, αφού η τύχη της γύρισε την πλάτη με τον Άγγελο
και για την προστασία του παιδιού της, θα δεχόταν την πρόταση του Δουρέντη. Η
περίπτωση να φύγει έμοιαζε με άλμα στο κενό, όσο και αν ο Μήτσος μπορεί να της
συμπαραστεκόταν. Η συμπαράσταση του όμως, λίγα θα είχε τελικά να της προσφέρει.
Άλλαξε
και τη σειρά. Πρώτα θα έδινε την απάντηση στο Δουρέντη και μετά θα μιλούσε στο
τηλέφωνο με το Μήτσο. Μέσα της φοβόταν μήπως υποχωρήσει αν την πίεζε και την
παρακαλούσε ο Μήτσος. Έτσι, στις έξι και μισή χτύπησε την πόρτα του γραφείου
του Δουρέντη. Της άνοιξε και την έβαλε να καθίσει στην πολυθρόνα μπροστά από το
γραφείο του. Η Γωγώ, πήρε βαθιά ανάσα και άρχισε, αφού πρώτα του έκανε νόημα να
καθίσει και αυτός σε μια καρέκλα απέναντι της.
«Γαβρίλη,
είσαι καλός και άξιος άνθρωπος, σε εμπιστεύομαι. Θέλω να γίνω γυναίκα σου και
να σταθώ δίπλα σου με καμάρι και τιμή. Μην περιμένεις από την πρώτη στιγμή να
σε αγαπήσω, πιστεύω όμως πως θα μπορέσω με τον καιρό. Δε θέλω να με πιέσεις για
τίποτα, όπως δε θέλω να αθετήσεις τίποτα από αυτά που υποσχέθηκες, για μένα και
το παιδί μου. Αν κάποια στιγμή μετανιώσεις, να μου το πεις αμέσως, τα καλά ή τα
κακά θα είναι κοινά από αύριο για μας. Περιμένω την απάντησή σου και συγγνώμη
αν ήμουν λίγο απότομη».
«Γωγώ
μου, τι να πω! Είναι ό,τι ωραιότερο μπορούσα να ακούσω από σένα. Σε ευχαριστώ,
είσαι ειλικρινής, όπως θα είμαι κι εγώ απέναντι σου. Μου δίνεις πέρα από χαρά,
δύναμη, γιατί θα έχω εσένα δίπλα μου. Να είσαι σίγουρη ότι καταλαβαίνω πόσο
δυσκολεύτηκες να πάρεις αυτή την απόφαση και θα κάνω ό,τι μπορώ να μη σε
απογοητεύσω. Όποτε θέλεις ανακοινώνω τον αρραβώνα μας και ακόμα και αύριο πάμε
στον πατέρα μου στο χωριό να σε γνωρίσει. Λόγω της εγκυμοσύνης πρέπει να
βιαστούμε».
Η
Γωγώ κοιτάζοντας το ρολόι βλέπει την ώρα να κοντεύει επτά και φεύγει για τον
ΟΤΕ, να μιλήσει με το Μήτσο. Λέει στο Γαβρίλη πως θα επιστρέψει σε λίγο και να
σκεφτεί αυτός, ημερομηνίες για τους αρραβώνες και το γάμο.
Πώς
να πει στο Μήτσο ότι άλλαξαν τα σχέδια… Βέβαια και ο Μήτσος δεν ήξερε τι
ακριβώς συμβαίνει, τι να φανταζόταν και αυτός…
«Μήτσο
μου, δε θα έρθω στην Αθήνα, θα μείνω εδώ, κάποτε θα σου εξηγήσω, μη μου ζητάς
να σου πω λεπτομέρειες τώρα από το τηλέφωνο. Είναι καλύτερα να τα πούμε όταν κάποια
στιγμή βρεθούμε από κοντά». Όλα μαζί του τα ξεφούρνισε του Μήτσου και τον
απέτρεψε να έλθει την Κυριακή στο Ναύπλιο να τη δει και να μιλήσουν. Ο Μήτσος
της επιβεβαίωσε την αγάπη του και πως αν χρειαζόταν κάτι να μη διστάσει να τον
ενοχλήσει.
Γυρίζοντας
η Γωγώ από τον ΟΤΕ στο γραφείο του Δουρέντη, λίγο έλειψε να βάλει τα κλάματα
στο δρόμο. Η συγκίνηση είχε υγράνει τα μάτια της. Η οριστική της απόφαση να
προτιμήσει το Δουρέντη, σαν λύση στο πρόβλημα της, αντί να την ηρεμήσει, την
είχε αναστατώσει περισσότερο. Της ήρθαν στο μυαλό και εικόνες από τις στιγμές
που είχε ζήσει με το Μήτσο στη στάνη και θόλωσε.
«Μήπως
κάνω λάθος; Πού πάω μόνη μου σε έναν κόσμο άγνωστο, με έναν άνδρα άγνωστο να με
οδηγεί;»
Ένιωσε
την ανάγκη να τρέξει, να φύγει μακριά. Στρίβοντας στη γωνία του δρόμου που ήταν
το γραφείο του Δουρέντη, κοντοστάθηκε, πήρε βαθιά ανάσα, ίσιωσε τα μαλλιά της,
άλλαξε το ύφος στο πρόσωπο της και προχώρησε.
Κεφάλαιο 8
Η αποκάλυψη…
Ο
Δουρέντης την περίμενε με ανυπομονησία. Η Γωγώ μπήκε, κάθισε αυτή τη φορά στο
μικρό καναπέ, που είχε στο πλάι στο γραφείο του ο Δουρέντης και τον κάλεσε να
καθίσει δίπλα της. Του κράτησε το χέρι και του είπε με ύφος γυναίκας που ξέρει
τι θέλει και πώς θα το αποκτήσει, «Γαβρίλη μου, αν από αύριο βγαίνουμε μαζί έξω
στον κόσμο, πρέπει να φαινόμαστε το ερωτευμένο ζευγάρι που σε λίγο καιρό
παντρεύεται και σε μισό χρόνο από τώρα, αποκτά και το πρώτο του παιδί. Επομένως,
μη μας δουν μαζί και βάλουν τα γέλια».
«Αυτά
είναι, ρε Γωγώ, που σε κάνουν να ξεχωρίζεις και μη μου πεις ότι υπερβάλλω. Ξέρω
εγώ. Λοιπόν, αγκαζέ, κανά χάδι και πεταχτό φιλί και άστους να βουρλίζονται».
Σηκώθηκε,
άνοιξε ένα ντουλάπι που βρισκόταν στο κάτω μέρος της μεγάλης βιβλιοθήκης, στον
απέναντι τοίχο από το γραφείο του και έβγαλε ένα μπουκάλι πίπερμαν και δυο
κολονάτα ποτήρια. Σέρβιρε τη Γωγώ, τσούγκρισαν τα ποτήρια, ευχήθηκαν στην
ευτυχία τους και το ήπιαν μονορούφι. Στο δεύτερο στάθηκαν λίγο γιατί ο
Δουρέντης είχε να της πει το πρόγραμμα αρραβώνων και γάμου.
«Λοιπόν,
σήμερα είναι Τετάρτη, την Κυριακή 30 Νοεμβρίου περνάμε δαχτυλίδια και την
Κυριακή 14 ή το αργότερο 21 Δεκεμβρίου παντρευόμαστε».
«Μου
αρέσεις, ρε Γαβρίλη. Μέσα στην ατυχία μου μοιάζεις σαν την καλή μου τύχη. Και
μου αρέσεις γιατί ένα τόσο σοβαρό θέμα το βλέπεις και σαν παιχνίδι. Σε καλό μας.
Μα με έχεις πείσει, αρχίζω να παραδίνομαι…»
«Απόψε
που θα πας στο σπίτι, μην πεις τίποτα στην κυρία Θεοδώρα. Αύριο το μεσημέρι,
που θα τελειώσω με μια υπόθεση που έχω το πρωί στο δικαστήριο, θα έρθετε εδώ
στο γραφείο μου μαζί και θα της πούμε τα καθέκαστα. Να είναι η πρώτη που θα το
μάθει από τους δυο μας. Ο Αρχοντόπουλος ήταν φίλος και συνεργάτης μου σε πολλές
υποθέσεις».
Ρούφηξε
και το τρίτο πίπερμαν η Γωγώ, έσκασε ένα πεταχτό φιλί στο μάγουλο του Δουρέντη
και πήρε το δρόμο της επιστροφής για το σπίτι με χαρούμενη διάθεση. Ξαφνικά όλα
της φαίνονταν όμορφα, της ερχόταν και να κλάψει, μα το αίσθημα χαράς την είχε
κατακλύσει. Αυτή και το
παιδί της θα είχαν μέλλον, μόνο ο Άγγελος θα έλειπε από αυτό, κάτι που δε θα
άλλαζε, όσο και να πονούσε τη Γωγώ.
Τρεκλίζοντας
ανέβηκε τις σκάλες του σπιτιού, το μόνο που ήθελε ήταν να πέσει στο κρεβάτι της
και να αφήσει τη σκέψη της να ταξιδέψει. Από το Βουργαρέλι, που ήδη τα χιόνια
θα είχαν φτάσει στο χωριό, μέχρι το κοσμοπολίτικο Ναύπλιο, που αν και τέλειωνε
ο Νοέμβρης, η κίνηση στους δρόμους συνεχιζόταν, τουλάχιστον μέχρι να νυχτώσει.
Η κυρία Θεοδώρα απόρησε βλέποντας την σε τέτοια κατάσταση.
«Γωγώ,
δε σε έχω ξαναδεί έτσι, τι συμβαίνει; Πού και ποιος σε μέθυσε; Είναι εμφάνιση
αυτή; Δε νομίζεις ότι έχεις ξεφύγει;»
«Έχετε
δίκιο κυρία, μα δεν μπορώ να σας πω τώρα τι συμβαίνει και γιατί είμαι
χαρούμενη. Κάντε λίγο υπομονή μέχρι αύριο, σας παρακαλώ…»
«Τόσα
καμώματα σου έχω ανεχτεί, άντε, ελπίζω να είναι το τελευταίο».
«Κι
εγώ το ελπίζω κυρία…»
Το
πρωί πήγαν μαζί στην αγορά, η κυρία Θεοδώρα μετά τα σαράντα του Αρχοντόπουλου,
έβγαινε περισσότερο για βόλτα, παρά για ψώνια. Τι να ψωνίσουν κάθε μέρα; Οι δυο
τους είχαν μείνει, πόσο να φάνε... Την ώρα που επέστρεφαν στο σπίτι η Γωγώ της
είπε πως ο κύριος Δουρέντης, μετά τις δώδεκα θα τις περίμενε στο γραφείο του.
Ξαφνιάστηκε η κυρία Θεοδώρα.
«Ο
Δουρέντης τι δουλειά έχει με σένα; Γιατί δε με πήρε τηλέφωνο να μου το πει
εμένα ότι με θέλει;»
«Πέρναγα
από το γραφείο του χθες και με παρακάλεσε να πάμε μαζί γιατί κάτι θέλει να σας
πει».
«Πολύ
μυστήρια πράγματα συμβαίνουν. Ο Δουρέντης με θέλει και μου παραγγέλνει με σένα
να πάω σε ραντεβού, εσύ έρχεσαι μεθυσμένη και δε μιλάς… Πολύ μυστήρια».
Περασμένες
δώδεκα και οι δυο γυναίκες μπαίνουν στο γραφείο του Δουρέντη. Ήταν μόνος του
καθώς είχε φροντίσει να διώξει πρωτύτερα την υπάλληλο, που είχε για τις
δακτυλογραφήσεις και τις εξωτερικές δουλειές. Τις υποδέχτηκε με φιλοφρονήσεις
και χειροφίλημα στην κυρία Θεοδώρα. Κάθισαν στον καναπέ και ο Δουρέντης έφερε
μια κανάτα νερό και δυο ποτήρια. Τα ακούμπησε στο γραφείο του αφού καμιά τους
δεν ήθελε να πιει και κάθισε στην πολυθρόνα, μπροστά από το γραφείο του.
«Λοιπόν,
Γαβρίλη, μου είπε η Γωγώ πως με θέλεις. Αφήνω στην άκρη γιατί δε με πήρες
τηλέφωνο. Σε ακούω, τι έχεις να μου πεις;»
«Δύσκολο,
Ντορίνα μου, να αρχίσω, αλλά πρέπει… Θα σου φανεί περίεργο, μπορεί και να έχεις
αντιρρήσεις, ίσως και να βρεις πως δεν είναι σωστό, ότι θέλεις μπορείς να
σκεφτείς, τέλος πάντων, η Γωγώ κι εγώ έχουμε πάνω από τρεις μήνες σχέση και
αφού είναι και έγκυος, σκεφτόμαστε… Αποφασίσαμε να παντρευτούμε. Μάλιστα, αν
δεν έχει αντίρρηση και η Γωγώ που δεν της το έχω πει, και αν θέλεις φυσικά, να
μας παντρέψεις εσύ».
Αγάλματα
και οι δυο γυναίκες. Και αν για την κυρία Θεοδώρα αυτό ήταν απόλυτα
δικαιολογημένο, η Γωγώ δεν περίμενε τέτοιο αιφνιδιασμό. Εκτός του ότι ο
Δουρέντης ζήτησε σχεδόν προκαταβολικά συγγνώμη από την κυρία Θεοδώρα, γι’ αυτά
που ήθελε να της πει, από την πρώτη μέρα πήρε πρωτοβουλία μόνος του, χωρίς έστω
να ενημερώσει τη Γωγώ για την πρόθεση του, να τους παντρέψει η κυρία Θεοδώρα…
Κακό, πολύ κακό για ξεκίνημα της κοινής τους ζωής. Το αίμα ανέβηκε στο κεφάλι
της, με το ζόρι κρατήθηκε να μη διαολοστείλει και τους δυο τους και να πάει να
μαζέψει τα πράγματά της και όπου φύγει φύγει, από αυτό το αρρωστημένο
περιβάλλον.
Η
Γωγώ καταλάβαινε ότι δύσκολα θα ξέφευγε ο μελλοντικός της σύζυγος από αυτά που
έλεγε πως δεν του άρεσαν. Μούδιασε, μα δεν μπορούσε πια να κάνει πίσω. Τον
ενθουσιασμό που σιγά σιγά είχε αρχίσει να δημιουργείται μέσα της, για τη λύση
στο πρόβλημα της, έφταναν οι λίγες κουβέντες του Δουρέντη στην κυρία Θεοδώρα
για να τον κάνουν να χαθεί.
«Δηλαδή
θέλεις να μου πεις, Γαβρίλη μου, ότι έχετε σχέση τόσον καιρό και κανείς δεν το
είχε υποψιαστεί, δεν σας είχε δει κανείς μαζί, ότι συναντιόσαστε κάπου και κάποιες
ώρες, και ότι άφησες και έγκυο τη Γωγώ; Αυτό μου λες…»
«Άκου
σε με, Ντορίνα, καταλαβαίνω την έκπληξη αλλά δεν υπάρχει κανένα μυστήριο. Μη
φανταστείς ότι βλεπόμαστε κάθε μέρα. Τα Σαββατοκύριακα, τα βράδια με τον πολύ
τον κόσμο βρίσκαμε κι εμείς την ευκαιρία. Τα πρωινά στα κλεφτά και από απόσταση
και καμιά φορά εδώ στο γραφείο μου. Μια από τις τρεις τέσσερις φορές που
ολοκληρώσαμε τον έρωτα μας, έμεινε έγκυος η Γωγώ. Το συζητήσαμε και αφού θέλαμε
το παιδί και οι δυο, αποφασίσαμε να παντρευτούμε, μάλιστα χθες το βράδυ πήραμε
την οριστική απόφαση και θέλαμε να είσαι η πρώτη που θα το μάθει. Έτσι έχουν τα
πράγματα και θα προχωρήσουμε αμέσως τις διαδικασίες του γάμου».
«Αν
και δε σου κρύβω πως όλα αυτά μου φαίνονται λίγο περίεργα, είμαι υποχρεωμένη να
τα πιστέψω αφού μου τα λες εσύ. Η Γωγώ τι λέει;» Γύρισε με φαρμακερό βλέμμα και
κάρφωσε τη Γωγώ.
«Κυρία
Θεοδώρα, όλα έγιναν όπως σας τα περιέγραψε ο Γαβρίλης. Ειδωθήκαμε μια δυο φορές
την αρχή που ήρθα στο Ναύπλιο, στο δρόμο, μου έκανε εντύπωση, το ίδιο έκανα
εντύπωση κι εγώ σε αυτόν, μιλήσαμε λίγο και μετά όταν συναντηθήκαμε είδαμε πως
ταιριάζουμε και συνεχίσαμε. Το κρατούσαμε κρυφό, γιατί ξέρετε τι θα έλεγε ο
κόσμος, όμως με την εγκυμοσύνη δεν μπορούμε να το κρύβουμε άλλο».
«Και
γιατί δε μου το αποκάλυψες όταν μου είπες ότι είσαι έγκυος και έφτασες να
φύγεις από το σπίτι; Γιατί δεν το είπες στο Νέστωρα και την αδελφή μου και
προτίμησες να το κρατήσεις μυστικό; Δε σου είπαμε να μας φανερώσεις τον πατέρα
του παιδιού κι εμείς θα σε βοηθήσουμε να τον παντρευτείς; Πώς να πιστέψω ότι
δεν κρύβεται κάτι από πίσω; Αν δεν υπήρχε η επίμονη άρνηση σου να μας πεις τον
πατέρα του παιδιού, δε θα σκεφτόμουν οτιδήποτε άλλο. Θα σας ευχόμουν με όλη μου
την καρδιά καλά στέφανα… Όμως, τώρα, πώς…»
Ο
Δουρέντης φοβήθηκε μήπως η Γωγώ στριμωχτεί με τα ερωτήματα της κυρίας Θεοδώρας.
Η Γωγώ όμως δεν είχε κανένα πρόβλημα να δώσει τις απαντήσεις.
«Κυρία
Θεοδώρα, καταλαβαίνετε τι πέρασα όλο αυτό το διάστημα, από τη στιγμή που
κατάλαβα πως είμαι έγκυος; Πόσο εύκολο ήταν να πω εγώ, μια υπηρέτρια από άλλον
τόπο, πως έμεινα έγκυος από έναν επιτυχημένο αξιοπρεπή δικηγόρο, να ζητήσω από
τον ίδιο να αναγνωρίσει το παιδί και ακόμα περισσότερο να με παντρευτεί; Δεν
συνηθίζονται αυτά εδώ. Ποια ήμουν για να έχω γνώμη, να κάνω αυτό που θα ήθελα.
Όταν σας αποκάλυψα πως είμαι έγκυος, ο Γαβρίλης δεν το ήξερε, δεν του το είχα
πει ακόμα. Πώς λοιπόν θα έλεγα σε σας ποιος είναι ο πατέρας αφού ο ίδιος ο
πατέρας δεν ήξερε καν για την εγκυμοσύνη; Μετά που το συζητήσαμε με τον κύριο
Νέστωρα και μου είπε την απόφαση σας να φύγω αφού δε σας έλεγα τον πατέρα, συνέχισα
να μη σας λέω μέχρι να κουβεντιάσω με το Γαβρίλη και να καταλήξουμε πως θα
συνεχίσουμε τη σχέση μας, μετά και την εγκυμοσύνη. Τώρα που αποφασίσαμε να
παντρευτούμε, είστε η πρώτη που το μαθαίνετε. Τόσο απλά είναι τα πράγματα».
«Μακάρι
να είναι έτσι. Πάντως χρησιμοποίησες την εγκυμοσύνη, να το πω αλλιώς για να μη
σε προσβάλω, η εγκυμοσύνη σου ήρθε κουτί που λέμε. Είχες αποφασίσει πραγματικά
να το κρατήσεις, ακόμα και αν ο Γαβρίλης έκανε πως δε σε ξέρει και δήλωνε
άγνοια;»
«Ντορίνα
μου, άστη να χαρεί λίγο, μην της βάζεις σκέψεις και αμφιβολίες. Ο κόσμος θα πει
το ένα θα πει και το άλλο. Εμείς αγαπιόμαστε και δεν υπήρχε περίπτωση να της πω
να ρίξει το παιδί ή να μην το αναγνωρίσω, αν δεν ήθελε να με παντρευτεί. Αυτό
ούτε για μια στιγμή δεν πέρασε από το μυαλό μου και ούτε μου το ζήτησε η Γωγώ.
Να στο ξαναπώ, μόλις σιγουρεύτηκε και μου είπε πως είναι έγκυος, το μόνο που
μας ενδιέφερε ήταν το πώς θα συνεχίσουμε τη ζωή μας μαζί. Έτσι, πήραμε την
απόφαση να παντρευτούμε. Θα μας παντρέψεις;»
«Αν
και απάντησες εσύ για λογαριασμό της, δέχομαι τις εξηγήσεις σου. Δώστε μου μια
δυο μέρες καιρό για να σας απαντήσω για την κουμπαριά. Να το πω πρώτα στο
Νέστωρα και την αδελφή μου. Πάντως, η μυστικοπάθεια της Γωγώς δικαιολογημένα
μας γέννησε υποψίες μήπως είχε εμπλοκή στο θέμα ο μακαρίτης Αρχοντόπουλος.
Συμφωνείς φαντάζομαι σε αυτό Γαβρίλη…» Τα τελευταία λόγια τα είπε αφού είχε
σηκωθεί και πήγαινε προς την πόρτα.
«Σας
αφήνω να τα πείτε, πηγαίνω στο σπίτι. Όποτε θέλεις Γωγώ έλα. Από δω και πέρα
έχεις άντρα να του δίνεις λόγο… Γεια σας». Φαρμάκι έσταξε η κυρία Θεοδώρα και
χάλασε εντελώς τη διάθεση της Γωγώς.
«Μην
την ξεσυνερίζεσαι Γωγώ, της ήρθαν όλα ανάποδα» ο Γαβρίλης προσπάθησε να τονώσει
τη Γωγώ που την είδε προβληματισμένη. «Πάμε στο χωριό να δούμε και να το πούμε
στον πατέρα μου. Να σε γνωρίσει. Να δει την ομορφιά σου και πόσο τυχερός είμαι
που θα γίνεις γυναίκα μου!»
«Μήπως
περιμένει να δει καμιά νύφη από αυτές του καλού κόσμου; Πιστεύω να μην
απογοητευτεί…»
«Ίσα
ίσα, θα χαρεί πολύ, θα το δεις».
Βγήκαν
μαζί από το γραφείο του και προχώρησαν προς το Δικαστικό Μέγαρο όπου ήταν
παρκαρισμένο το αυτοκίνητο του Δουρέντη. Μια Alfa Romeo Giulietta σε ασημί
χρώμα. Η Γωγώ, κοιτάζει, ξανακοιτάζει το αυτοκίνητο διστάζοντας να μπει μέσα. Ο
Δουρέντης βλέποντας το δισταγμό της, χαμογελά, ανοίγει την πόρτα και την
σπρώχνει ελαφρά να καθίσει στο κάθισμα δίπλα στον οδηγό.
Στο
δρόμο για το χωριό τη Γωγώ την έτρωγαν οι σκέψεις. Πώς θα έβρισκε άκρη και πώς
θα χειριζόταν τις αλήθειες και τα ψέματα που ανακατεύτηκαν; Άσε που ο Δουρέντης
έλεγε και αυτός τα δικά του γιατί δεν ήταν δυνατόν για όλα τα θέματα να
συνεννοηθούν εκ των προτέρων και να λένε τα ίδια…
Πήραν
το δρόμο προς την Επίδαυρο. Λίγα χιλιόμετρα έξω από το Ναύπλιο ήταν το χωριό
του Δουρέντη, τα Πυργιώτικα. Λιγότερο από ένα τέταρτο έκαναν να φτάσουν. Το
σπίτι του, ένα αγροτόσπιτο, μονοκατοικία με αυλή, βρισκόταν στην πλατεία κοντά
στην εκκλησία του χωριού. Εκεί έμενε μόνος του ο πατέρας του Δουρέντη και μια
γειτόνισσα, ανιψιά του, τον φρόντιζε, αν και ο ίδιος δεν ήθελε βοήθεια.
«Πατέρα,
ήρθα και σου φέρνω και δώρο. Έλα να δεις τη γυναίκα που θα παντρευτώ».
Βγήκε
ο πατέρας του Δουρέντη την ώρα που έμπαινε στην αυλή η Γωγώ.
«Καλώς
όρισες, κόρη μου, καλή φαίνεσαι και όμορφη. Να κάνεις πολλά παιδιά στο Γαβρίλη,
αυτή είναι η ευτυχία της οικογένειας, τα παιδιά. Εμείς ήμαστε άτυχοι. Βλέπεις,
η μάνα του Γαβρίλη πέθανε μικρή, πριν προλάβει να κάνει άλλα παιδιά και εγώ δεν
ξαναπαντρεύτηκα, έμεινα πιστός στη μνήμη της. Εσύ Γαβρίλη, να σέβεσαι τη
γυναίκα σου και να στέκεσαι ασπίδα μπροστά της. Και συ κόρη μου, να τιμάς τον
άνδρα σου, να τον φροντίζεις και να είσαι υπάκουη, αλλά αν χρειάζεται, να
υψώνεις και το ανάστημα σου. Με την ευχή μου παιδιά μου. Να ζήσετε
ευτυχισμένοι».
Η
Γωγώ σαν χαμένη, δάκρυσε, έσκυψε μπροστά στο γέρο πατέρα του Δουρέντη και με
τρεμάμενη φωνή ψιθύρισε ένα «σας ευχαριστώ». Κάθισαν για λίγο, είπε η Γωγώ για
τη ζωή της στο χωριό, ευχαριστήθηκε ο πατέρας του Δουρέντη από αυτά που άκουγε και
πριν περάσει μια ώρα, επέστρεψαν στο Ναύπλιο.
Το
σπίτι που έμενε ο Δουρέντης ήταν ακριβώς πάνω από το γραφείο του στον πρώτο
όροφο. Στο δεύτερο όροφο έμενε ένας άλλος δικηγόρος, ο Φλωριάδης. Το σπίτι δεν
ήταν μεγάλο σαν του Αρχοντόπουλου. Ήταν γύρω στα εκατό τετραγωνικά, αρκετά
άνετο για να στεγάσει μια οικογένεια με δυο τουλάχιστον παιδιά. Στο ισόγειο,
δίπλα από το γραφείο του Δουρέντη ήταν το γραφείο του Φλωριάδη. Είχαν μοιράσει
στη μέση την οικοδομή και είχαν πάρει ο καθένας από ένα γραφείο στο ισόγειο και
από έναν όροφο για να μένουν. Είχαν διαφορετικές εισόδους και σκάλες που
οδηγούσαν η κάθε μια και σε άλλο όροφο. Έτσι, τα δυο σπίτια ήταν τελείως
απομονωμένα.
Στον
πρώτο όροφο θα στηνόταν το σπιτικό της Γωγώς. Πού να το φανταστεί ότι τόσο
σύντομα θα γινόταν νοικοκυρά σε ένα τέτοιο σπίτι στο κέντρο του Ναυπλίου. Από
την αρχή που την ανέβασε για να της το δείξει ο Γαβρίλης, φρόντισε να της δώσει
το ελεύθερο να κάνει όποιες αλλαγές ήθελε και να το διακοσμήσει με το δικό της
γούστο.
«Γαβρίλη
μου, κάθε τόσο να με τσιμπάς, νομίζω πως ονειρεύομαι».
«Δεν
έχεις άδικο, έγιναν όλα τόσο γρήγορα. Αύριο θα δώσω την ανακοίνωση των
αρραβώνων μας στις τοπικές εφημερίδες. Την Κυριακή εδώ, θα περάσουμε τις βέρες.
Πάμε να βρούμε τις καλύτερες που υπάρχουν και μετά κανονίζουμε ό,τι άλλο θα
χρειαστεί».
Κουρασμένοι
αλλά ευχαριστημένοι γύρισαν το βράδυ στο γραφείο του Δουρέντη. Από το μεσημέρι
που βγήκαν μαζί από το γραφείο του για να πάνε στα Πυργιώτικα, συνάντησαν πολύ
κόσμο, γνωστούς και αγνώστους. Ο Δουρέντης τους χαιρετούσε όλους με χαμόγελο
και σε κάνα δυο πιο κοντινούς του δε δίστασε να τους πει, «Από δω η
αρραβωνιαστικιά μου». Το σούσουρο από τα κουτσομπολιά, για τη σχέση τους και
την εγκυμοσύνη της που μπορούσε να δημιουργηθεί, θα καταλάγιαζε σιγά σιγά και τη
θέση του θα έπαιρναν τα σχόλια για τον αρραβώνα. Πώς ένας μεγαλοδικηγόρος θα
παντρευόταν μια υπηρέτρια, που κανείς δεν ήξερε από πού κρατά η σκούφια της; Η
κοινή τους εμφάνιση θα γινόταν το θέμα των ημερών.
Μπορεί
την απόφαση για το γάμο να την πήραν, όμως έπρεπε να ρυθμιστούν μια σειρά από
θέματα, προτού φτάσει η ώρα της τελετής. Ο γάμος θα γινόταν στο Ναύπλιο, στη
Μητρόπολη, τον Άγιο Γεώργιο και στην αρχή ήθελαν να περιορίσουν τον κατάλογο
των προσκεκλημένων, όμως οι υποχρεώσεις του Δουρέντη ήταν τόσες πολλές, που
τελικά ελάχιστους δε θα καλούσαν. Είχαν να ασχοληθούν και με το ποιος θα
συνόδευε τη Γωγώ στην εκκλησία και ποιοι συγγενείς της θα έρχονταν για να
παρευρεθούν στο γάμο. Και βέβαια να ραφτεί το νυφικό, το κοστούμι του γαμπρού,
άλλα ρούχα για πριν και μετά το γάμο, να αγοραστούν οι μπομπονιέρες, να σταλούν
οι προσκλήσεις, να βγουν οι άδειες, να κλείσουν τραπέζι για το γλέντι μετά, να
κανονίσουν και το γαμήλιο ταξίδι.
Αφού
έκαναν μια πρώτη κουβέντα και γι’ αυτά, αποχαιρετίστηκαν με ένα φιλί και η Γωγώ
πήρε το δρόμο για το σπίτι της.
Όλα
της έμοιαζαν παιχνίδι, σαν κάτι φανταστικό, σαν να μην συνέβαιναν στην
πραγματικότητα, σαν να είχε αποκοιμηθεί ακούγοντας το νερό να τρέχει στο ποτάμι
στο χωριό της. Εκεί, στα παρθένα Ακαρνανικά όρη. Πράσινο, πέτρα, χώμα, νερό και
ουρανός. Εκεί που για να ξεφύγεις έχεις μόνο το όνειρο, απολαμβάνεις τη φύση…
Και ονειρεύεσαι.
Έφτασε
στο σπίτι. Η κυρία της ήταν στο γραφείο του Αρχοντόπουλου και κάτι διάβαζε. Τη
φώναξε να μπει μέσα.
«Όλα
καλά, Γωγώ; Τα κανόνισες μια χαρά! Στο είπα ότι από την αρχή μου φάνηκες
πανέξυπνη. Μπράβο, τέτοια επιτυχία ούτε τα καλύτερα κορίτσια με τις μεγαλύτερες
προίκες δεν καταφέρνουν. Εκείνη η κυρία Ευγενία σε δασκάλεψε; Δεν μπορεί ένα
κορίτσι που ήρθε από τα βουνά, πριν κλείσει τα δεκαοκτώ, να ξέρει πώς να
κερδίσει έναν άντρα σαν το Δουρέντη και να κρυφτεί κιόλας τόσον καιρό! Γυναίκες
είμαστε κι εμείς Γωγώ και μάλιστα πολύ πιο έμπειρες από σένα. Έτσι δεν είναι;»
«Τι
να σας πω, εσείς όλο ερωτηματικά έχετε. Δε σας έλεγα για τον πατέρα του
παιδιού, όλο και με ρωτάγατε, τώρα που σας είπα, δεν ησυχάζετε. Τι να κάνω, τι
θέλετε να σας πω για να μείνετε ικανοποιημένη. Νομίζω πως ό,τι είχαμε να πούμε
το είπαμε, τουλάχιστον εγώ δεν έχω να προσθέσω κάτι άλλο. Πέστε μου τι δουλειές
έχουμε αύριο γιατί καταλαβαίνετε πως με τους αρραβώνες να γίνονται την Κυριακή,
έχω πολλά τρεχάματα».
«Τίποτα
δεν έχουμε, Γωγώ, σιγά και αν μείνουν πίσω οι δουλειές… Έτσι κι αλλιώς εσύ θα
έφευγες την Κυριακή. Κοίταξε τα δικά σου, τα δικά μου άστα. Θα δω τι θα κάνω
μόλις φύγεις». Η ειρωνεία της κυρίας Θεοδώρας δεν κρυβόταν.
Την
ώρα που όλα αυτά συνέβαιναν, ήρθε και ο βασιλιάς, να δώσει βιβλιάρια
προικοδότησης σε άπορες κορασίδες, όπως τα έλεγαν. Με την προτροπή της κυρίας
Θεοδώρας η Γωγώ, και αφού στολίστηκε, έτρεξε προς το γυμνάσιο όπου θα γινόταν η
τελετή. Κόσμος μαζεμένος και οι αρχές του τόπου. Το βασιλιά Παύλο συνόδευε η
κόρη του πριγκίπισσα Ειρήνη. Κάπου μέσα στον κόσμο ξεχώρισε το Δουρέντη και πήγε
προς το μέρος του.
«Να
ζητήσω κι εγώ προίκα από το βασιλιά; Άπορη δεν είμαι κι εγώ;» Το αστείο της
Γωγώς πείραξε το Δουρέντη. «Αυτά δε λέγονται ούτε για αστείο, να σκέφτεσαι
πρώτα και μετά να μιλάς» την αποστόμωσε αυστηρά.
Η
Γωγώ μαζεύτηκε, χάζεψε τα όσα γίνονταν και δεν ξαναμίλησε. Ήταν η πρώτη φορά
που από το χαμό του Άγγελου μίλησε με τον αυθορμητισμό της νιότης της και
παρεξηγήθηκε. Μεσημέρι γύρισε στο σπίτι, αφού πρώτα πέρασε από το λιμάνι να δει
το πολεμικό πλοίο «Πολεμιστής» που είχε φέρει στο Ναύπλιο το βασιλιά. Γύρισε
χωρίς να μπορεί να χωνέψει τη συμπεριφορά του Δουρέντη.
«Αχ,
βρε Άγγελε, πού είσαι που θα γέλαγες με το αστείο μου και θα μου έλεγες, «προίκα
είσαι ολόκληρη αρχόντισσα μου, τι να την κάνω την προίκα του βασιλιά… Να του
έχω και υποχρέωση;»
Λίγες
οι κουβέντες με την κυρία Θεοδώρα. Έφαγαν και κάποια στιγμή χτύπησε το
τηλέφωνο, ήταν ο Δουρέντης. Το σήκωσε η κυρία Θεοδώρα. Τη ρώτησε αν μπορούσε να
περάσει αργά το απόγευμα, μετά τη δουλειά του, να πάρει τη Γωγώ για μια βραδινή
βόλτα. Του είπε πως δεν είχε αντίρρηση και πως θα τον περίμεναν. Μετά,
αποσύρθηκαν η κάθε μια στο δωμάτιο της.
Γύρω
στις επτά και μισή ο Δουρέντης χτύπησε το κουδούνι και ανέβηκε στο σπίτι. Κάθισαν
στο μικρό σαλόνι και η Γωγώ ρώτησε αν ήθελαν κάτι να τους σερβίρει. Μετά την
άρνηση τους, ξεκίνησε την κουβέντα η κυρία Θεοδώρα.
«Λοιπόν,
Γαβρίλη, δεν μπορώ να σας παντρέψω. Όπως καταλαβαίνεις ούτε δυο μήνες δεν έχουν
περάσει από το θάνατο του Αρχοντόπουλου, προχθές του κάναμε τα σαράντα. Θα ήταν
ασέβεια. Θα έρθω μόνο στο μυστήριο στην εκκλησία. Καλά να είμαστε, αργότερα σε
άλλες χαρές θα συμμετέχω κι εγώ. Τώρα είναι πολύ νωρίς. Θα έρθω για να δείξω
ότι σας στηρίζω και συμφωνώ, αν μου πέφτει ένας λόγος για τη Γωγώ».
«Τι
είναι αυτά που λες Ντορίνα… Φυσικά και έχεις λόγο, γι’ αυτό σε θέλαμε και για
κουμπάρα. Όμως καταλαβαίνω. Τώρα, επειδή είχατε πει στη Γωγώ ότι πρέπει να
φύγει μέχρι την Κυριακή, θα σε παρακαλούσα να μείνει μέχρι το γάμο. Δεν είναι
σωστό να έρθει από τώρα να μείνει μαζί μου στο σπίτι μου. Ήδη άρχισαν να λέγονται
πολλά, μην έχουμε και αυτό».
«Και
πού είσαι ακόμα, Γαβρίλη. Καλά, να μείνει εδώ, να μου κάνει και συντροφιά. Να
δω εγώ τι θα κάνω, με βλέπω να φεύγω μια ώρα αρχύτερα για την Αθήνα. Βλέπεις η
ζωή που έκανα εδώ, τέλειωσε οριστικά. Άντε να βγείτε να διασκεδάσετε, τώρα που
μπορείτε και σεις».
Η
Γωγώ άκουγε αυτά που έλεγαν και προβληματιζόταν. Ούτε το λόγο δεν της έδιναν.
Πόσο μάλλον να δεχτούν μια άποψή της, που δεν άφηναν καν να την εκφράσει.
Κατέβηκαν
και βγήκαν στο δρόμο. «Έχεις πάει στις ταβέρνες στην παραλία Γωγώ;»
«Με
κοροϊδεύεις μου φαίνεται. Πότε καλέ να έρθω στις ταβέρνες; Με τους
Αρχοντόπουλους;»
«Δεν
έχεις και άδικο, πολύ σπάνια πήγαιναν αυτοί σε τέτοια μαγαζιά. Σε ποια νομίζεις
πως πρέπει να πάμε;»
«Πάλι
με κοροϊδεύεις, ε…»
Με
τη χαλαρή συζήτηση που ο Δουρέντης επεδίωξε, προσπάθησε να κάνει τη Γωγώ να
αλλάξει ύφος, βλέποντας τη μουτρωμένη. Λίγο το κατάφερε.
«Καλώς
το δικηγόρο μας και τη Γωγούλα που ομορφαίνει τη γειτονιά μας. Περιμένουμε
άλλους παρέα; Να σας βάλω στο τραπεζάκι στο παράθυρο;» Ο Βαγγέλης, ο
ταβερνιάρης τους υποδέχτηκε μέσα στην καλή χαρά.
«Τι
καλό ψάρι έχεις Βαγγέλη; Θέλω και λίγη σούπα πρώτα, τον ανθό, ξέρεις εσύ…»
«Έχω
ζωντανή συναγρίδα να σου την κάνω ψητή και σούπα από δυο μεγάλες σφυρίδες για
ένα τραπέζι είναι, που τώρα τους περιμένω, γύρω στα δέκα άτομα. Θα σας βγάλω
δυο πιατάκια να ευφρανθεί το μέσα σας. Μαζί με το ψάρι θα σας φέρω και χόρτα
και λίγη ρετσίνα. Εντάξει, κύριε Δουρέντη μου;»
Κάθισαν
και σε λίγο μπήκε η παρέα που περίμενε ο ταβερνιάρης. Έμποροι από το Άργος. Οι
περισσότεροι γνώριζαν το Δουρέντη και τον χαιρέτισαν. Δύο μάλιστα ήρθαν κοντά
και ο Δουρέντης τους σύστησε και τη Γωγώ σαν την αρραβωνιαστικιά του. Μετά τα
συχαρίκια, είπε στον ένα που είχε μεγάλο κατάστημα με γυναικεία ρούχα στο
Άργος, ότι θα πήγαιναν την επομένη για να ψωνίσουν.
Το
ευχάριστο κλίμα της ταβέρνας άλλαξε τη διάθεση της Γωγώς. Έγινε ομιλητική και
άρχισε να χαμογελά. «Γαβρίλη, με φέρνεις σε δύσκολη θέση, θέλω να μου λες τι
σκέφτεσαι. Να ξέρω από πριν τι πρόκειται να πεις και τι θα γίνει. Αφού θα τα
μοιραζόμαστε όλα σαν παντρεμένοι, αυτό δεν είναι το σωστό; Δε μου είπες και
γιατί πρότεινες στην κυρία Θεοδώρα να μας παντρέψει;»
«Έχεις
δίκιο, Γωγώ μου, αλλά τόσο γρήγορα που έγιναν όλα πώς να συνηθίσω κι εγώ.
Νομίζεις ότι είναι εύκολο από τη μια στιγμή στην άλλη να αλλάξω τρόπους
συμπεριφοράς; Όμως αυτά μη σε απασχολούν και αν κάτι σε ενοχλεί να μου το λες.
Άλλα είναι αυτά που με φοβίζουν εμένα». Πήγε αλλού την κουβέντα ο Δουρέντης.
«Σαν
τι δηλαδή, Γαβρίλη μου;»
«Να,
δε μου ξεκαθάρισες, την προηγούμενη φορά που συζητήσαμε, αν ο πατέρας του
παιδιού το ξέρει. Το λέω γιατί αν δεν το ξέρει και εσύ δε θέλεις να το πεις,
ούτε σε κείνον ούτε σε μένα, έχει καλώς. Αν όμως το ξέρει και εμφανιστεί κάποια
στιγμή και πει, «Το παιδί είναι δικό μου» τι θα κάνουμε τότε Γωγώ; Είπαμε ότι
θα πρέπει να το αποδείξει, πράγμα καθόλου εύκολο, μα τη ζημιά θα την κάνει. Θα
πρέπει λοιπόν και εγώ να ξέρω από τώρα, για να σκεφτώ πώς θα το
αντιμετωπίσουμε. Καταλαβαίνεις ότι μπορεί να μας ζητήσει οτιδήποτε. Γι’ αυτό η
γνώμη μου είναι ότι πρέπει να μου πεις. Ο πατέρας ξέρει για την ύπαρξη του
παιδιού;»
«Αφού
επιμένεις λοιπόν, ο πατέρας του παιδιού, ούτε ξέρει για την εγκυμοσύνη μου,
ούτε πρόκειται να το μάθει ποτέ».
«Ωραία,
μόνο που κάποια στιγμή, όταν μεγαλώσει το παιδί, ίσως θα πρέπει να του πούμε
την αλήθεια, πως δεν είμαι εγώ ο πραγματικός του πατέρας και είναι κάποιος
άλλος, που θα ζητήσει να μάθει ποιος είναι αυτός. Τότε, Γωγώ, θα είμαστε
υποχρεωμένοι να του πούμε το όνομα του πραγματικού του πατέρα. Δεν είναι της
ώρας βέβαια. Μα θέλω να ξέρεις τις δυσκολίες που θα βρούμε μπροστά μας».
«Κάτι
ευχάριστο άκουσα, κύριε Δουρέντη μου, αληθεύει;» Τους διέκοψε ο ταβερνιάρης,
που δεν αντιστάθηκε στον πειρασμό να ρωτήσει, την ώρα που ακουμπούσε τα πιάτα
με την ψαρόσουπα στο τραπέζι.
«Αν
εννοείς τον αρραβώνα μου με τη Γωγώ, αληθεύει. Σε λίγες μέρες θα γίνει και ο
γάμος».
«Συγχαρητήρια,
η ώρα η καλή, να ζήσετε και να ευτυχήσετε, με πολλούς απογόνους. Είστε
ταιριαστό ζευγάρι, πολύ όμορφο, λίγα ζευγάρια έχουν περάσει από το μαγαζί τόσο όμορφα.
Οι σούπες και το κρασί κερασμένα από μένα».
Η
παρέμβαση του ταβερνιάρη, άλλαξε και πάλι το κλίμα που πήγε να βαρύνει. Ο
Δουρέντης άρχισε να λέει της Γωγώς τι θα έκαναν για τους αρραβώνες και τις
προετοιμασίες του γάμου.
«Αύριο
το πρωί θα πάω να βρω τον παπά να κανονίσω να έρθει στο σπίτι την Κυριακή για
τον αρραβώνα και να κλείσω την εκκλησία για το γάμο στις 21 Δεκεμβρίου. Νομίζω
πως νωρίτερα δεν προλαβαίνουμε. Αύριο λοιπόν, θα έρθουν στο σπίτι μια ξαδέρφη
μου με τη μάνα της, θεία μου αδελφή της μάνας μου, από το χωριό, για να το
καθαρίσουν και να ψωνίσουν ό,τι θα χρειαστεί. Εμείς μετά τον παπά, θα πάμε στο
Άργος να αγοράσουμε ρούχα και παπούτσια δικά σου και θα επιστρέψουμε στο
Ναύπλιο να διαλέξουμε χρυσαφικά και τα δώρα μας για τον αρραβώνα. Το απόγευμα
να κλείσεις ραντεβού σε όποια κομμώτρια θέλεις, να πας να φτιάξεις τα μαλλιά
σου. Την άλλη εβδομάδα θα πάμε και στην Αθήνα να δούμε για νυφικό και
μπομπονιέρες. Συμφωνείς;»
Συγκίνηση
και χαρά πλημμύρισαν τη Γωγώ. Να τα άκουγε αυτά από τον Άγγελο… Γρήγορα της
έφυγε η σκέψη. Ήταν άδικο για το Γαβρίλη, έκανε τόσα και έδειχνε έτοιμος να
κάνει πολύ περισσότερα. Ήδη αισθανόταν να του χρωστά, μόνο που δεν ήταν έτοιμη
να αρχίσει να του τα ξεπληρώνει. Η παρουσία της δίπλα του, δεν έφτανε… Ήθελε να
του δώσει, μόνο που ακόμα δεν μπορούσε…
……………………………………………………………
Όλα
έγιναν όπως τα είχε σχεδιάσει ο Δουρέντης. Κυριακή απόγευμα στο σπίτι του, στις
επτά η ώρα, ήρθε ο παπάς και ευλόγησε τον αρραβώνα. Αντάλλαξαν δώρα και φόρεσαν
τις βέρες τους. Από την πλευρά της Γωγώς δεν παραβρέθηκε κάποιος συγγενής ή
φίλος. Από του Δουρέντη, ο πατέρας του, δυο θείες και ένας θείος, τρία
ξαδέρφια, ο δικηγόρος Φλωριάδης που έμενε πάνω από το σπίτι του και ένας ακόμη
φίλος του δικηγόρος, που θα γινόταν και κουμπάρος τους, με τη γυναίκα του. Μετά
πήγαν όλοι μαζί σε μια ταβέρνα κοντά στο σπίτι, έφαγαν, ήπιαν και το
διασκέδασαν μέχρι αργά το βράδυ. Έτσι ξεκίνησε μια νέα σελίδα στη ζωή της
Γωγώς.
Το
πρωί είπε τα νέα του αρραβώνα στην κυρία Θεοδώρα, που την άκουσε μάλλον
αδιάφορα και πήγε να βρει στο γραφείο του το Δουρέντη. Στο δρόμο, πολλοί τη
σταματούσαν να της ευχηθούν «η ώρα η καλή». Μικρός ο τόπος, όλα μαθαίνονται
γρήγορα, καθώς διαδίδονται από στόμα σε στόμα.
«Γαβρίλη
μου, σε ευχαριστώ πολύ. Όλα ήταν όμορφα, μόνο οι αδελφές μου έλειπαν. Στο γάμο
μας θα έρθουν έτσι;»
Ο
Δουρέντης γέλασε, «Φυσικά και θα έρθουν, αφού το είπαμε, όποιους θέλεις μπορείς
να τους καλέσεις. Μα δε μου λες... Ούτε φιλί δε θα μου δώσεις;»
«Συγχώρα
με, Γαβρίλη μου, ένα και δυο και πολλά φιλιά αξίζεις...»
Η
Γωγώ του έδωσε ένα φιλί σε κάθε μάγουλο και κούρνιασε διστακτικά στην αγκαλιά
του. «Είπαμε, Γαβρίλη μου, σιγά σιγά, μη με πιέζεις...»
Το
απόγευμα η Γωγώ το πέρασε στον ΟΤΕ. Ήθελε να μιλήσει με τις αδελφές της στην
Άρτα και το Βουργαρέλι, καθώς και με την ξαδέρφη της την Κατίνα στην Αθήνα για
να τους πει τα νέα. Δεν ήθελε να μιλήσει από το σπίτι και να την ακούει η κυρία
Θεοδώρα. Της παραπονέθηκαν που δεν τις ειδοποίησε πρωτύτερα, εκφράσανε την
απορία τους που ήθελε να φύγει από το Ναύπλιο πριν από λίγες μέρες, τους φάνηκε
απίστευτη η τύχη της, εκφράσανε τη ζήλεια τους και η Γωγώ δικαιολογήθηκε, πως
όλα έγιναν τόσο ξαφνικά γι’ αυτό και δεν πρόλαβε να τις ειδοποιήσει, πως τους
τηλεφώνησε γιατί σκέφτηκε να φύγει από το Ναύπλιο μετά από μια παρεξήγηση με το
Γαβρίλη και την κυρία Θεοδώρα, που όμως ευτυχώς λύθηκε αμέσως και πως θα έπρεπε
να ετοιμαστούν για το γάμο. Ζήτησε και από τη Νικολίτσα να μεταφέρει στον
πατέρα τους, την επιθυμία της, να τη συνοδεύσει νύφη στην εκκλησία.
Επέστρεψε
στο γραφείο του Δουρέντη, μίλησαν για λίγο και πήγε στο σπίτι γιατί ήταν ψόφια
από την κούραση των τελευταίων ημερών. Η κυρία Θεοδώρα έλειπε, είχε αρχίσει
σιγά σιγά να βγαίνει και τα βράδια, πάντα σε κάποιο φιλικό σπίτι για να είναι
λιγότερα τα σχόλια «που γυρίζει μόνη της χήρα γυναίκα».
Την
Τρίτη το απόγευμα η Γωγώ, με την άδεια της κυρίας Θεοδώρας, κάλεσε στο σπίτι τη
Λεμονιά και τη Φώτω να τις κεράσει για τον αρραβώνα της. Ήρθαν τα κορίτσια, η
κυρία Θεοδώρα κάθισε για λίγο μαζί τους και έφυγε να τις αφήσει μόνες τους να
πουν τα δικά τους. Τους είπε μάλιστα φεύγοντας, ότι μπορούν να πιουν στην υγειά
της Γωγώς από το λικέρ τριαντάφυλλο, που είχε για εκλεκτούς καλεσμένους στο
μεγάλο σερβάν του σαλονιού. Η Γωγώ σαν οικοδέσποινα, κέρασε χυμό και
κουλουράκια στην αρχή τα κορίτσια και μετά έφερε τρία ποτήρια και το μπουκάλι με
το λικέρ.
Άρχισε
να τους λέει τα νέα από την τελετή, τους έδειξε τα δώρα που της έκανε ο
Δουρέντης και για το πότε θα γίνει ο γάμος. Τους είπε και ότι είναι έγκυος και
μόλις άρχισαν οι ερωτήσεις, «Πότε το κάνατε; Πού το κάνατε; Είναι καλός στο
κρεβάτι; Αν ήθελε να μείνει έγκυος ή έτυχε» και άλλα τέτοια, η Γωγώ, τους τα
μπέρδεψε με μισόλογα. Τι να τους έλεγε, αφού και η ίδια δεν ήξερε και με τη
βοήθεια του λικέρ η κουβέντα πήγε στα θέματα που συνήθως τους άρεσαν να συζητούν
μεταξύ τους. Οι γλώσσες τους λύθηκαν, άρχισαν τις αποκαλύψεις. «Αυτό έκανε ο
κύριος μου, αυτό η κυρία μου, ποιος πληρώνει για να ικανοποιεί τα πάθη του,
κάτι για αιμομιξίες, νόθα παιδιά, απένταρους άρχοντες».
Δεν
της άρεσαν αυτά της Γωγώς, κουτσομπολιά, αλήθειες και ψέματα ανακατεμένα,
διαδώσεις που έκρυβαν σκοπιμότητα, άσε που τα περισσότερα τα είχε ξανακούσει.
Τις άφησε να λένε για να μην τους χαλάσει την ευχαρίστηση. Η Γωγώ κατά βάθος
λυπόταν όταν άκουγε για κουσούρια και βίτσια και αδυναμίες των ανθρώπων.
Λυπόταν και για τη ματαιοδοξία των ανθρώπων, όμως περισσότερο λυπόταν για την
υποκρισία της κοινωνίας, στο πώς τα αντιμετώπιζε όλα αυτά.
………………………………………………………
Οι
τρεις εβδομάδες μέχρι το γάμο πέρασαν γρήγορα. Οι ετοιμασίες δεν άφηναν χρόνο
για πολλές σκέψεις. Ακόμα και η θύμηση του Άγγελου γινόταν έντονη μόνο όταν
είχε κάποια ενόχληση από την εγκυμοσύνη. Η Γωγώ, όπως κάθε κοπέλα πριν από το
γάμο της, απολάμβανε κάθε στιγμή και περίμενε τη μεγάλη ώρα, την ώρα που θα
ακουγόταν το «Στέφεται ἡ δούλη τοῦ
Θεοῦ».
Τα
περισσότερα πράγματα που χρειάζονταν για το γάμο τα ψώνισαν από το Ναύπλιο και
κάποια από το Άργος. Μόνο για το νυφικό και τις μπομπονιέρες, πήγαν δυο φορές
στην Αθήνα. Και τις δυο φορές, πήγαν και γύρισαν αυθημερόν, με το αυτοκίνητο
του Δουρέντη. Η Γωγώ, αν και δεν είχε την ευκαιρία να δει και πολλά, από τα
λίγα που πρόλαβε, ενθουσιάστηκε. Έμεινε με ανοιχτό το στόμα. Τόσο της άρεσε η
Αθήνα που ζήτησε του Δουρέντη, να έρθουν γαμήλιο ταξίδι εδώ και όχι να πάνε σε
κάποιο άλλο μέρος. Το μόνο που την απασχολούσε, στο όνειρο που ζούσε, ήταν πως
δεν μπορούσε να δει το Δουρέντη σαν σύντροφο στο κρεβάτι της. Δεν μπορούσε να
συνηθίσει στην ιδέα πως θα βρισκόταν γυμνή και δίπλα της γυμνός ο Δουρέντης.
Έλεγε πως με τον καιρό θα έρχονταν πιο κοντά, πως θα επιθυμούσε, έστω και λίγο,
έναν άνδρα που την αγαπούσε και τόσο πολύ τη φρόντιζε. Όμως, πλησίαζε το
μυστήριο και η απόσταση δε μίκραινε. Και δεν καταλάβαινε και τι έφταιγε, ήταν η
ανάμνηση του Άγγελου ή κάτι που είχε ο Δουρέντης και την απωθούσε…
Κεφάλαιο 9
Το μυστήριο…
Την
Παρασκευή, δυο μέρες πριν από το γάμο, ήρθαν στο Ναύπλιο οι αδελφές της Γωγώς.
Από την Άρτα η Μαρία με τον άνδρα της και η Νικολίτσα από το χωριό. Την ίδια
μέρα έφτασε και η Κατίνα η ξαδέρφη της από την Αθήνα, μαζί με ένα θείο τους από
το σόι της μάνας της και τη γυναίκα του. Αυτός ο θείος, θα συνόδευε τελικά τη
Γωγώ στην εκκλησία, γιατί ο πατέρας της, παρά τα παρακάλια όλων των κοριτσιών,
έμεινε στο χωριό και δε θέλησε να παρευρεθεί στο γάμο της.
Οι
συναντήσεις της Γωγώς με τους συγγενείς της ήταν ένα πανηγύρι χαράς. Μετά από
τόσους μήνες τους συναντούσε για ένα τόσο ευχάριστο γεγονός, που έγινε ακόμα
πιο ευχάριστο για τους συγγενείς, όταν έμαθαν πως η Γωγώ ήταν και έγκυος. Οι
επισκέψεις στο σπίτι των Αρχοντόπουλων, που θα έμενε η Γωγώ μέχρι το γάμο,
έκαναν την κυρία Θεοδώρα να διασκεδάζει. Συμμετείχε στις συζητήσεις και όλο
ρωτούσε να μάθει για τη ζωή τους. Εκτός από την πεταχτή Κατίνα που ξεχώριζε,
εντύπωση της έκανε η Νικολίτσα και από την αρχή της έδειξε συμπάθεια. Ο ήπιος
χαρακτήρας της και η σοβαρότητά της, αν και τόσο μικρή στην ηλικία, τράβηξαν
την προσοχή της. Κέρναγε συνέχεια ποτά τα κορίτσια και κάθε τόσο τους έλεγε να
χαμηλώσουν τα γέλια, γιατί είχαν πένθος στο σπίτι και θα γίνονταν ρεζίλι. Από
την άλλη, όλο και τις προκαλούσε. Χρόνια είχαν να ακουστούν τόσα γέλια στο
σπίτι των Αρχοντόπουλων, σαν να ξορκιζόταν το κακό ριζικό που το είχε
κυριεύσει.
Αργά
το βράδυ της Παρασκευής πέρασε και ο Δουρέντης να γνωρίσει τους συγγενείς της
Γωγώς. Ευγενικός και τυπικός, χωρίς πολλές κουβέντες. Οι συγγενείς
ενθουσιάστηκαν από τον όμορφο δικηγόρο. Όλοι κάτι είχαν να πουν για την τύχη
της. Κάποια στιγμή έφυγαν να πάνε στο ξενοδοχείο τους και στο σπίτι έμειναν η
κυρία Θεοδώρα, ο Δουρέντης και η Γωγώ. Βουβαμάρα και αμηχανία επικράτησε για
κάμποση ώρα. Λες και δεν είχαν να πουν τίποτα οι τρεις τους.
«Λοιπόν,
απόψε και αύριο εδώ, μεθαύριο θα πας στο καινούργιο σου σπίτι Γωγώ» έσπασε τη
σιωπή η κυρία Θεοδώρα.
Ένα
ξεψυχισμένο «ναι» βγήκε από το στόμα της Γωγώς.
«Ε…,
δε θα χαθούμε, Ντορίνα μου. Θα βλεπόμαστε και θα κάνουμε παρέα. Έτσι δεν
είναι;» τα λόγια του Δουρέντη.
«Τίποτα
δε θα είναι όπως πρώτα, μην κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις… Το ξέρεις πως όλα θα
αλλάξουν» κατηγορηματική ήρθε η απάντηση από την κυρία Θεοδώρα.
Η
Γωγώ για μια ακόμη φορά αισθάνθηκε στο περιθώριο. Σαν να μην υπήρχε η ίδια
συζητούσαν οι δυο τους. Λες και ο γάμος αφορούσε περισσότερο αυτούς και
λιγότερο τη Γωγώ. Μπορεί να ήταν και η ιδέα της, όμως καθόλου δεν της άρεσε
αυτός ο παραμερισμός της από το Δουρέντη, όταν βρισκόταν μαζί τους η κυρία
Θεοδώρα. Ίσως ο Δουρέντης με αυτό τον τρόπο να ήθελε να δείξει πως της
συμπαραστέκεται και πιθανόν να σκεφτόταν να χρησιμοποιήσει τις καλές σχέσεις
μαζί της για να αυξήσει την πελατεία του από τις γνωριμίες του Αρχοντόπουλου.
Ίσως… Όμως αυτή η συμπεριφορά του Δουρέντη δε διευκόλυνε τη Γωγώ να τον
αισθανθεί δικό της, δεν τη βοηθούσε να ξεπεράσει τις αναστολές της, να τον δει
έστω και λίγο ερωτικά. Δεν της έφτανε να της κάνει τα χατίρια, ήθελε και να την
υπολογίζει, να νιώθει πως την βλέπει σαν το άλλο του μισό. Μέχρι τότε δεν είχε
δείξει κάτι τέτοιο ο Δουρέντης, το αντίθετο μάλιστα.
Ο
Δουρέντης τις καληνύχτισε, φίλησε στο μάγουλο τη Γωγώ και της είπε πως θα την
ξαναδεί την Κυριακή στη εκκλησία. Της είπε να ξεκουραστεί για να είναι και πιο
όμορφη και πως αν χρειαζόταν κάτι να του τηλεφωνήσει. Έφυγε και έμειναν μόνες
τους οι δυο γυναίκες, όπως τα περισσότερα βράδια από το χαμό του Αρχοντόπουλου.
«Γωγώ,
απόψε είναι το τελευταίο μας βράδυ, αύριο θα διασκεδάσεις με τους συγγενείς σου
και μεθαύριο εσύ με το Δουρέντη και εγώ στη μοναξιά μου».
«Γιατί
το λέτε αυτό, κυρία…»
«Γιατί
έτσι είναι, Γωγώ, η ζωή της καθεμιάς πήρε το δικό της δρόμο. Ο δικός σου είναι
φαρδύς και ίσιος, ο δικός μου… Φέρε το πίπερμαν και δυο ποτήρια… Έτσι θα
φύγεις, χωρίς να πιούμε στην υγειά σου και χωρίς να σου ευχηθώ για το γάμο
σου;»
Η
Γωγώ έφερε το πίπερμαν και δυο ποτήρια και κάθισαν στον καναπέ στο μικρό
σαλόνι. Σέρβιρε το πρώτο και αφού το ήπιαν μονορούφι, σέρβιρε και το δεύτερο.
«Επτά
μήνες πέρασαν Γωγώ από την ημέρα που φοβισμένη, χαμένη, κατέβηκες από το
λεωφορείο στο σταθμό που σε περίμενα. Για πες μου, φανταζόσουνα τότε πως θα
έρχονταν έτσι τα πράγματα; Πως θα είχες τέτοια τύχη εσύ και τέτοια ατυχία εγώ;»
«Καλά
κυρία, δε σας πήραν και τα χρόνια, νέα είστε, μπορείτε να φτιάξετε τη ζωή σας
όπως θέλετε. Η τύχη και η ατυχία αλλάζουν από τη μια στιγμή στην άλλη».
«Νομίζεις,
μικρή μου Γωγώ, πως αφού δεν έχω οικονομικό πρόβλημα και άλλες υποχρεώσεις, θα
μπορέσω να κάνω ό,τι θέλω από δω και πέρα; Δεν είναι καθόλου έτσι. Αν μείνω στο
Ναύπλιο, τα περιθώρια που μου αφήνει η κοινωνία να κινηθώ είναι εντελώς
περιορισμένα. Οι κανόνες θα πρέπει να τηρούνται, οι παρεκκλίσεις από μια
πλούσια χήρα, έστω του Αρχοντόπουλου, δε συγχωρούνται. Και αν μέχρι τώρα
υπερέβαινα καμιά φορά τους κανόνες, το έκανα γιατί είχα τις πλάτες του
Αρχοντόπουλου. Αυτή είναι η αλήθεια. Τώρα είμαι το εύκολο θύμα της χλεύης και
του κουτσομπολιού για ό,τι ο καθένας σκέφτεται ή φαντάζεται στο βρώμικο μυαλό
του. Ακόμα και στο σπίτι να κλειστώ και να μην κάνω τίποτα που θα μπορούσε να
προκαλέσει, ξέρεις τι θα πουν. Ή πως της σάλεψε της καημένης ή πως βάζει τις
νύχτες κρυφά στο σπίτι αγαπητικούς και κάνει όργια. Ποια ζωή λοιπόν να φτιάξω
εδώ, όταν ό,τι και να κάνω θα νιώθω την αφόρητη πίεση σε κάθε μου βήμα; Κανείς
δεν είναι τόσο δυνατός να τα γράψει όλα στα παλιά του τα παπούτσια. Τουλάχιστον
εγώ δεν είμαι. Μπορώ και να φύγω, να γυρίσω στην Αθήνα και να αισθανθώ, πολύ
πιο ελεύθερη από ό,τι εδώ. Όμως δε θέλω, τουλάχιστον όχι ακόμα. Η φυγή θα είναι
μια ήττα για μένα, θα είναι είκοσι χρόνια από τη ζωή μου, που θα έπρεπε να
είναι τα καλύτερα, χαμένα τελικά. Ήρθα με όνειρα και ελπίδες, δεν είμαι έτοιμη
να γυρίσω με όλα αυτά τσαλακωμένα…»
Η
Γωγώ με το ποτήρι με το πίπερμαν στο ένα χέρι, προσπαθούσε με το άλλο, να
σκουπίσει τα δάκρυα της που έτρεχαν σαν καταρράκτες από τα μάτια της. Δύσκολα
κατάφερε να μιλήσει:
«Κυρία,
σας παρακαλώ, εσείς μια τόσο δυναμική και πραγματικά υπέροχη γυναίκα είναι
δυνατόν να μιλάτε έτσι για τον εαυτό σας; Τι σας νοιάζει η κοινωνία, αυτή ποτέ
δε χαίρεται με το καλό του άλλου, μόνο σαν βλέπει κάποιον να καταστρέφεται
χαίρεται. Εσάς δεν μπορεί να σας αγγίξει κανείς, εγώ αυτό κατάλαβα από τότε που
ήρθα εδώ».
«Κρατάω
τα καλά σου λόγια, δε θα τα ξεχάσω ποτέ. Ακόμα και να μην τα πιστεύεις, να τα
λες για να με κάνεις να αισθανθώ καλύτερα, τα δέχομαι, τα είχα ανάγκη αυτή την
ώρα, ας είναι και ψεύτικα… Ευχαριστώ Γωγώ».
«Να
αλλάξουμε κουβέντα; Να μου πείτε δυο λόγια για το γάμο, τι πρέπει να προσέξω
στο μυστήριο και γιατί όχι πώς να συμπεριφερθώ μετά το μυστήριο; Εσείς ξέρετε».
«Λοιπόν,
Γωγώ, μη φοβάσαι τίποτα, όσα και να σου πω εγώ και όποιος άλλος, η κάθε φορά
είναι διαφορετική από την προηγούμενη. Να είσαι ήρεμη, δε χρειάζεται να έχεις άγχος,
δεν είσαι η πρώτη ούτε και η τελευταία που θα περάσει αυτές τις στιγμές.
Προσπάθησε να τις απολαύσεις σαν να είναι μόνο δικές σου, άντε και του άνδρα
σου».
«Να
σας ρωτήσω κάτι κυρία που αν θέλετε μου απαντάτε… Πώς σας φαίνεται ο Δουρέντης;
Θα τα πάω καλά μαζί του; Είμαι τελικά τυχερή, όπως λένε, που τον παντρεύομαι;»
«Ευχόμουνα
να μη μου κάνεις αυτή την ερώτηση, όχι γιατί φοβάμαι να σου απαντήσω. Γιατί
φοβάμαι μήπως η απάντησή μου διαψευστεί και δε θέλω να απογοητευτείς από μένα.
Δεν τα πάω καλά στο να κρίνω τους ανθρώπους. Πολλές φορές έχω πέσει έξω».
«Με
τρομάζετε έτσι που μιλάτε. Σαν να θέλετε να αποφύγετε την απάντηση…»
«Όχι,
Γωγώ, θα σου απαντήσω με όλη μου την ειλικρίνεια. Ο Δουρέντης είναι ένας νέος
επιτυχημένος δικηγόρος με λαμπρή καριέρα μπροστά του, που πολλές κοπέλες θα
ήθελαν να παντρευτούν. Όμως, όλες οι κοπέλες δεν είναι ίδιες, η κάθε μια έχει
το χαρακτήρα της, το μυαλό της, τις επιθυμίες της, τα όνειρα της για τη ζωή,
άλλη θέλει αυτό και άλλη εκείνο. Αυτό σημαίνει πως δεν είναι δεδομένο, επειδή
θα παντρευόταν κάποιο σαν το Δουρέντη, πως θα ήταν και ευτυχισμένη μετά μαζί
του. Ο γάμος χρειάζεται συμβιβασμούς και πρώτα και κύρια σεβασμό του ενός για
τον άλλο. Οι αναγκαίες υποχωρήσεις να γίνονται μέχρι τα όρια που έχει βάλει ο
καθένας για τον εαυτό του. Η παραβίαση τους, από έναν από τους δύο, ή και από
τους δύο, είναι συνήθως η αιτία που αποτυγχάνουν οι γάμοι. Καταλήγω στην
απάντηση. Επειδή εσύ διάλεξες το Δουρέντη και έχεις ερωτική σχέση μαζί του
τόσον καιρό, πιστεύω πως είναι στο χέρι σου να περάσεις καλά μαζί του. Ξέρεις
τους τρόπους του και αυτός τους δικούς σου. Επομένως μάλλον εύκολα θα μπορέσετε
να προσαρμοστείτε και να ξεπεράσετε τις όποιες δυσκολίες παρουσιαστούν μετά το
γάμο».
«Μου
απαντήσατε, μα εμένα γιατί μου φαίνεται πως κάτι κρύβουν τα λόγια σας;»
«Με
ρώτησες και σου απάντησα και με το παραπάνω. Να σε ρωτήσω και εγώ κάτι. Ο Αρχοντόπουλος
είχε σεξουαλική επαφή μαζί σου ή προσπάθησε να έχει;»
Τα
μάτια της κυρίας Θεοδώρας καρφώθηκαν στα μάτια της Γωγώς που αναγκάστηκε να τα
κατεβάσει. Έσκυψε χαμηλά το πρόσωπο. Πήρε βαθιά ανάσα και ρούφηξε όλο το ποτό
που είχε στο ποτήρι.
«Μη
μου το κάνετε αυτό, κυρία, τι σημασία έχει πια. Ο κύριος δεν ήταν και άγιος
αλλά μη βάζετε κακά πράγματα στο μυαλό σας. Αφήστε τον να συγχωρεθεί».
«Ξέρεις
πως όλοι αυτό συζητούσαν και το πόσο τυχερός ήταν ο Αρχοντόπουλος να σε έχει
στο σπίτι του. Αλλά ας μη χαλάμε αυτές τις όμορφες για σένα στιγμές. Εγώ θα
μείνω λίγο ακόμα, εσύ πήγαινε να κοιμηθείς. Σου εύχομαι ό,τι επιθυμείς να γίνει
πραγματικότητα. Νομίζω πως είναι η καλύτερη ευχή που μπορώ να σου δώσω».
Η
Γωγώ σηκώθηκε, έδωσε ένα φιλί στην κυρία Θεοδώρα, της είπε ένα ευχαριστώ και
πήγε στο δωμάτιο της.
Πρωί
του Σαββάτου οι συγγενείς της Γωγώς πέρασαν από το σπίτι να της πουν μια
καλημέρα. Η κυρία Θεοδώρα δεν είχε ξυπνήσει. Τα είπαν για λίγο και πήγαν βόλτα
να δουν τα αξιοθέατα του Ναυπλίου. Η Γωγώ ξεκουράστηκε για τα καλά μέχρι το
μεσημέρι. Κάποια στιγμή αισθάνθηκε την ανάγκη να πάει να περπατήσει μόνη της
στην παραλία. Τις τελευταίες ημέρες όλο και με κάποιον βρισκόταν δίπλα της.
Είχε επιθυμήσει μια μοναχική βόλτα στο Φάρο.
Τσουχτερό
το κρύο, λιγοστός ο κόσμος. Η Γωγώ τυλιγμένη με ένα χοντρό σάλι που άφηνε
ακάλυπτο μόνο το πρόσωπο της, περπατούσε δίπλα στη θάλασσα, στο «νυφοπάζαρο».
Μικρά αφρισμένα κύματα έσκαγαν στην προκυμαία, κοντά στα πόδια της. Μετά τα
καφενεία της παραλίας ο μόνος που συνάντησε ήταν ο Θανασάκης, ο δεκατετράχρονος
γιος ενός ψαρά που τον είχε στείλει ο πατέρας του να πάρει κάτι από τη βάρκα
που ήταν δεμένη λίγο πιο πέρα.
«Γειά
σου, Θανασάκη, τι κάνεις; Στο σπίτι όλοι καλά;»
«Καλά
είμαστε, κυρία Γωγώ, σαν ερχόσαστε από μακριά δε σας γνώρισα, με την Παναγία
μου μοιάσατε, τόσο όμορφη, με το λευκό πρόσωπο σας να ξεχωρίζει στα σκούρα
ρούχα σας. Η ώρα η καλή, να ζήσετε».
Συγκινήθηκε
η Γωγώ, βούρκωσε, από τα πιο όμορφα πράγματα που είχε ακούσει στη ζωή της.
Έφτασε στο Φάρο. Απέναντι επιβλητικό το Μπούρτζι δεχόταν την αρμύρα, τα κύματα
και τους ανέμους αδιαμαρτύρητα, όπως αιώνες τώρα. Στητό, αγέρωχο, περήφανο,
παράδειγμα άρνησης υποταγής, για όποιον το ένιωθε έτσι. Η Γωγώ στη σκέψη πως
από την επομένη θα ήταν υποταγμένη σε έναν άνδρα που ελάχιστα γνώριζε, ένιωσε
κάτι να τη σφίγγει μέσα της. Αν και κόντευε μήνας από τότε που δέχτηκε την
πρόταση του Δουρέντη να παντρευτούν, δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει πως είχε
έρθει αυτή η ώρα. Οι αναπολήσεις στον Άγγελο, ακόμα και στο Μήτσο, δεν τη
βοηθούσαν να ετοιμαστεί για το Δουρέντη, το εντελώς αντίθετο συνέβαινε. Τα
συναισθήματα και τα μυστικά που κουβαλούσε μέσα της, γίνονταν ασήκωτο φορτίο.
Πήρε το δρόμο της επιστροφής ταραγμένη. Πώς τα είχε μπλέξει έτσι και σε τόσο
λίγο διάστημα. Να πεις ότι θα τα διέγραφε με μιας και θα άρχιζε, μια άλλη ζωή,
μετά το γάμο; Πώς; Ούτε τα συναισθήματα, ούτε τα μυστικά διαγράφονται, σε
ακολουθούν για πάντα.
Στο
σπίτι που γύρισε, έφαγε στα γρήγορα μισή μπριζόλα, που είχε ψήσει η κυρία
Θεοδώρα και πήγε και ξάπλωσε στο κρεβάτι της. Το απόγευμα πήρε τηλέφωνο ο
Δουρέντης, είπε πως όλα ήταν έτοιμα και πως ανυπομονούσε να την υποδεχτεί την
επομένη στην εκκλησία. Το βράδυ, η Γωγώ με τους συγγενείς της πήγαν στην
ταβέρνα του Βαγγέλη, εκεί που την είχε πάει ο Δουρέντης στην πρώτη τους έξοδο.
Έφαγαν, ήπιαν, γέλασαν και πριν τις δώδεκα συνόδευσαν τη Γωγώ στο σπίτι. Η
κυρία Θεοδώρα είχε αποσυρθεί στο δωμάτιο της και έτσι η Γωγώ πήγε κατευθείαν
στο δικό της. Η παραμονή της Γωγώς στο σπίτι του Αρχοντόπουλου, έφτανε στο
τέλος της. Ό,τι έζησε εδώ, σε λίγο θα γινόταν ανάμνηση.
Η
Κυριακή του γάμου ξημέρωσε, 21 Δεκεμβρίου 1958. Η Γωγώ δε βιάστηκε να σηκωθεί
από το κρεβάτι της. Το μόνο που είχε να κάνει μέχρι την ώρα που θα έφευγε για
την εκκλησία, ήταν να μπανιαριστεί και να περιμένει την κομμώτρια που θα
ερχόταν να της φτιάξει τα μαλλιά. Νωρίς το μεσημέρι ήρθαν οι αδελφές της και η
Κατίνα η ξαδέλφη της, για να την ετοιμάσουν, να τη ντύσουν, να της φορέσουν το
νυφικό και να της βάλλουν κραγιόν στα χείλη και ρουζ και πούδρα στο πρόσωπο. Η
κυρία Θεοδώρα σαν πιο έμπειρη, έκανε τις τελευταίες διορθώσεις.
Το
αποτέλεσμα εκθαμβωτικό, η Γωγώ έλαμπε, η ομορφιά της αναδείχτηκε ακόμα
περισσότερο από το καλόγουστο, μακρύ, λευκό νυφικό, το χτένισμα των μαλλιών και
την περιποίηση στο πρόσωπο της. Γέλαγαν και έκλαιγαν οι γυναίκες γύρω της. Μόνο
στη Γωγώ είχαν απαγορέψει να γελά πολύ ή να δακρύσει για να μη χαλάσει το
μακιγιάζ. Η ώρα πλησίαζε, σε λίγο θα ερχόταν ένα παιδί να τους ειδοποιήσει πως
ο Δουρέντης είχε πάει στην εκκλησία για να ξεκινήσουν και αυτοί. Μικρή η
απόσταση μέχρι τον Αϊ-Γιώργη, που θα γινόταν ο γάμος.
Η
Γωγώ αφέθηκε να την παρασύρουν οι μοναδικές στιγμές της γαμήλιας τελετής, των
ευχών και του γλεντιού που ακολούθησε στη μεγάλη ταβέρνα της Πρόνοιας. Ήταν το
πρόσωπο της ημέρας, το πρόσωπο που η λάμψη του θα γινόταν το θέμα συζητήσεων σε
όλους τους κύκλους της πόλης και για πολλές από τις επόμενες ημέρες.
Μετά
το γλέντι, κατά τις δύο τη νύχτα, νύφη και γαμπρός πήγαν στο σπίτι του Δουρέντη
που θα γινόταν πλέον και σπίτι της Γωγώς. Στο σπίτι που θα άρχιζε ο εφιάλτης
για τη Γωγώ. Δεν πρόλαβε καλά καλά να βγάλει το νυφικό της και ο Δουρέντης την
έσπρωξε στο κρεβάτι και έπεσε πάνω της. Σχεδόν της το έσκισε προσπαθώντας να
της το βγάλει, ενώ άρχισε να της σφίγγει με δύναμη τα στήθη, να της τραβά τα
μαλλιά και να τη δαγκώνει στο λαιμό. Της κατέβασε με τη βία το εσώρουχο την ώρα
που την έλουζε με ένα χείμαρρο από βρισιές ανακατεμένες με βογγητά. Η Γωγώ
αιφνιδιάστηκε τόσο που δεν πρόλαβε να συνειδητοποιήσει τι της συνέβαινε, πόσο
μάλλον να αντιδράσει. Μόνο όταν ο Δουρέντης είχε φτάσει στο σημείο να
εισχωρήσει στον κόλπο της, προσπάθησε να ξεφύγει.
«Τι
κάνεις, Γαβρίλη, τρελάθηκες; Εδώ είμαι δε φεύγω, δική σου είμαι… Σιγά σιγά δεν
είπαμε;»
«Ναι,
αλλά εγώ σε έκανα γυναίκα μου, για να με ικανοποιείς όπως πρέπει. Το ανάλατο
δεν έχει νοστιμιά, χωρίς βία και βρισιά γαμήσι δεν αξίζει. Έλα και με έχεις
ανάψει, τόσον καιρό περίμενα να έρθει αυτή η ώρα».
«Μα
ξεχνάς πως είμαι έγκυος;»
«Ε,
και λοιπόν; Υπάρχουν και άλλοι τρόποι για να με ευχαριστήσεις».
Τη
γύρισε απότομα μπρούμητα και την ξεγύμνωσε τελείως. Έριξε όλο το βάρος του
κορμιού του επάνω της και την ακινητοποίησε. Πήρε ένα μαξιλάρι και το έβαλε
κάτω από την κοιλιά της για να της ανασηκώσει τους γοφούς. Μετά, άνοιξε τους
γλουτούς της και προσπάθησε να σπρώξει το μόριο του μέσα της. Όσο αντιστεκόταν
η Γωγώ τόσο και λύσσαγε ο Δουρέντης. Την τραβούσε από τα μαλλιά και τη δάγκωνε
στην πλάτη.
«Γαβρίλη
μου, σε παρακαλώ, με πονάς…»
«Βρώμα…
Όταν σου τα ‘κανε αυτά ο ψαράς δεν πόναγες; Τώρα με μένα πονάς…»
Ηλεκτρικό
ρεύμα χτύπησε τη Γωγώ. Δεν πίστευε αυτό που άκουσε. Ήταν τέτοια η σαστιμάρα της
που δεν ένιωθε πια τον πόνο από το βιασμό της. Το μυαλό της είχε θολώσει, λες
και είχε χάσει την επαφή με την πραγματικότητα που ζούσε.
Ο
Δουρέντης τέλειωσε με μουγκρητά και αγκομαχητά την ώρα που η Γωγώ είχε μείνει
ξερό ξύλο. Ξεθύμανε και ξάπλωσε δίπλα της. Γύρισε και η Γωγώ, τα δάκρυα που
έτρεχαν από τα μάτια της ήταν σταγόνες που έρχονταν από κάθε κομμάτι του κορμιού
της, κυρίως όμως από την ψυχή της.
«Έλα,
Γωγώ, ησύχασε. Είδες πόσο πολύ σε λαχταρούσα. Αν σε πόνεσα και λιγάκι δεν
πειράζει, πρώτη φορά ήταν, θα συνηθίσεις και θα σου αρέσει. Έχουμε πολλά να
κάνουμε, αρκεί να με ακούς και να μη μου φέρνεις αντιρρήσεις».
«Τι
ήταν αυτό που είπες για τον ψαρά; Πού ξέρεις εσύ;» ήταν τα πρώτα λόγια που
κατάφερε να προφέρει η Γωγώ, μόλις κάπως συνήλθε.
«Ε,
καλά, βρε Γωγώ! Θα σε παντρευόμουν αν δεν ήξερα με ποιον είχες σχέση και
ποιανού είναι το παιδί;»
«Μα
πώς το ήξερες; Και γιατί με παντρεύτηκες;»
«Το
πώς το ήξερα δε θα σου το πω, όπως και εσύ δε μου έλεγες ποιανού είναι το παιδί.
Το γιατί σε παντρεύτηκα είναι εύκολο να το καταλάβεις. Είσαι πολύ όμορφη
πανάθεμα σε, με ξετρέλανες από την πρώτη στιγμή που σε είδα. Δεν πρόλαβα να σε
κατακτήσω γιατί βιάστηκες να πας με τον ψαρά. Αυτός ήξερε καλύτερα από μένα να
απλώνει δίχτυα. Έτσι, όταν αυτός χάθηκε, ο μόνος τρόπος που είχα για να σε
αποκτήσω, ήταν να σε παντρευτώ. Βλέπεις υπήρχε το παιδί στη μέση που ήθελες να
το κρατήσεις. Εσύ μου αποκάλυψες την εγκυμοσύνη την πρώτη φορά που ήρθες στο
γραφείο μου και εγώ πήρα την απόφαση να σε παντρευτώ, μαζί με το παιδί του
ψαρά. Τόσο απλά είναι τα πράγματα, προτίμησα εσένα από τόσες άλλες που με
ήθελαν και ήταν πρόθυμες να ικανοποιήσουν όλα μου τα γούστα. Γι’ αυτό και
πρέπει να αισθάνεσαι δυο φορές τυχερή».
«Εκτός
από σένα, γνωρίζει και κάποιος άλλος την αλήθεια;»
«Αυτό
δεν το ξέρω, εγώ δεν το έχω πει σε κανέναν. Εσύ αν το έχεις πει».
«Δηλαδή,
έτσι όπως τα λες, ήσουν σίγουρος πως θα δεχτώ να σε παντρευτώ, εξάλλου δεν προσπάθησες
και πολύ. Λίγα όμορφα λόγια, καλή συμπεριφορά και ευγενικοί τρόποι για να
τσιμπήσει το βλαχαδερό. Αυτό δεν ήταν;»
«Εκμεταλλεύτηκα
και την πίεση που αισθάνθηκες όταν σε έδιωξαν οι Αρχοντόπουλοι. Εμείς οι
δικηγόροι λέμε και καμιά φορά αλήθεια». Γέλασε μόνος του με το κακόγουστο αστείο
του.
«Και
τώρα τι περιμένεις να γίνει; Να υποκύπτω καθημερινά στις αρρωστημένες επιθυμίες
σου; Να είμαι η σκλάβα που θα περιμένει τον αφέντη να ξεσπάσει στο κορμί της
και να εκτονώσει, ό,τι σάπιο κρύβει μέσα του; Να είμαι ένα άβουλο πλάσμα που
απλά θα υποφέρει για να είναι ικανοποιημένος ο κύριος του; Όχι, Γαβρίλη μου, αν
αυτά θέλεις, αν έτσι νομίζεις ότι μπορεί να είναι ο γάμος μας, σε πληροφορώ ότι
κάνεις λάθος. Δε θα σε ακολουθήσω σε αυτό το δρόμο, ό,τι και να σημαίνει αυτό
για μένα».
Το
χαστούκι που προσγειώθηκε με δύναμη στο μάγουλο της Γωγώς, της έστριψε το
κεφάλι στην άλλη μεριά. Το δάχτυλο του Δουρέντη στάθηκε απειλητικό μπροστά στα
μάτια της.
«Τολμάς
και μιλάς μωρή σκρόφα, που πήγες και γκαστρώθηκες με τον πρώτο τιποτένιο που
βρέθηκε στο δρόμο σου; Στα δεκαοχτώ σου χρόνια; Αντί να με ευγνωμονείς και να
μου λες δέκα ευχαριστώ στο λεπτό που θα γίνεις κυρία… Που σε γλίτωσα από τον
κάθε Αρχοντόπουλο, που θα πέθαινες δουλικό ξεφτιλισμένο… Έχεις το θράσος και
μιλάς, σιγά μη μας βάλλεις και όρους. Και να ξέρεις πως απόψε ήμουν τρυφερός
μαζί σου. Μη με κάνεις να γίνω πραγματικά βίαιος γιατί θα ξεράσεις το γάλα της
μάνας σου. Κατάλαβες;»
Η
Γωγώ κουλουριάστηκε όπως ήταν γυμνή και μέσα στο αναφιλητό της, εξαντλημένη και
ταπεινωμένη, το μόνο που μπόρεσε να ψιθυρίσει ήταν ένα, «Γιατί σε μένα, Θεέ
μου;»
«Σήκω
και βάλε τη νυχτικιά σου. Αύριο πάλι, φρόντισε να ηρεμήσεις και να σκεφτείς
αυτά που είπαμε. Στο χέρι σου είναι να τα πάμε καλά. Με το καλό ή με το κακό,
αυτό που θέλω εγώ θα γίνεται. Καληνύχτα». Σκεπάστηκε με το πάπλωμα και της γύρισε
την πλάτη. Η Γωγώ σηκώθηκε, πήγε στο μπάνιο, είδε το πρόσωπο της στον καθρέφτη
και τρόμαξε. Τα μαλλιά φριχτά μπερδεμένα, το μάγουλο της κατακόκκινο, όλο το
μακιγιάζ είχε φύγει, μπογιές και πούδρες ανακατεμένες, η ομορφιά της Γωγώς
μουτζουρωμένη, τσαλακωμένη, όπως τα όνειρα της. Έριξε νερό και ξέπλυνε τις
βρωμιές και τη ντροπή της. Τουλάχιστον αυτή που φαινόταν. Φόρεσε τη δαντελωτή
νυχτικιά της και έπεσε στο κρεβάτι, όσο μπορούσε πιο μακριά από το Δουρέντη. Ο
ύπνος, έτσι αποκαμωμένη που ήταν, ευτυχώς την πήρε αμέσως.
Ξύπνησε
καθώς ένιωσε κάποιον να τη φιλά στο μάγουλο και να τη χαϊδεύει στο στήθος.
Μισάνοιξε για μια στιγμή τα μάτια αλλά τα ξανάκλεισε αμέσως βλέποντας το
Δουρέντη κολλημένο πάνω της. Προτίμησε να κάνει την κοιμισμένη. Τι θα μπορούσε
να πει με τον άνθρωπο που της είχε φερθεί τόσο απαίσια την πρώτη νύχτα του
γάμου της; Τον άνθρωπο που δε σεβάστηκε τίποτα και που το μόνο που τον ένοιαζε
ήταν το πώς θα ικανοποιήσει το αρρωστημένο πάθος του; Θα καθόταν μέχρι να
σηκωθεί πρώτος ο Δουρέντης από το κρεβάτι. Άρχισε να σκέφτεται αν αυτό που
έζησε τη νύχτα θα συνεχιστεί. Να ήταν απλά ένα βίαιο ξέσπασμα του Δουρέντη που
περίμενε να την κάνει δική του τόσους μήνες; Αυτό τουλάχιστον ευχήθηκε, αν και
μέσα της δεν το πίστευε. «Δεν μπορεί, αυτός μέχρι χθες ήταν κύριος, άψογος σε
όλα, τόσο πολύ να με κορόιδευε… Και το χαστούκι; Και τα σκληρά λόγια;»
Κάποια
στιγμή σηκώθηκε από το κρεβάτι, ο Δουρέντης είχε σηκωθεί από ώρα. Πήγε στο
μπάνιο, πλύθηκε, φρεσκαρίστηκε λίγο, φόρεσε μια χοντρή ρόμπα γιατί έκανε κρύο
και προχώρησε προς την κουζίνα. Σκέφτηκε τελικά να μην κάνει φασαρία για τη
συμπεριφορά του Δουρέντη, να του φερθεί με καλό τρόπο αλλά να του δώσει να
καταλάβει πόσο στεναχωρημένη ήταν. Έτσι, θα έβλεπε τις αντιδράσεις του και πώς
θα την αντιμετώπιζε, ώστε να βγάλει συμπέρασμα για το τι ακριβώς συνέβαινε και
το τι θα την περίμενε στο μέλλον.
Ο
Δουρέντης που βρισκόταν στο καθιστικό, μόλις άκουσε τη Γωγώ, πήγε κι αυτός στην
κουζίνα και πριν καθίσει στη μια από τις δυο καρέκλες που βρίσκονταν εκεί, της
έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο.
«Καλημέρα.
Σε άφησα να κοιμηθείς λίγο παραπάνω για να ξεκουραστείς και να ηρεμήσεις.
Φτιάξε μου έναν καφέ και έλα να μου πεις αν είσαι ευχαριστημένη από το γάμο».
Η
Γωγώ λέγοντας του ένα ξερό «καλημέρα Γαβρίλη» άνοιξε τα ντουλάπια πάνω από το
νεροχύτη, για να βρει τον καφέ και τη ζάχαρη. Μόλις ψήθηκε ο καφές, του τον
σέρβιρε, μαζί με ένα ποτήρι νερό. Έβαλε τον καφέ που περίσσεψε στο μπρίκι σε
ένα φλιτζανάκι, να τον πιει αυτή, και κάθισε απέναντι του.
«Σαν
καλός φαίνεται, θα μου πεις πώς να μην είναι καλός; Μια από τις δουλειές σου
μέχρι τώρα ήταν να φτιάχνεις και καφέδες. Όμως, τέρμα πια αυτά, από δω και πέρα
καφέ θα φτιάχνεις μόνο για μένα. Ούτε δουλειές θα κάνεις. Τι τις έχουμε τις
παραδουλεύτρες; Λοιπόν, ακούω για το γάμο».
«Θα
σου μιλήσω ειλικρινά, θα σου πω αυτά που έχω στο μυαλό μου. Από το γάμο δεν έχω
κανένα παράπονο, όλα ήταν όμορφα, πολύ πιο όμορφα από ό,τι είχα φανταστεί.
Πιστεύω πως οι καλεσμένοι έμειναν ευχαριστημένοι, οι δικοί μου πάντως ήταν
ενθουσιασμένοι. Για τα δώρα σου και ό,τι άλλο κάνεις για μένα δεν μπορώ παρά να
σε ευχαριστήσω και να σου χρωστώ χάρη. Όμως, υπάρχουν δυο πράγματα που πρέπει
από τώρα να τα ξεκαθαρίσουμε. Το ένα είναι η συμπεριφορά σου χθες το βράδυ. Με
βίασες, με χτύπησες, με πρόσβαλες και μου είπες λόγια που ούτε οι λιμενεργάτες
στο λιμάνι δε λένε. Περίμενα να ακούσω μια τρυφερή λέξη από σένα, να αισθανθώ
λίγη αγάπη για να μπορέσω κι εγώ να στην ανταποδώσω. Αντί για τρυφερότητα
ένιωσα τη βία την πρώτη νύχτα του γάμου μου. Καταλαβαίνω, άνδρας είσαι, θέλεις
να εκτονωθείς, γιατί όχι, να με υποτάξεις, να με κάνεις δική σου με τον τρόπο
σου, να μου επιβάλεις από την αρχή να κάνω αυτό που θέλεις εσύ. Αλλά αν
σκοπεύεις να συνεχίσεις να μου συμπεριφέρεσαι έτσι, να μου το πεις από τώρα,
όπως, να μου πεις από τώρα και το άλλο. Ποιος σου είπε για τη σχέση που είχα
πριν από σένα; Λέω πριν από σένα γιατί κάνεις σαν να σε απάτησα. Ό,τι και αν
έκανα, το έκανα πριν να σε γνωρίσω και πολύ πριν να μου ζητήσεις να σε παντρευτώ.
Γαβρίλη, σε σέβομαι σαν άνδρα μου πλέον και το μόνο που θέλω από σένα, στο ζητώ
με την ψυχή μου, είναι λίγος σεβασμός και για μένα».
Τις
τελευταίες λέξεις η Γωγώ τις είπε βουρκωμένη. Ο Δουρέντης την άκουγε όση ώρα
μιλούσε με προσοχή. Ακίνητος και ανέκφραστος. Ρούφηξε μια γουλιά καφέ και πήρε
βαθιά ανάσα.
«Πού
έμαθες να μιλάς τόσο όμορφα; Μη μου πεις στα κατσάβραχα που μεγάλωσες ή στο
Ναύπλιο τους λίγους μήνες που είσαι εδώ! Ούτε δικηγόροι δεν καταφέρνουν να
συντάσσουν τόσο μεστές προτάσεις. Μάλλον είσαι πολύ πιο έξυπνη από όσο
δείχνεις. Με ρωτάς λοιπόν πώς θα είναι η ζωή μας από εδώ και πέρα. Όπως των
περισσότερων ζευγαριών στο γάμο. Ο αφέντης στο σπίτι είναι ο άνδρας, χωρίς
αφέντη το σπίτι διαλύεται. Εγώ θα δουλεύω και θα φροντίζω να μη μας λείπει
τίποτα, θα διεκπεραιώνω όλες τις υποθέσεις που μας αφορούν, θα κανονίζω τα
οικονομικά, θα κρατώ ψηλά τη φήμη της οικογένειας και θα κάνω ό,τι χρειάζεται
κάθε φορά για να προστατεύω το σπίτι μας και τα συμφέροντα μας. Βαριά καθήκοντα
για τον αρχηγό της οικογένειας. Εσύ το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να με
υπακούς, να φροντίζεις την ομορφιά σου και να μαγειρεύεις κανά σπιτικό φαγητό
που έχω επιθυμήσει, γιατί από τότε που πέθανε η μάνα μου όλο από δω και από κει
τρώω. Θα προσέχεις με ποιον θα μιλάς και που θα πηγαίνεις, θα βγαίνουμε μαζί
έξω και δε θα δίνεις δικαιώματα για σχόλια. Όσο για τις δουλειές, τώρα στην
αρχή θα έρχεται η ξαδέρφη μου από το χωριό να τις κάνει και αργότερα θα δούμε
αν θα πάρουμε κάποια δούλα, να μένει και στο σπίτι. Είσαι ευχαριστημένη;»
«Και
συ μιλάς όμορφα, Γαβρίλη. Θα μου πεις η δουλειά σου είναι… Πόσο καλύτερα θα
ήταν αν είχαμε συζητήσει όλα αυτά πριν από το γάμο μας. Δεν είχαμε την
ευκαιρία, ο χρόνος και τα γεγονότα βλέπεις… Λοιπόν, έχεις αναφέρει ξανά το πού
έμαθα να μιλάω. Στο χωριό μου, για το οποίο τόσο περιφρονητικά εσύ μιλάς, πήγα
σχολείο και γυμνάσιο. Είχα εξαιρετικούς δασκάλους και διάβαζα και πολλά βιβλία
που αυτοί μου έδιναν. Τις ατέλειωτες ώρες του χειμώνα, που το χιόνι σκέπαζε τα
πάντα, εγώ καθόμουν μπροστά στο τζάκι και ή θα διάβαζα, ή θα ταξίδευα σε
πράγματα που θα ήθελα να κάνω στη ζωή μου. Δεν είχα σκοπό να γίνω υπηρέτρια,
σκεφτόμουνα να πάω στην Πάτρα και να βρω δουλειά εκεί. Όμως, όταν μου πρότεινε
μια γνωστή μας να έρθω στο Ναύπλιο, είπα το ναι γιατί πείστηκα ότι θα πάω σε
ένα ωραίο μέρος στην υπηρεσία ανθρώπων που δεν είχαν παιδιά, ήταν πλούσιοι και
πολιτισμένοι. Το είδα σαν ευκαιρία και δε μετανιώνω για την απόφαση μου. Αν
κάποια πράγματα στράβωσαν και βρέθηκα σε αδιέξοδο, δεν έφταιγε το γεγονός ότι
έφυγα από το Βουργαρέλι και ήρθα στο Ναύπλιο! Τώρα, σε γενικές γραμμές συμφωνώ
με αυτά που λες περί γάμου και τι πρέπει να κάνουμε εσύ και εγώ. Βέβαια, δε μου
δίνεις καμιά πρωτοβουλία στην κοινή μας ζωή, αλλά αυτό μπορεί να αλλάξει στην
πορεία. Και καλά όλα αυτά, όμως δεν απάντησες για τη συμπεριφορά σου απέναντι
μου, αυτή θα είναι συνέχεια όπως χθες το βράδυ; Σου ζήτησα λίγο σεβασμό, θα τον
έχω; Και δε μου λες και ποιος σου είπε για τη σχέση μου με τον Άγγελο».
«Μου
φαίνεται πως δεν κατάλαβες. Εγώ είμαι το αφεντικό, εσύ θα υπακούς και θα κάνεις
ό,τι θέλω εγώ. Να το ξαναπώ; Είσαι υποχρεωμένη να κάνεις ό,τι θέλω εγώ. Αυτά τα
περί σεβασμού τα ακούω βερεσέ. Αν εννοείς τα δικαιώματα που έχεις σαν γυναίκα
μέσα στο γάμο, να είσαι σίγουρη πως και τα ξέρω και δε θα σου τα στερήσω. Για
το πώς έμαθα για τη σχέση σου με τον ψαρά, δεν πρόκειται να σου πω, όσο και να
επιμείνεις. Γωγώ, μην κουράζεις το μυαλό σου με πολλά, στα λέω από την αρχή
σταράτα για να μπεις γρήγορα στο πετσί της παντρεμένης γυναίκας. Αν θέλεις να
περάσεις καλά και να είσαι ευτυχισμένη, κάνε αυτά που σου λέω. Στο τέλος να
είσαι σίγουρη πως δε θα μετανιώσεις. Άντε σήκω τώρα να πας να χαιρετήσεις τους
συγγενείς σου και να ετοιμαστείς. Αύριο φεύγουμε για το γαμήλιο ταξίδι, η Αθήνα
μας περιμένει».
«Κάπως
διαφορετικά μου τα είχες πει όταν μου ζήτησες να σε παντρευτώ, αλλά τι σημασία
έχει πια, έτσι δεν είναι; Σημασία έχει τι μου λες τώρα. Τους συγγενείς μου τους
αποχαιρέτισα από το βράδυ, γιατί θα έφευγαν νωρίς το πρωί. Πόσες ημέρες τελικά
θα πάμε στην Αθήνα; Να κανονίσω τι θα πάρουμε μαζί μας».
«Από
αύριο προπαραμονή των Χριστουγέννων μέχρι την επομένη της Πρωτοχρονιάς. Δέκα
ημέρες. Μη σκοτίζεσαι και πολύ για τα ρούχα που θα πάρεις μαζί σου, γιατί στην
Αθήνα θα σου ψωνίσω και άλλα. Θέλω να κάνεις εντύπωση στους φίλους μου και στις
γυναίκες τους». Έδωσε τέλος στη συζήτηση και πήγε να ντυθεί για να βγει έξω.
Η
Γωγώ, φεύγοντας ο Δουρέντης, σιγουρεύτηκε ότι η βία θα ήταν μόνιμη, και πως όλα
αυτά που της είπε, για το αφεντικό που διατάζει και αυτή πρέπει να εκτελεί τις
διαταγές αδιαμαρτύρητα, τα είπε για να την κάνει να αποδεχτεί ευκολότερα το
ρόλο που της ετοίμαζε σαν συζύγου του. Του όμορφου υποταγμένου θύματος για
επίδειξη και προσωπική του ικανοποίηση. Τα κενά και τη μικρότητα της
προσωπικότητας του, θα τα κάλυπτε η Γωγώ. Το μόνο αγκάθι στα σχέδια του, ήταν η
εγκυμοσύνη της και το παιδί που δεν ήταν δικό του. Ένιωσε όχι μόνο
εγκλωβισμένη, μα και βαθιά εξαπατημένη. Σηκώθηκε και περπάτησε θυμωμένη προς το
σαλόνι.
«Γαβρίλη,
με κορόιδεψες. Με είδες σαν το όμορφο σφαχτό στο γιορτινό σου τραπέζι. Μόνο που
αγαπητέ μου σύζυγε, το σφαχτό που διάλεξες είναι ατίθασο, μπορεί να με
κακοποιήσεις μα έχω αντοχές. Όρκο κάνω, πριν συμπληρωθεί μια μέρα που σε
παντρεύτηκα, πολλά μπορεί να ανεχτώ, μα αν πειράξεις το παιδί μου θα σε σκοτώσω
με τα ίδια μου τα χέρια».
………………………………………………………….
Ο
Δουρέντης, μετά από μια σύντομη βόλτα και πριν ανέβει στο σπίτι, κάθισε για
αρκετή ώρα στο γραφείο του. Τακτοποίησε τα χαρτιά του και ασχολήθηκε με τις
υποθέσεις που είχε να διεκπεραιώσει στην αρχή του νέου χρόνου πια, μετά την
επιστροφή από το γαμήλιο ταξίδι. Το μεσημέρι, μιας και δεν υπήρχε τίποτα στο
σπίτι για φαγητό, πήγαν και έφαγαν σε ένα εστιατόριο κοντά στο σπίτι τους.
Φεύγοντας πήραν μαζί τους και δυο μεγάλα κομμάτια χορτόπιτα για να τα φάνε το
βράδυ.
Απόγευμα
και ο Δουρέντης κατεβαίνει πάλι στο γραφείο του, η Γωγώ μόνη στο σπίτι με τις
σκέψεις της. Κάποια στιγμή, βράδυ για τα καλά, ήρθε ο Δουρέντης, έβαλε δυο
λικέρ να πιούνε και προσπάθησε να ανοίξει συζήτηση μαζί της. Η Γωγώ, μετά από
αυτά που είχαν πει το πρωί, δεν είχε διάθεση να του ξαναμιλήσει. Ήπιε το λικέρ,
δάγκωσε μια γωνιά από τη χορτόπιτα και πήγε να πέσει στο κρεβάτι, χωρίς να του
πει καληνύχτα. Καταλάβαινε, φαινόταν και από το ύφος του, ότι ο Δουρέντης είχε
σκοπό να εκτονώσει πάλι τις ορμές του. Θεώρησε μάταιο να του αρνηθεί, το μόνο
που ευχήθηκε, το μαρτύριο να είναι μικρότερο από την πρώτη φορά.
Ο
Δουρέντης, ήπιε δυο λικέρ ακόμα, διάβασε για λίγο μια χθεσινή εφημερίδα και
αφού έβαλε ξύλα στη σόμπα, γδύθηκε και χώθηκε κάτω από το πάπλωμα. Εκεί θα τον
περίμενε το κορμί της Γωγώς, το αντικείμενο του πόθου του…
Κεφάλαιο 10
Η παγίδα…
Τρίτη
απόγευμα 23 Δεκεμβρίου και το ζεύγος Δουρέντη φτάνει στην Αθήνα. Η Γωγώ δεν
έχει βγάλει μιλιά σε όλο το ταξίδι. Το προηγούμενο βράδυ, δεύτερο στη συνέχεια,
είχε νιώσει τόση βία στο κορμί της και είχε ακούσει τόσο χυδαίες βρισιές, που
στο τέλος δεν άντεξε και έκανε εμετό πάνω στο μαξιλάρι της. Ο Δουρέντης, σαν να
μην τρέχει τίποτα, καθώς οδηγούσε, της έδινε οδηγίες πώς πρέπει να
συμπεριφέρεται στην Αθήνα και στους φίλους του. Της είπε να μη μιλά πολύ, να
γελά όταν γελούν και οι άλλες κυρίες, πως οι φίλοι του είναι υψηλά πρόσωπα με
πολλά λεφτά, πως είναι τιμή της που θα κάνει παρέα μαζί τους και να είναι
προσεκτική και κουμπωμένη.
Το
ξενοδοχείο που θα έμεναν, βρισκόταν στην κάτω πλευρά της Πλατείας Συντάγματος,
απέναντι από τη Βουλή. Σύγχρονο και πολυτελέστατο, διέθετε ασανσέρ, καλοριφέρ,
εστιατόριο, μπαρ, περιστρεφόμενες πόρτες στην είσοδο, βαριά χαλιά και
κουρτίνες, κρυστάλλινους πολυέλαιους, δερμάτινες πολυθρόνες και παντού
προσωπικό με όμορφες πράσινες στολές, πρόθυμο να εξυπηρετήσει κάθε επιθυμία του
πελάτη.
Το
δωμάτιο τους ήταν στον τρίτο όροφο και έβλεπε στην οδό Μητροπόλεως.
Τακτοποίησαν τα πράγματα τους και κατέβηκαν στο εστιατόριο για να φάνε κάτι,
αφού είχαν φύγει νηστικοί από το Ναύπλιο. Την ώρα που τέλειωναν το φαγητό τους,
η Γωγώ τον παρακάλεσε να μην επιμείνει να ικανοποιηθεί σεξουαλικά και αυτό το
βράδυ, γιατί είχε φριχτό πονοκέφαλο και ήταν κουρασμένη από το ταξίδι. Με ένα
«φυσικά καλή μου» ο Δουρέντης δέχτηκε την παράκληση και της είπε να πάει να
ξαπλώσει, γιατί την επομένη θα πήγαιναν νωρίς το πρωί να ψωνίσουν ρούχα στο
Κολωνάκι. Ο ίδιος θα πήγαινε μια βόλτα σε ένα μπαρ στη Βουκουρεστίου, που
σύχναζαν οι φίλοι του και αν τους έβρισκε εκεί θα καθόταν να πιει ένα ποτό μαζί
τους. Η Γωγώ ανέβηκε στο δωμάτιο, γδύθηκε και μπήκε στο μπάνιο. Το ζεστό νερό
και τα αρωματικά σαπούνια του ξενοδοχείου, τη βοήθησαν να χαλαρώσει. Ξάπλωσε
στα ολόλευκα σεντόνια και σκεπάστηκε με το ελαφρύ πάπλωμα. Ένιωσε κάπως καλά,
πολύ καλύτερα από ότι ένιωθε τις δυο τελευταίες ημέρες, της έφτανε η σκέψη και
μόνο ότι εκείνο το βράδυ δε θα αντιμετώπιζε τη βία του Δουρέντη.
Ο
Δουρέντης γύρισε πολύ αργά, η Γωγώ κοιμόταν από ώρα. Δεν την ενόχλησε, έπεσε
και κοιμήθηκε και αυτός. Το πρωί κατέβηκαν για πρωινό και η Γωγώ εντυπωσιάστηκε
από τους πλούσιους μπουφέδες γεμάτους με κάθε είδους προκλητικά παρασκευάσματα.
Δεν ήξερε τι να δοκιμάσει πρώτο και τι να αφήσει για το τέλος. Ο Δουρέντης την
κοιτούσε με χαμόγελο. «Δικά σου είναι όλα, Γωγώ μου, και αν χορτάσεις σήμερα,
έχουμε και αύριο μέρα για τα υπόλοιπα». Η Γωγώ ντροπιάστηκε λίγο, ξαφνικά
νόμισε ότι όλοι την κοιτούσαν. Σταμάτησε να τρώει και ζήτησε να της φέρουν έναν
καφέ.
Η
συνέχεια στην οδό Σκουφά, σε ένα μεγάλο κατάστημα ρούχων με ατελιέ, μόδιστρους
και μοδίστρες. Ο Δουρέντης συμβουλεύεται το μετρ του καταστήματος και
αποφασίζει, αφού ρωτά και τη Γωγώ, να της πάρει δυο φορέματα, δυο φούστες, τρία
πουκάμισα, δυο σακάκια, ένα ταγιέρ και ένα μακρύ παλτό με γούνινο γιακά. Για να
τα διαλέξουν όλα αυτά και να κάνουν τις διορθώσεις που χρειάζονταν, έφτασε αργά
το μεσημέρι. Ίσα που πρόλαβαν να πάνε για παπούτσια, τσάντες και γάντια. Μέχρι
να της πάρει της Γωγώς και ένα μενταγιόν και ένα ολόχρυσο βραχιόλι, κόντεψε να
βραδιάσει. Ήταν τόσα πολλά τα πακέτα με τα ψώνια, που ο Δουρέντης πλήρωσε
επιπλέον για να τα στείλουν στο ξενοδοχείο. Μέχρι τότε η Γωγώ δεν είχε
αναρωτηθεί πού έβρισκε τόσα χρήματα ο Δουρέντης. Όμως αυτή η σπατάλη της
γέννησε υποψίες. Δεν είχε και πίσω του μια πλούσια οικογένεια που να έχει πολλά
χρήματα και μεγάλη περιουσία. Από τη δουλειά του προέρχονταν όλα. Έβγαζε τόσα
πολλά σαν δικηγόρος;
Το
βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων, συναντήθηκαν με την παρέα του Δουρέντη
σε ένα κοσμικό κέντρο στην οδό Πανεπιστημίου. Δύο συνάδελφοι του δικηγόροι και
ένας συμβολαιογράφος από την Αθήνα και ένας ακόμη δικηγόρος που είχε έρθει από
τη Λαμία για τα Χριστούγεννα. Όλοι συνοδεύονταν από τις γυναίκες τους και μόνο
ο νεαρότερος δικηγόρος της παρέας, ο Μιλτιάδης Αλεξανδρινός, ήταν με την
αρραβωνιαστικιά του, τη Τζένη. Το κέντρο είχε φαγητό και ορχήστρα για να
διασκεδάσουν μέχρι το πρωί.
Έγιναν
οι συστάσεις, ευχήθηκαν όλοι στους νεόνυμφους και πήραν τις θέσεις τους στο
τραπέζι, μπροστά στην πίστα για χορό και κοντά στην ορχήστρα. Από τη μια μεριά
κάθισαν οι άνδρες και από την άλλη οι γυναίκες. Η Γωγώ στην αρχή βρισκόταν στο
επίκεντρο του ενδιαφέροντος. Εισέπραξε κάμποσα κομπλιμέντα από άνδρες και
γυναίκες αλλά όσο περνούσε η ώρα όλο και την αγνοούσαν. Οι άνδρες έλεγαν τα
δικά τους, για πολιτική, ποδόσφαιρο και τις υποθέσεις τους και οι γυναίκες
κουτσομπόλευαν πράγματα που η Γωγώ δεν τα καταλάβαινε μιας και τα άκουγε για πρώτη
φορά. Πότε πότε της απηύθυναν το λόγο και τη ρωτούσαν αν συμφωνεί. Χαμογελούσε
ευγενικά η Γωγώ και κουνώντας το κεφάλι απέφευγε τις απευθείας απαντήσεις.
Της
άρεσε το μαγαζί της Γωγώς. Ωραία διακόσμηση, περιποίηση, όμορφη μουσική,
πλούσιο μενού με σπεσιαλιτέ που πρώτη φορά έβλεπε και έτρωγε, καλοντυμένοι
άνδρες και γυναίκες, χαρούμενη διάθεση παντού και γέλια. Όλα έμοιαζαν μαγικά.
Θα ήταν μαγικά αν στη θέση του Δουρέντη, βρισκόταν κάποιος, που ανεξάρτητα από
την αγάπη του, θα τη σεβόταν. Η Γωγώ, παρά τη μικρή της ηλικία, είχε ζήσει και
τον έρωτα και την έλλειψη σεβασμού και είχε καταλάβει, ότι ακόμα και ένας
δυνατός έρωτας, χωρίς σεβασμό, δεν έχει καμιά αξία.
Μετά
το φαγητό ήρθε η ώρα του χορού. Η Γωγώ προφασίστηκε την εγκυμοσύνη της και
απέφυγε να χορέψει. Μια από τις κυρίες της συντροφιάς, η Λίζα, τη ρώτησε κάποια
στιγμή, αν θα γεννήσει στο Ναύπλιο ή στην Αθήνα και σε ποιο γιατρό πήγαινε. Η
Γωγώ απάντησε πως δεν είχαν αποφασίσει που θα γεννήσει και πως δεν είχε πάει
καθόλου μέχρι τότε σε γιατρό.
Φάνηκε
περίεργο της Λίζας, κοντά τεσσάρων μηνών έγκυος η Γωγώ και να μην έχει πάει σε
γιατρό και με την επιμονή και των άλλων γυναικών της συντροφιάς, που άκουσαν τη
συζήτηση, της είπε πως τη Δευτέρα κιόλας θα έκλεινε ραντεβού στο δικό της
γυναικολόγο να πάνε μαζί για να την εξετάσει. Ρώτησαν και το Δουρέντη, αφού
πρώτα τον μάλωσαν για την αδιαφορία του, ο οποίος θέλοντας και μη, συμφώνησε.
Από εκείνη τη στιγμή και μετά, ενώ μέχρι τότε φαινόταν να διασκεδάζει, να πίνει
και να χορεύει, έγινε σκυθρωπός και η διάθεση του χάλασε. Μετά από λίγο έκανε
νόημα στη Γωγώ, σηκώθηκαν και αφού χαιρέτισαν στα γρήγορα, την πήρε και έφυγαν.
Στο
δρόμο της επιστροφής ο θυμός του Δουρέντη δεν κρυβόταν. «Σου είπα λίγα λόγια με
αυτές. Δε με ακούς… Περιμέναμε την κυρία Λίζα να μας πει να πάμε σε γιατρό…
Εμείς δεν ξέρουμε… Αλλά εσύ φταις που τους έδωσες το θάρρος».
«Γαβρίλη
μου, με ρώτησε πού θα γεννήσω και της είπα πως δεν ξέρω, αυτό μόνο…»
Κατεβαίνοντας
από την Πανεπιστημίου στην Πλατεία Συντάγματος για να πάνε στο ξενοδοχείο, η
Γωγώ στάθηκε για λίγο να δει από κοντά το μεγάλο φωτισμένο δένδρο στη μέση της
πλατείας. Την κρύα νύχτα των Χριστουγέννων τη χρωμάτιζαν χιλιάδες φωτάκια,
γιρλάντες, στολίδια στην πλατεία και απέναντι στην οδό Ερμού. Αν και ήταν
περασμένες δυο, πολύς κόσμος κυκλοφορούσε προς κάθε κατεύθυνση και έδινε ένα
ιδιαίτερα χαρούμενο τόνο στο κέντρο της Αθήνας. Με όλα αυτά, ζεστάθηκε κάπως
και η ψυχή της Γωγώς.
Φτάνοντας
στο ξενοδοχείο η Γωγώ ανέβηκε αμέσως στο δωμάτιο. Ο Δουρέντης θα έμενε να πιει
ένα ποτό στο μπαρ, ήθελε να του φύγει η κακή διάθεση πρώτα και μετά να πάει για
ύπνο. Η Γωγώ γδύθηκε στα γρήγορα, πλύθηκε και έπεσε στο κρεβάτι παρακαλώντας
μέσα της να μην τη βρει πάλι το κακό. Τουλάχιστον να της έμεναν από την
παραμονή των Χριστουγέννων οι όμορφες στιγμές από το κέντρο που διασκέδασαν, οι
εικόνες της φωτισμένης Αθήνας και τα πλούσια δώρα που δέχτηκε από το Δουρέντη.
Δώρα, που ήξερε πως θα τα ξεπληρώσει ακριβά. Για καλή της τύχη, ο Δουρέντης
έμπλεξε με κάτι τύπους στο μπαρ και γύρισε τύφλα στο μεθύσι, τόσο που έπεσε για
ύπνο με τα ρούχα.
Πρωί
Χριστουγέννων άκουσε στον ύπνο της τις καμπάνες να χτυπούν. Για μια στιγμή
σκέφτηκε να σηκωθεί και να πάει στη λειτουργία. Όμως σαν γύρισε και είδε το
Δουρέντη να ροχαλίζει, να ξεφυσά και να βρομοκοπά αλκοόλ και τσιγάρο, προτίμησε
να κουλουριαστεί στην άκρη του κρεβατιού για να μην του δώσει ίσως αφορμή να τα
βάλει πάλι μαζί της. Δεν ήξερε και τη σχέση του Δουρέντη με τη θρησκεία και την
εκκλησία. Μέχρι τότε δεν είχαν κάνει κάποια συζήτηση και δεν είχε διαπιστώσει
αν η στάση του απέναντι τους ήταν θετική ή αρνητική.
Έμεινε
αρκετή ώρα στο κρεβάτι. Θα περίμενε να ξυπνήσει ο Δουρέντης για να σηκωθεί. Είχε
πάλι να σκεφτεί πολλά, μα συγχρόνως δεν ήθελε να σκεφτεί τίποτα. Όπως είχαν
έρθει τα πράγματα, λίγα θα μπορούσε να αλλάξει. Γιατί να κουράζει συνέχεια το
μυαλό της; Το μόνο που της έμενε ήταν να βρει τρόπους να καλμάρει το Δουρέντη,
έστω κάνοντας πως συμμετέχει και η ίδια στα ερωτικά του βίτσια ή κάνοντας πως
αποδέχεται τη βία του, μέχρι τουλάχιστον να γεννηθεί το παιδί της. Δύσκολο, μα
δεν υπήρχε άλλη διέξοδος. Αν η βία γινόταν ανεξέλεγκτη, θα κινδύνευε και αυτή
και το παιδί της.
Το
βράδυ των Χριστουγέννων πήγαν σε ένα άλλο κέντρο, με την ίδια παρέα, που εκτός
από φαγητό και χορό είχε και πρόγραμμα με διάφορα σκετς, ταχυδακτυλουργικά
κόλπα και στο τέλος στριπτίζ.
Η
Γωγώ ντράπηκε, δεν πίστευε αυτό που έβλεπε. Στο κέντρο της πίστας, με
χαμηλωμένα φώτα και την ανάλογη μουσική από την ορχήστρα, μια όμορφη κοπέλα χορεύοντας
με πάθος, έβγαζε ένα ένα τα ρούχα της. Κατέβασε το κεφάλι την ώρα που όλοι, με
επιφωνήματα θαυμασμού, την παρότρυναν να μείνει τελείως γυμνή. Δεν της άρεσε
καθόλου, το θεώρησε προσβολή για τη γυναίκα και το γυναικείο σώμα αλλά και
προσβολή προς όλους αυτούς για τους οποίους η συγκεκριμένη μέρα είναι η πιο
ιερή της πίστης τους.
Τα
επόμενα βράδια τα πέρασαν πηγαίνοντας σινεμά και θέατρο. Στο κοσμοπολίτικο
ΑΤΤΙΚΟΝ με την πολυτελή αίθουσα και τα κόκκινα βελούδινα καθίσματα, είδαν τη
δραματική ταινία, «Πόθοι στην Κάψα του Καλοκαιριού» με τον Πολ Νιούμαν. Η Γωγώ
που μόνο στο πανί του θερινού ΤΡΙΑΝΟΝ στο Ναύπλιο είχε δει κινηματογραφική
ταινία, εντυπωσιάστηκε, βυθίστηκε στο μαλακό της κάθισμα και απολάμβανε τον
όμορφο Νιούμαν στην τεράστια οθόνη, σε προβολή Σινεμασκόπ. Αξέχαστη εμπειρία
και περισσότερο αξέχαστη για τη Γωγώ η θεατρική παράσταση που παρακολούθησαν
την επομένη στο θέατρο ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ, «Φωνάζει ο κλέφτης» του Δημήτρη Ψαθά, με τη
Μαίρη Αρώνη, το Διονύση Παπαγιαννόπουλο και το Ντίνο Ηλιόπουλο. Από τις λίγε
φορές που η Γωγώ, μετά το χαμό του Άγγελου, μπόρεσε να ξεφύγει, να ξεχαστεί, να
διασκεδάσει, να χαρεί. Ακόμα και το νυχτερινό σεξουαλικό μαρτύριο που
ακολούθησε της φάνηκε πιο υποφερτό από τις άλλες φορές. Μήπως γιατί άρχισε να
συνηθίζει;
Τη
βία δεν τη συνηθίζεις, μόνο την υπομένεις μέχρι να ελευθερωθείς…
Τη
Δευτέρα το απόγευμα είχε κλειστεί το ραντεβού με το γυναικολόγο της Λίζας, η
οποία συνόδευσε τη Γωγώ στο ιατρείο του που βρισκόταν στη Βασιλίσσης Σοφίας. Ο
Δουρέντης με τον άντρα της Λίζας θα τις περίμεναν μετά το γιατρό, στην Πλατεία
Κολωνακίου σε ένα καφέ-μπαρ. Αφού έγιναν οι συστάσεις με το γιατρό και οι πρώτες
ερωτήσεις από τη μεριά του, μπήκαν στο εξεταστήριο και η Λίζα βοήθησε τη Γωγώ
να γδυθεί, γιατί ντρεπόταν. Πρώτη φορά θα έμενε γυμνή μπροστά σε έναν άγνωστο
άνδρα, έστω και αν αυτός ήταν γιατρός. Μόλις κάπως συνήθισε η Γωγώ και την
ξάπλωσε ο γιατρός στο κρεβάτι της εξέτασης, η Λίζα βγήκε από το εξεταστήριο. Ο
γιατρός ευγενικά της σήκωσε τα πόδια και άρχισε την εξέταση. Οι σφυγμοί της
Γωγώς άρχισαν να χτυπούν ανεξέλεγκτα και η καρδιά της πήγαινε να σπάσει.
«Ηρέμησε,
Γωγώ, μη φοβάσαι. Από αυτά που βλέπω δεν υπάρχει λόγος να ανησυχείς, είσαι πολύ
γερή και αν όλα πάνε καλά θα γεννήσεις ένα υγιέστατο μωρό».
Συνέχισε
την εξέταση ο γιατρός και όταν τέλειωσε της είπε να ντυθεί και την περίμενε σε
ένα μικρό γραφείο που είχε μέσα στο εξεταστήριο. Πήρε ένα μπλοκ και άρχισε να
γράφει. Η Γωγώ ντύθηκε και διστακτικά κάθισε σε ένα σκαμπό μπροστά στο γραφείο
του γιατρού.
«Λοιπόν,
Γωγώ, όπως σου είπα όλα φαίνονται καλά, όμως από δω και πέρα χρειάζεται συχνή
παρακολούθηση και εξετάσεις. Σου γράφω κάποιες εξετάσεις που πρέπει να κάνεις, τις
τροφές που πρέπει να τρως και ποιες να αποφεύγεις. Τώρα, για την ερωτική
συνεύρεση με το σύζυγο σου, αυτή επιτρέπεται δυο, το πολύ τρεις μήνες ακόμη και
με προσοχή. Μην αφήνεστε, να θυμάστε πως υπάρχει και μια άλλη ζωή ανάμεσα σας
που χρειάζεται προστασία. Είδα πως ο κόλπος σου είναι σχετικά ήρεμος, η περιοχή
του πρωκτού σου όμως είναι αρκετά ερεθισμένη. Είναι δικό σας θέμα το πώς θα
χειριστείτε τις ορμές σας, αυτό που πρέπει να τονίσω εγώ είναι, όλα με μέτρο
και επαναλαμβάνω με λίγη προσοχή. Πιστεύω πως όλα θα πάνε καλά και θα χαρώ
σύντομα να σε ξαναδώ».
Βγήκαν
στην αίθουσα αναμονής που περίμενε η Λίζα. Ο γιατρός της είπε πως όλα είναι
εντάξει, δεν υπάρχει κανένας λόγος για καμιά ανησυχία και η Λίζα του ζήτησε να
δει μια ελιά, που είχε βγάλει κάτω από το στήθος της και μπήκαν, χωρίς τη Γωγώ,
πάλι στο εξεταστήριο.
Η
ελιά ήταν το πρόσχημα για να ρωτήσει η Λίζα το γιατρό για τη Γωγώ. Ο γιατρός
της επιβεβαίωσε αυτά που είπε και μπροστά στη Γωγώ, αλλά η Λίζα επέμενε να
ρωτά, μάλλον από διαίσθηση ή βλέποντας φοβισμένη τη Γωγώ, αν διαπίστωσε και
κάτι άλλο. Ο γιατρός δίστασε, αλλά χάρη της φιλίας με τη Λίζα και μήπως για να
προλάβει κάτι χειρότερο, έκανε μια παρέκκλιση από το ιατρικό απόρρητο και είπε
της Λίζας πως είδε κάποια σημάδια, στο στήθος, το λαιμό και την πλάτη της
Γωγώς, μαζί βέβαια με τον ερεθισμό στον πρωκτό της, που πιθανόν προέρχονται από
πολύ βίαιη συμπεριφορά, με τη συμμετοχή ή όχι της Γωγώς. Της είπε πως με τρόπο
φόβισε λίγο τη Γωγώ για το θέμα αυτό, για να είναι προσεκτική.
Η
Λίζα φεύγοντας ήθελε να τον πληρώσει, ο γιατρός δεν ήθελε και τελικά έφυγαν
χωρίς να πληρώσουν και πήγαν να συναντήσουν τους άνδρες τους. Στο δρόμο η Λίζα,
που είχε αποκτήσει πια την εμπιστοσύνη της Γωγώς, τη ρώτησε, «Είσαι
ευχαριστημένη από το γάμο σου, Γωγώ; Λίγες ημέρες είσαι παντρεμένη, αλλά με το
Γαβρίλη ήσαστε περίπου πέντε μήνες μαζί, έτσι δεν είναι;»
«Έτσι,
για να είμαι ειλικρινής δεν μπορώ να απαντήσω με σιγουριά. Υπάρχουν φορές που
νιώθω ευτυχισμένη και άλλες όχι και τόσο. Δεν ξέρω, είμαι και μικρή, τώρα
μαθαίνω τη ζωή, κάποια πράγματα μου φαίνονται καλά, άλλα ανάποδα…»
«Μικρή
Γωγώ, εγώ κοντεύω τα σαράντα, έχω τα διπλάσια χρόνια από σένα και ακόμα ψάχνω
τις απαντήσεις. Η πολυτέλεια και η άνεση, σε κάνουν να ξεχνάς, παρασύρεσαι και
δε δίνεις σημασία σε πράγματα που αξίζουν. Μόνο η καλοπέραση σε νοιάζει, όλα τα
άλλα είναι κομμάτια που εξυπηρετούν τον τρόπο ζωής που έχεις επιλέξει. Η
φτώχεια, η δυστυχία, οι αρρώστιες, τα προβλήματα, απομακρύνονται τόσο πολύ που
δεν τα βλέπεις πια. Χάνονται από τον ορίζοντα σου, πιστεύεις πως ξεμπέρδεψες με
αυτά. Παρασύρθηκα… Για το Δουρέντη δε μου είπες;»
«Τι
να σας πω, κυρία Λίζα; Καλός είναι, μου κάνει όλα τα χατίρια, δεν έχω παράπονο.
Βέβαια έχει και αυτός τις σκοτούρες του…»
«Κόψε
το κυρία Λίζα. Λίζα σκέτο, νομίζω ότι μπορείς να με εμπιστευτείς. Σε συμπάθησα,
όχι από την αρχή. Στην αρχή σε ζήλεψα, τόσο όμορφη, τόσο δροσερή, τόσο αγνή.
Όμως, μετά την πρώτη μας συνάντηση, και όσο σε γνώριζα καλύτερα, κάτι μέσα μου
άρχισε να μου λέει, πως είσαι δυστυχισμένη. Χωρίς να ξέρω ή να έχω παρατηρήσει
κάτι συγκεκριμένο. Αυτό που αισθάνομαι, είναι πως κάτι έχεις και το κρύβεις».
«Λίζα,
κι εγώ όταν σε πρωτοείδα, έντονα μακιγιαρισμένη και με την μακριά πίπα σου να
συγκρατεί το τσιγάρο, δε σου το κρύβω, δε μου έκανες καθόλου καλή εντύπωση.
Όμως όσο σε γνώριζα περισσότερο τις μέρες αυτές, όπως και εσύ εμένα, άλλαξα
γνώμη, σε εκτιμώ και σε ευχαριστώ για το ενδιαφέρον σου. Όχι Λίζα, δεν είμαι
δυστυχισμένη, δεν παντρεύτηκα με το ζόρι, ήθελα και παντρεύτηκα το Γαβρίλη.
Τώρα στη αρχή, τώρα που μένουμε μαζί στο ίδιο σπίτι, υπάρχουν και κάποια
προβλήματα που πρέπει να τα λύσουμε, όπως σε όλα τα σπίτια. Αλλά δυστυχισμένη
όχι, ούτε υπάρχει κάτι να κρύψω».
«Εντάξει,
δεν έχω λόγο να επιμείνω, μόνο να προσέχεις γιατί την ώρα που γδυνόσουν για την
εξέταση, είδα κάποια σημάδια στο κορμί σου. Αν θέλεις οτιδήποτε μη διστάσεις να
μου το πεις». Την ώρα που έλεγε τα τελευταία της λόγια έφτασαν στο καφέ.
«Πώς
πήγε η εξέταση; Τι σας είπε ο γιατρός;» ρώτησε ο Δουρέντης μόλις κάθισαν η Λίζα
και η Γωγώ.
«Η
γυναίκα σου είναι μια χαρά, η εγκυμοσύνη της πάει καλά και δεν υπάρχει λόγος
ανησυχίας. Πρέπει να κάνει κάποιες εξετάσεις και να προσέχει λίγο το τι τρώει.
Να είσαι τρυφερός μαζί της και να μην κάνεις πράγματα που τη στεναχωρούν».
«Το
τελευταίο το είπε ο γιατρός ή εσύ το λες Λίζα;» Αντέδρασε φανερά ενοχλημένος ο
Δουρέντης.
«Έλα,
βρε Γαβρίλη, έχεις για γυναίκα σου ένα τόσο αξιαγάπητο πλάσμα. Μια τόσο μικρή
και ευαίσθητη κοπέλα που είναι και έγκυος στο παιδί σου, κακό είναι που σου
είπα να την προσέχεις;»
Ο
Δουρέντης έβραζε, η Γωγώ μαζεμένη δεν ήξερε πώς να αντιδράσει.
«Αυτό
να μου το πεις αν έχεις διαπιστώσει ότι δεν την προσέχω ή αν σου είπε κάτι
τέτοιο η Γωγώ, που δεν το νομίζω».
«Όχι
όχι, ούτε μου είπε τίποτα η Γωγώ ούτε είδα κάτι στη συμπεριφορά σου. Αν το
πήρες στραβά, σου ζητώ συγγνώμη».
«Δε
μου λες, Λίζα, είσαι καλά; Τι είναι αυτά που τους λες; Ούτε δέκα μέρες
παντρεμένοι δεν έχουν… Βάλθηκες να τους αναστατώσεις; Για συγκρατήσου σε
παρακαλώ». Η παρέμβαση του συζύγου της Λίζας έδωσε τέλος στη συζήτηση.
Μετά
από λίγο, έφυγαν οι τέσσερις τους από το Κολωνάκι και πήγαν στο Παλαιό Φάληρο,
στο σπίτι του φίλου τους του συμβολαιογράφου. Λόγω της συνήθειας των ημερών,
έτσι τουλάχιστον έλεγαν, θα έπαιζαν χαρτιά. Ήρθαν και άλλοι, μεγάλωσε η παρέα
και στρώθηκαν δυο τραπέζια, ένα για τους κυρίους και ένα για τις κυρίες. Οι
κύριοι θα έπαιζαν πόκερ, τα χρήματα που βγήκαν από τις τσέπες τους για να
ξεκινήσουν το παιχνίδι, έκαναν τη Γωγώ βλέποντάς τα, να γουρλώσει τα μάτια. Ο
Δουρέντης τη φώναξε κοντά του, της έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο και της είπε
ψιθυριστά στο αυτί, «Ελπίζω να μου φέρεις γούρι». «Με όλη μου την ψυχή το
εύχομαι, Γαβρίλη μου».
Ξεκίνησε
το παιχνίδι, η Γωγώ καθόταν πιο κοντά στο τραπέζι που έπαιζαν οι γυναίκες, όμως
ο νους της και το μάτι της ήταν στο τραπέζι των ανδρών. Όσο περνούσε η ώρα
καταλάβαινε πως τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά για το Δουρέντη, αλλά επειδή
άκουγε πως η τύχη γυρίζει, ευχόταν να γυρίσει και για το Δουρέντη. Όλο το
βράδυ, δυο υπηρέτριες σέρβιραν συνέχεια διάφορα φαγώσιμα, ποτά και κάθε τόσο
άλλαζαν τα σταχτοδοχεία που γέμιζαν αμέσως αποτσίγαρα.
Εκνευρισμός,
εντάσεις, τσακωμοί και διαφωνίες λίγο πριν χαράξει. Κούραση, λυμένες οι
γραβάτες και τα μανίκια σηκωμένα, κόκκινα τα μάτια, καπνός να σε πνίγει, το
πάθος για κέρδος ή για αποφυγή της χασούρας, η λερωμένη πράσινη τσόχα θλιβερό
τοπίο με ακατανίκητη γοητεία.
Είχε
ξημερώσει για καλά όταν έφτασαν στο ξενοδοχείο. Ο Δουρέντης πρέπει να είχε
χάσει πολλά. Το μόνο που είπε στη Γωγώ αφού βγήκε από την τουαλέτα και πριν πέσει
στο κρεβάτι ήταν, «Εμείς θα τα πούμε αύριο, μη νομίζεις ότι κατάπια τις
παραινέσεις, τάχα, της κυρία Λίζας!»
Κόντευε
μεσημέρι που κατέβηκαν από το δωμάτιο. Το σερβίρισμα του πρωινού είχε από ώρα
τελειώσει και έτσι παρήγγειλαν καφέ, πορτοκαλάδα και κέικ. Ο Δουρέντης ήρεμος
αλλά πολύ σοβαρός.
«Για
πες μου λοιπόν, Γωγώ, τι ακριβώς σου είπε ο γιατρός…»
«Αυτά
που σου είπαμε. Όλα φαίνονται καλά, να προσέχω λίγο το φαγητό, να κάνω
εξετάσεις και να είμαστε ήρεμοι όταν κάνουμε έρωτα. Αυτά…»
«Είδε
κάτι ο γιατρός και σου είπε να είμαστε ήρεμοι ή το λες εσύ και το συζήτησες και
με τη Λίζα;»
«Όχι,
Γαβρίλη μου, τέτοια πράγματα θα έλεγα σε μια γυναίκα που την ξέρω λίγες ημέρες;
Ο γιατρός είδε κάποια σημάδια και η Λίζα την ώρα που γδυνόμουνα πριν να με
εξετάσει ο γιατρός. Ο γιατρός μου είπε να ελέγχουμε τις ορμές μας. Έτσι μου το
είπε».
«Δηλαδή
με εξέθεσες με τις βλακείες της Λίζας, να σε πάει σώνει και καλά στο γιατρό
της, λες και εμείς δεν έχουμε γιατρούς στο Ναύπλιο. Τέρμα τα πολλά πολλά με τη
Λίζα. Μόλις γυρίσουμε στο Ναύπλιο θα πάμε σε όποιο γιατρό διαλέξεις εσύ, μη
νομίζεις ότι θέλω και το κακό σου».
«Έχασες
πολλά χθες το βράδυ; Στεναχωριόμουνα που σε έβλεπα να παίζεις και να είσαι
θυμωμένος».
«Έχασα,
αλλά έτσι είναι το χαρτί, απόψε θα τους τα πάρω πίσω».
«Αχ,
όχι πάλι απόψε, δεν αντέχω όλη τη νύχτα, η μέση μου έχει γίνει κομμάτια.
Γαβρίλη μου δεν μπορώ να σε ακολουθήσω, είμαι διαλυμένη, τουλάχιστον σήμερα
θέλω να ξεκουραστώ».
«Καλά
θα πάω μόνος μου, αύριο μας έχει καλέσει να υποδεχτούμε τον καινούργιο χρόνο,
στο σπίτι της στο Ψυχικό, η Τζένη η αρραβωνιαστικιά του Μιλτιάδη του
Αλεξανδρινού. Θα είναι και όλοι οι φίλοι, θα φάμε θα διασκεδάσουμε και θα
παίξουμε και χαρτιά για το καλό του χρόνου. Ξεκουράσου λοιπόν σήμερα για να
είσαι φρέσκια αύριο. Μη σε δει ταλαιπωρημένη και η Λίζα και μας αρχίσει πάλι
τις οδηγίες…»
Η
Γωγώ δεν έδωσε συνέχεια. Ήταν φανερό πως ο Δουρέντης είχε πάρει το μήνυμα. Η
συμπεριφορά του απέναντι στη Γωγώ είχε μπει στο μάτι τουλάχιστον μιας φίλης
του. Μπορεί και σε άλλη, μπορεί να το είχαν συζητήσει και μεταξύ τους όλες
μαζί, μπορεί και με τους άνδρες τους. Η μέρα, και η νύχτα χωρίς το Δουρέντη, της
έδωσαν την ευκαιρία, έχοντας και την εμπειρία των πρώτων ημερών του γάμου της, να
σκεφτεί τι έπρεπε να κάνει μέχρι να γεννηθεί το παιδί της. Αυτό μόνο την ενδιέφερε,
το τι θα γινόταν μετά, θα το αποφάσιζε τότε, ανάλογα και με το πώς θα την
αντιμετώπιζε ο Δουρέντης.
Χαράματα,
η Γωγώ στο όνειρο της ταξιδεύει σε μια ήρεμη θάλασσα, ξυπνά απότομα από το
βάρος που νιώθει πάνω της να την πιέζει.
«Τους
τα πήρα πίσω και ακόμα περισσότερα. Κέρδισα Γωγώ. Έλα να το γιορτάσουμε».
Πριν
καλά καλά να καταλάβει η Γωγώ τι γίνεται, βρίσκεται γυμνή στα χέρια του
διψασμένου για έρωτα Δουρέντη. Δεν έχει περιθώριο να αρνηθεί, πόσο μάλλον να
αντισταθεί. Του μιλά και προσπαθεί να τον κάνει να είναι όσο το δυνατόν
λιγότερο βίαιος. Το καταφέρνει αρκετά, μόνο προς το τέλος ο Δουρέντης χάνει τον
έλεγχο. Ξεφεύγει, η Γωγώ υπομένει τη σύντομη δοκιμασία. Όταν ηρεμεί, του μιλά
σκληρά, του λέει πως να την κακομεταχειρίζεται δεν τον τιμά. Η απάντηση του
είναι, πως όταν επιστρέψουν στο Ναύπλιο θα κάνουν μια συζήτηση για όλα τα
θέματα.
Παραμονή
Πρωτοχρονιάς και η Γωγώ κάνει βόλτα στο Ζάππειο και το Βασιλικό κήπο. Τα
προηγούμενα πρωινά είχε πάει στην Πλάκα, το Θησείο και είχε ανέβει και στην
Ακρόπολη. Γυρίζει κουρασμένη στο ξενοδοχείο. Πέφτει για ύπνο την ώρα που ο
Δουρέντης βρισκόταν με τους φίλους του για καφέ στο Κολωνάκι.
Το
βράδυ, το ζεύγος Δουρέντη λάμπει. Ντυμένοι και οι δυο, Γαβρίλης και Γωγώ, με
πανάκριβα και πανέμορφα ρούχα, εντυπωσιάζουν τους φίλους τους, καθώς μπαίνουν
στο σπίτι της Τζένης στο Ψυχικό. Εκεί, πολλοί καλεσμένοι, ευχάριστο το κλίμα,
διάχυτη η τυπικότητα, φιλοφρονήσεις, αληθινή και προσποιητή φιλικότητα, ανάκατα
συναισθήματα, ένα βράδυ που τα είχε όλα. Φαγητό, ποτό, μουσική, τζόγο και
κυρίως ανθρώπινες συγκρούσεις. Όταν άλλαξε ο χρόνος, μετά τα φιλιά και τις
ευχές, στρώθηκαν τα τραπέζια για το πόκερ. Διψασμένοι όλοι για κέρδος, για
νίκη, για να έχουν κέρδη και νίκες όλο το χρόνο. Αλίμονο στους χαμένους… Οι μάχες
άρχισαν και τέλειωσαν άγρια. Το πάθος που παρέσυρε τους παίχτες πολλές φορές
τους έβγαλε από τα όρια. Κάποιοι έφυγαν βλαστημώντας πολύ πριν διαλυθεί το
πάρτι το πρωί. Άλλοι, χαμογελαστοί, απολάμβαναν τη νίκη τους, και κάποιοι
άλλοι, νυσταγμένοι, ξαπλωμένοι στους καναπέδες, περίμεναν τους άλλους να
τελειώσουν για να φύγουν.
Ο
Δουρέντης, ευτυχώς, και για καλή της τύχη της Γωγώς, έχασε κάτι λίγα που ούτε
καν τα υπολόγισε. Τον πείραξαν μάλιστα και οι φίλοι του ότι «όποιος χάνει στα
χαρτιά κερδίζει στην αγάπη» και τελικά ήταν μάλλον χαρούμενος στο τέλος, αφού
υπήρχε στιγμή στη μέση της νύχτας που έχανε ένα τεράστιο ποσό. Πρωί για τα καλά
που ανέβηκαν στο δωμάτιο να ξαπλώσουν. Αποκαμωμένοι όπως ήταν το μόνο που
ήθελαν και οι δυο τους ήταν να κοιμηθούν. Ο Δουρέντης δεν άργησε να κοιμηθεί. Η
Γωγώ από την υπερένταση δυσκολευόταν. Γύριζαν στο κεφάλι της όσα έζησε εκείνο
το βράδυ της Πρωτοχρονιάς. Είχε μπει πια στα μεγάλα σαλόνια, στην αριστοκρατία,
συναναστρεφόταν ανθρώπους ανωτέρου επιπέδου, πλούσιους και με όνομα. Είδε πώς
ντύνονται, τι τρώνε και τι πίνουν, πώς μιλούν μεταξύ τους και ποια θέματα τους
απασχολούν.
Από
αυτούς που γνώρισε, οι γυναίκες ήταν μάλλον αδιάφορες απέναντι της, μόνο με τη Λίζα
είχαν έρθει κοντά, ενώ η Τζένη δεν έκρυβε την
απαξίωση της. Οι άνδρες φίλοι του Δουρέντη σε απόσταση, έδειχναν να τους αρέσει
που βρέθηκε στην παρέα τους η Γωγώ και σίγουρα θα ήταν πιο εκδηλωτικοί αν δεν
υπήρχαν συνεχώς μαζί τους οι γυναίκες τους. Ο μόνος που ήταν πολύ φιλικός, ήταν
ο Μιλτιάδης Αλεξανδρινός, που δε δίστασε να της πει την παραμονή της
Πρωτοχρονιάς στο σπίτι της αρραβωνιαστικιάς του, στο αυτί της βέβαια, «Είσαι
πανέμορφη Γωγώ, τυχερός που σε έχει ο Δουρέντης». Αν και αιφνιδιάστηκε η Γωγώ,
του είπε απλά «ευχαριστώ» και δεν έδωσε συνέχεια.
Ξύπνησαν
το απόγευμα, κατέβηκαν στο μπαρ του ξενοδοχείου και παράγγειλαν καφέ και κάτι
να βάλλουν στο στόμα τους. Ο Δουρέντης πήρε τηλέφωνο από τη ρεσεψιόν τους
φίλους του και τους είπε πως αν ήθελαν, να πήγαιναν να καθίσουν στο ξενοδοχείο
μιας και όλοι ήταν κουρασμένοι και δε θα άντεχαν και νέο ξενύχτι. Τους
χαιρέτησε, στην περίπτωση που δε θα πήγαιναν, γιατί την επομένη το πρωί θα
επέστρεφαν στο Ναύπλιο. Οι γιορτές τελείωσαν, το γαμήλιο ταξίδι τελείωσε και η
ζωή του Γαβρίλη και της Γωγώς θα ξεκινούσε με τον καινούργιο χρόνο, στο Ναύπλιο
πλέον. Μόνο ο συμβολαιογράφος με τη γυναίκα του πήγαν τελικά και ο Αλεξανδρινός
ο Μιλτιάδης, που πέρασε να τους χαιρετήσει και έφυγε χωρίς να καθίσει καθόλου.
Έφαγαν μια ζεστή σούπα από γαλοπούλα και λίγο από το στήθος της και νωρίς νωρίς
το διέλυσαν. Είχαν να αναπληρώσουν πολλές ώρες ύπνου που είχαν χαθεί τα
προηγούμενα βράδια.
Σάββατο
μεσημέρι φτάνουν στο Ναύπλιο, αφήνουν τις βαλίτσες και τις τσάντες στο σπίτι
και κατεβαίνουν στην αγορά να ψωνίσουν, γιατί δεν υπήρχε τίποτα φαγώσιμο στο
σπίτι. Όσοι τους βλέπουν τους χαιρετούν και τους εύχονται καλή χρονιά και να
είναι ευτυχισμένοι. Περισσότερη ώρα πέρασαν να μιλούν με τον κόσμο, παρά στα
μαγαζιά για ψώνια. Γυρίζουν, βγάζουν και τακτοποιούν τα πράγματα τους από τις
βαλίτσες, βάζουν τα τρόφιμα στη θέση τους και ξαπλώνουν να κοιμηθούν για λίγο.
Όταν
ξυπνούν και σηκώνονται, ο Δουρέντης έχει καλή διάθεση. Μιλά γλυκά στη Γωγώ, της
λέει πως δε θέλει να κουράζεται, πως προτιμά να πάνε να φάνε στην ταβέρνα του
Βαγγέλη το βράδυ, πως θέλει να πάνε στην εκκλησία του Αϊ-Γιώργη το πρωί και πως
το απόγευμα της Κυριακής, να καθίσουν στο σπίτι και να ανοίξουν τα δώρα του
γάμου τους, που τα είχαν αφήσει στο σαλόνι φεύγοντας για το γαμήλιο ταξίδι.
Η
Γωγώ δεν έχει αντίρρηση, συμφωνεί σε όλα, κάνει ένα μπάνιο και ντύνεται να πάνε
στην ταβέρνα. Γεμάτη η ταβέρνα, η είσοδος τους δημιουργεί μια μικρή αναστάτωση.
Όλοι θέλουν να μιλήσουν στους νεόνυμφους και τους καλούν να καθίσουν μαζί τους.
Τελικά, μετά τις χαιρετούρες, κάθονται σε μια παρέα δικηγόρων, φίλων του
Δουρέντη. Το κέφι άφθονο, η ρετσίνα γλυκιά, τα ψάρια φρέσκα και ο Δουρέντης να
διηγείται πως πέρασαν στην Αθήνα στο γαμήλιο ταξίδι τους.
Επέστρεψαν
στο σπίτι αργά. Η Γωγώ καταλάβαινε πως ο Δουρέντης δεν κρατιόταν. Του μίλησε
τρυφερά, του ζήτησε να είναι προσεκτικός και να μην την πονέσει. Είχαν
αποτέλεσμα τα λόγια της. Ο Δουρέντης, ήταν πολύ πιο ήπιος από ότι συνήθως.
Ακόμη και όταν πήγαινε να ξεφύγει, η Γωγώ με όμορφο τρόπο τον συγκρατούσε.
Έτσι, η επαφή τους δεν ήταν όπως τις άλλες φορές. Όχι πως αισθάνθηκε
ικανοποίηση η Γωγώ, ήταν όμως μια αρχή, να πλησιάσει ο ένας τον άλλο.
Το
πρωί της Κυριακής πήγαν στην εκκλησία και μετά έκαναν μια μικρή βόλτα στο
Μεγάλο Δρόμο. Κάθισαν σε ένα ζαχαροπλαστείο κάμποση ώρα και μετά γύρισαν στο
σπίτι για φαγητό. Την ώρα που η Γωγώ ετοίμαζε το φαγητό, ο Δουρέντης κατέβηκε
στο γραφείο του να ρίξει μια ματιά στις εκκρεμότητες που τον περίμεναν από την
επομένη. Έφαγαν και ξάπλωσαν για να σηκωθούν το απόγευμα να ανοίξουν και να
δουν τα δώρα του γάμου τους.
Τα
δώρα ήταν στο σαλόνι, εκεί που τα μετέφεραν το βράδυ του γάμου. Το σαλόνι ήταν
μάλλον μικρό, το καθιστικό ήταν πιο ευρύχωρο. Εκτός από τη μεγάλη κρεβατοκάμαρα
και την κουζίνα, το σπίτι είχε ένα ακόμη δωμάτιο και μια αποθήκη. Κάθισαν στο
σαλόνι αφού πρώτα ο Δουρέντης έβαλε μουσική στο ραδιόφωνο και γέμισε τη σόμπα
με ξύλα. Καλή διάθεση, λίγα χαμόγελα, επιφωνήματα έκπληξης σαν άνοιγαν τα
πακέτα, διάβαζαν τις κάρτες και τα σημειώματα που ήταν μέσα στα δώρα και ο
Δουρέντης έγραφε σε χαρτί το δώρο του καθενός. Σχολίαζαν τα δώρα, την αξία
τους, σε σχέση με το πορτοφόλι αυτού που τους το είχε προσφέρει και ο Δουρέντης
εξηγούσε στη Γωγώ ποιοι ήταν όλοι αυτοί που τους είχαν κάνει το κάθε δώρο.
Ήπιαν και ένα λικεράκι, ο Δουρέντης και δεύτερο και όταν η ατμόσφαιρα είχε
ζεσταθεί και μια υποψία ρομαντισμού είχε πολιορκήσει τη Γωγώ, της πήρε το χέρι,
το κράτησε με τα δυο δικά του και κοιτώντας την στα μάτια, ξεκίνησε να της
μιλά, με τον ίδιο τρόπο, σαν εκείνο, όταν της ζήτησε να τον παντρευτεί.
Κεφάλαιο 11
Αμφιβολίες…
«Γωγώ,
θέλω να με ακούσεις με προσοχή. Πέρασαν σαράντα μέρες από τον αρραβώνα μας και
δυο βδομάδες που είμαστε παντρεμένοι και η σχέση μας βρίσκεται στο σημείο από
το οποίο ξεκίνησε. Παραμένουμε δυο άγνωστοι, δυο ξένοι. Από χθες φαίνεται κάτι
να αλλάζει, κάνουμε βήματα που δείχνουν ότι υπάρχει θέληση να έρθουμε πιο
κοντά. Πιστεύω πως μπορούμε να έρθουμε πιο κοντά, να αγαπηθούμε και να ζήσουμε
ευτυχισμένοι. Όμως, φοβάμαι ότι αυτό δε θα γίνει ποτέ, και ξέρουμε και οι δυο το
λόγο. Το παιδί στην κοιλιά σου θα μας εμποδίζει, και θα μας εμποδίζει πολύ
περισσότερο, όταν αυτό γεννηθεί. Σε ρωτάω Γωγώ, γιατί θέλεις να γεννηθεί αυτό
το παιδί; Τι λόγο έχει να γεννηθεί ένα παιδί κάποιου που η σκληρή του μοίρα
αποφάσισε να χαθεί τόσο νωρίς; Στο ξαναείπα, δεν μπορείς για πάντα να του
κρύψεις την αλήθεια, αλλιώς, αν δε μάθει την αλήθεια, γιατί να γεννηθεί; Να
πιστεύει πως είναι πατέρας του ένας που δε θα το αγαπήσει ποτέ σαν δικό του
παιδί; Μόνο για να σου κάνει το χατίρι και από συμπόνια που ο πραγματικός του
πατέρας δεν υπάρχει, πνίγηκε σε ναυάγιο; Τι είδους εγωισμός είναι αυτός Γωγώ;
Επειδή και σε σένα δε στάθηκε η μοίρα όπως θα ήθελες, είναι λόγος αυτός να
εκδικείσαι; Άραγε ποιον; Άκουσε με, αυτό το παιδί θα σε κρατά για πάντα δεμένη με
ένα παρελθόν που χάθηκε, που δεν υπάρχει. Τώρα η ζωή σου προχώρησε, άλλαξε, το
μέλλον σου βρίσκεται αλλού, αυτό που θα ζήσεις με τον άνδρα σου και τα παιδιά
μας. Καταλαβαίνεις τι είναι και για μένα, να μεγαλώνω το παιδί κάποιου άλλου;
Να με φωνάζει μπαμπά κι εγώ μέσα μου να μην το νιώθω αυτό; Και το ίδιο το
παιδί, όταν μεγαλώσει, γιατί τα παιδιά κάποτε μεγαλώνουν και αναζητούν τις
αλήθειες, πώς θα αισθανθεί όταν μάθει, γιατί θα μάθει, ότι άλλος είναι ο
πατέρας του από αυτόν που μέχρι χθες φώναζε πατέρα; Σκέφτεσαι ότι τότε μπορεί
να καταστραφούν όλα και για σένα; Ότι αυτό το παιδί μπορεί να σου ζητήσει
ευθύνες γιατί διάλεξες να παντρευτείς εμένα; Αν αναγνωρίσει την καλή πρόθεση τη
δική σου και γιατί όχι και τη δική μου, να πούμε ότι άξιζε, αν όμως μας μισήσει;
Τι θα του πούμε τότε; Ότι του κάναμε χάρη που το αφήσαμε να γεννηθεί; Ότι το
μεγαλώσαμε με στοργή και φροντίζαμε να μην του λείπει τίποτα και επομένως μας
χρωστά και από πάνω; Σκληρό, πολύ σκληρό. Καταλαβαίνεις το αδιέξοδο…
»
Γωγώ, πίστεψε με, έχω αρκετή πείρα και λόγω της δουλειάς μου, είναι μεγάλο
λάθος η επιλογή σου να κρατήσεις το παιδί. Από τη στιγμή που ο άνθρωπος χάθηκε,
ο πατέρας του παιδιού δεν υπάρχει, η γέννηση αυτού του παιδιού μόνο προβλήματα
θα φέρει. Σε σένα, στο γάμο σου, στα παιδιά που θα κάνεις μετά από αυτό και
τέλος στο ίδιο το παιδί που για ένα καπρίτσιο θα φέρεις στον κόσμο. Θέλω να
σκεφτείς σοβαρά, προλαβαίνουμε ακόμα, υπάρχει μια κλινική στην Αθήνα που μπορεί
με ασφάλεια να γίνει η επέμβαση. Τη μια μέρα θα πάμε και την άλλη θα φύγουμε.
Νιώθω το βάρος σου, καταλαβαίνω πόσο δύσκολη είναι η απόφαση να μην αφήσεις μια
ζωή να έρθει στον κόσμο, όμως αν πρόκειται αυτή η ζωή, να είναι δυστυχισμένη
και να γίνει αιτία και για τη δυστυχία πολλών άλλων, πιστεύω πως αξίζει να
πάρεις αυτή την απόφαση. Εγώ έτσι κι αλλιώς θα είμαι δίπλα σου, όπως σου το
υποσχέθηκα από την αρχή. Όμως για το καλό της οικογένειας που είμαστε πια εσύ
κι εγώ, και των παιδιών που θα φέρουμε στον κόσμο, σου ζητώ να μην επιμείνεις
να γεννηθεί αυτό το παιδί. Αν πάλι επιμείνεις, διάλεξε σε ποιο γιατρό θέλεις να
πάμε για να αναλάβει την εγκυμοσύνη σου μέχρι να γεννήσεις».
Τα
λόγια του, η σοβαρότητα και παράλληλα το ήρεμο ύφος του, προβλημάτισαν τη Γωγώ.
Δεν ήταν εύκολο να αγνοήσει τα επιχειρήματα του. Δεν ήταν παράλογη να μην
αναγνωρίζει τις δυσκολίες που την περίμεναν. Όμως πώς να σκοτώσει την ψυχή που
μεγάλωνε στα σωθικά της; Βαριά η απόφαση, ασήκωτη και μόνο σαν σκέψη. Οι
συνέπειες θα έρχονταν μετά, σαν αποτέλεσμα της επιλογής της.
Ο
Δουρέντης την καληνύχτισε με ένα φιλί και πήγε για ύπνο. Το πρωί άρχιζε και
πάλι η δουλειά του, μετά το γάμο και το ταξίδι στην Αθήνα. Ήθελε να είναι
ξεκούραστος. Η νέα χρονιά θα είχε πολύ περισσότερες απαιτήσεις από την
προηγούμενη. Η Γωγώ κάθισε να τακτοποιήσει λίγο τα δώρα, μα κυρίως κάθισε για
να σκεφτεί.
Βασάνισε
το μυαλό της, παίδεψε τα συναισθήματα της, προκάλεσε τη λογική της, αγανάκτησε
που της έτυχαν όλα μαζεμένα στα δεκαοχτώ της χρόνια, μέτρησε ξανά και ξανά τις
επιπτώσεις, μα κατέληξε.
Περασμένες
δύο τη νύχτα έπεσε στο κρεβάτι. Θα επέμενε στην αρχική της απόφαση, να κρατήσει
το παιδί του Άγγελου. Αυτό που της ζητούσε ο Δουρέντης, έμοιαζε με εκβιασμό.
Όχι μόνο ήξερε για την εγκυμοσύνη, που η Γωγώ από την αρχή του εξομολογήθηκε,
αλλά ήξερε και τον πατέρα του παιδιού και παρ’ όλα αυτά επέμεινε να μείνει η
Γωγώ στο Ναύπλιο και να τον παντρευτεί. Επομένως, αν αυτός άλλαξε γνώμη δεν
ήταν υποχρεωμένη να αλλάξει την απόφαση της και η Γωγώ.
Η
Γωγώ, γνωρίζοντας από την πρώτη νύχτα του γάμου της, το αληθινό πρόσωπο του
Δουρέντη, το βίαιο και εξευτελιστικό για τη Γωγώ πρόσωπό του, δε θα παρασυρόταν
από την καλή του συμπεριφορά, των δύο τελευταίων ημερών. Καταλάβαινε ότι
προσπαθούσε να την παγιδεύσει. Καταλάβαινε ότι από την ώρα που της πρότεινε να
τον παντρευτεί, αυτό είχε στο μυαλό του και καταλάβαινε ότι ακόμα και αν έριχνε
το παιδί τίποτα δε θα άλλαζε. Μάλλον τα πράγματα θα γίνονταν χειρότερα για την
ίδια, αφού δε θα υπήρχε πια το βάρος που τον έκανε να είναι κάπως προσεκτικός.
Το σκηνικό που είχε στήσει για να την πείσει να ρίξει το παιδί, ο τρόπος και το
ήρεμο ύφος του, τα επιχειρήματα του, ήταν τόσο ίδια με αυτά της πρότασης γάμου,
που και το πραγματικό του πρόσωπο να μην είχε γνωρίσει, θα έπρεπε να τη βάλουν
σε σκέψεις.
Οι
προθέσεις του Δουρέντη θα αποκαλύπτονταν, μόλις η Γωγώ του ανακοίνωνε την
απόφαση της το επόμενο βράδυ. Ο Δουρέντης τη ρώτησε χωρίς περιστροφές, «Γωγώ,
τι αποφάσισες τελικά; Δεν έχουμε πολύ χρόνο…»
«Γαβρίλη,
λυπάμαι αν σε στεναχωρήσω, μα η απόφαση μου να κρατήσω το παιδί δεν αλλάζει. Το
ήξερες, στο είπα από την αρχή και το έβαλα σαν όρο, το δέχτηκες και έτσι σε
παντρεύτηκα. Μπορώ να κάνω όσες άλλες υποχωρήσεις θέλεις και αντέχω, όμως αυτό
που μου ζητάς δε γίνεται».
«Μάλιστα,
εντάξει Γωγώ, είχες μπροστά σου μια ζωή ονειρεμένη, τη θυσιάζεις για ένα παιδί
χωρίς πατέρα, κατά βάθος γιατί αρνείσαι να δεχτείς την πραγματικότητα. Μόνο να
ξέρεις πως έτσι, μου δίνεις και μένα το δικαίωμα, αν θέλω, να διαλέξω άλλη μάνα
για τα παιδιά μου. Καταλαβαίνεις τι εννοώ».
«Δε
ντρέπεσαι να μου μιλάς έτσι… Να με απειλείς…»
Το
χαστούκι στο πρόσωπο της Γωγώς ήταν τόσο δυνατό που αίμα έτρεξε από τη στόμα
της. Της ήρθε να κλάψει, αλλά κρατήθηκε. Δεν ήθελε να τον κάνει να αισθανθεί
νικητής επειδή είχε περισσότερη δύναμη. Σκουπίστηκε με το μαντήλι της και τον
κοίταξε κατευθείαν στα μάτια.
«Τι
με κοιτάς; Πήρες τις αποφάσεις σου κι εγώ τις δικές μου. Λοιπόν, διάλεξες
γιατρό που θα σε παρακολουθεί;»
«Έχω
ακούσει πως ο Νικολιδάκης είναι καλός, αλλά δεν ξέρω» η Γωγώ είχε επιστρατεύσει
τα τελευταία απομεινάρια υπομονής που διέθετε, για να μην ξεσπάσει.
«Ωραία,
καλός είναι, θα κλείσω ραντεβού να πάμε να σε δει. Κάτι άλλο θέλεις; Εγώ φεύγω,
έχω δουλειά, μη με περιμένεις για φαγητό, θα αργήσω να επιστρέψω. Και για να
ξεκαθαρίζουμε τα πράγματα, εσύ, έξω θα βγαίνεις μόνο μαζί μου και για ψώνια θα
με ρωτάς πρώτα, να ξέρω κάθε ώρα πού βρίσκεσαι».
Η
Γωγώ δε θέλησε να δώσει συνέχεια, προσπάθησε να πείσει τον εαυτό της πως ήταν
μια ακόμη ακραία αντίδραση του Δουρέντη, στην απάντηση της, πως θα κρατήσει το
παιδί. Μέσα της όμως ένιωσε δικαιωμένη για την απόφαση της. Ο χαρακτήρας του
είχε αποκαλυφθεί και οι διαθέσεις του απέναντι της και απέναντι στο γάμο τους,
ήταν πλέον ξεκάθαρες.
Τις
ημέρες των Θεοφανίων και του Αϊ-Γιαννιού, στις εκδηλώσεις και τις γιορτές που
πήγε μαζί το ζεύγος Δουρέντη, εισέπραξε και τις τελευταίες ευχές για το γάμο
και την εγκυμοσύνη της Γωγώς, από όσους δεν τους είχαν συναντήσει μέχρι τότε.
Την
άλλη μέρα του Αϊ-Γιαννιού, επισκέφτηκαν το γυναικολόγο Νικολιδάκη στο ιατρείο
του. Ο γιατρός, αφού πήρε πρώτα λεπτομερές ιστορικό της Γωγώς, την εξέτασε και
διαπίστωσε ότι η εγκυμοσύνη της ήταν φυσιολογική και πως δεν υπήρχε κάποιο
πρόβλημα. Έγραψε τις εξετάσεις που χρειαζόταν να κάνει, τις τροφές που έπρεπε
να τρώει και ποιες να αποφεύγει και έκανε συστάσεις στο Δουρέντη να είναι
προσεκτικός στην ερωτική τους επαφή. Στην ουσία ο Νικολιδάκης επανέλαβε όσα
είχε πει και ο γιατρός της Αθήνας. Κανόνισαν το επόμενο ραντεβού για να την
ξαναδεί, μετά από τρεις εβδομάδες, εκτός αν η Γωγώ ήθελε να τον επισκεφτεί
νωρίτερα, οπότε θα του τηλεφωνούσε.
Πέρασαν
οι γιορτές και η Γωγώ αισθάνθηκε τη ρουτίνα της παντρεμένης γυναίκας. Ο
Δουρέντης βρισκόταν ή στο γραφείο του ή έξω, στο δικαστήριο και τις δουλειές
του και τα βράδια στην Περιηγητική ή σε καμιά ταβέρνα και η Γωγώ στο σπίτι με
το πλεκτό της. Ατέλειωτες οι ώρες, χωρίς φίλους και συγγενείς, μόνη, πώς να
περάσουν… Η μοναξιά ασήκωτη, κουραστική, εκνευριστική, βασανιστική, όσα και να
σκεφτείς, να θυμηθείς, να νοσταλγήσεις, να ονειρευτείς, τίποτα δεν τη γιατρεύει.
Δεν
άργησε να βαρεθεί και το πλεκτό της, όπως και να ξεφυλλίζει τα περιοδικά που
κάποτε λαχταρούσε να πέσουν στα χέρια της, μα τώρα πια ελάχιστη εντύπωση της
έκαναν. Ακόμα και οι κρούσεις προς το Δουρέντη για τις αλλαγές στο σπίτι, που
είχαν συζητήσει και της είχε υποσχεθεί ότι θα γίνουν, ξεπεράστηκαν με ένα απλό,
«Καλά θα δούμε αργότερα» και έτσι η Γωγώ βρήκε καταφύγιο στα βιβλία. Ο
Δουρέντης είχε μια μικρή βιβλιοθήκη στο σπίτι, στο καθιστικό, κυρίως με
λογοτεχνικά βιβλία, γιατί τα περισσότερα, νομικά, ιστορικά, τους αρχαίους
Έλληνες φιλοσόφους και τις εγκυκλοπαίδειες, τα είχε κάτω στο γραφείο του.
Η
μικρή βιβλιοθήκη έκρυβε έναν πραγματικό θησαυρό. Παπαδιαμάντης, Ξενόπουλος,
Σολωμός, Καζαντζάκης, Δροσίνης, Παλαμάς, Καρκαβίτσας, Τολστόι, Ντοστογιέφσκι,
Ουγκώ, Σαίξπηρ, Κάφκα, Κάρολος Ντίκενς, Χέμινγουεϊ, μερικά από τα μεγαλύτερα
ονόματα της παγκόσμιας και ελληνικής λογοτεχνίας στέκονταν όρθια το ένα δίπλα
στο άλλο στα ξύλινα ράφια της βιβλιοθήκης. Είχε ρίξει μια ματιά η Γωγώ όταν
πρωτοπήγε στο σπίτι, αλλά όσα συνέβησαν από την ημέρα του γάμου της, δεν της
άφησαν μυαλό και ηρεμία να εξερευνήσει το μεγαλείο που βρισκόταν στο καθιστικό
του Δουρέντη. Δεν ήξερε από πού να αρχίσει. Σημασία είχε που η ζωή της στο
σπίτι, απέκτησε νόημα.
Χωρίς
να ενοχλεί το Δουρέντη, ούτε στο γραφείο του δεν κατέβαινε, η Γωγώ αφοσιώθηκε
στο διάβασμα. Πήγαινε μέρα παρά μέρα στην αγορά για ψώνια και ξαναγύριζε στο
σπίτι να ετοιμάσει το φαγητό. Όλες τις άλλες δουλειές του σπιτιού τις είχε
αναλάβει η ξαδέρφη του Δουρέντη από το χωριό. Σκούπισμα, σφουγγάρισμα, πλύσιμο
των ρούχων, σιδέρωμα και ό,τι άλλο χρειαζόταν. Ο Δουρέντης τα βράδια στη
διασκέδαση του και η Γωγώ μόνη στο σπίτι, συντροφιά με τα βιβλία. Στις αραιές
πια ερωτικές επαφές τους, όταν ο Δουρέντης πήγαινε να ξεφύγει, η Γωγώ τον
συγκρατούσε και έστω με δυσφορία, αυτός συμμορφωνόταν.
Τέλος
Γενάρη, με τη συμπλήρωση ενός μήνα γάμου, παρά τις υποχωρήσεις της Γωγώς, η
απόσταση με το Δουρέντη αντί να μικραίνει συνέχιζε να μεγαλώνει. Ο Δουρέντης
αδιαφορούσε όλο και περισσότερο για τη Γωγώ και την εγκυμοσύνη της και η Γωγώ
το μόνο που ήθελε πια, ήταν να περάσουν γρήγορα οι μήνες μέχρι να γεννήσει.
Λαχταρούσε πότε θα έρθει η ώρα να δει και να κρατήσει στην αγκαλιά της, τον
καρπό του έρωτα της με τον Άγγελο.
Μια
μέρα που είχε βγει για ψώνια στην αγορά συνάντησε την κυρία Θεοδώρα. «Τι έγινες
Γωγώ, είπαμε να παντρευτείς, δεν είπαμε να χαθείς και από τον κόσμο!»
«Δε
χάθηκα, κυρία Θεοδώρα, μόνο που δε βγαίνω συχνά έξω. Είναι και η εγκυμοσύνη και
δεν πρέπει να κουράζομαι…»
«Καλά,
έλα, πάμε στο σπίτι να τα πούμε, από το γάμο σου έχω να σε δω…»
«Πηγαίνετε
και θα έρθω, να ενημερώσω το Γαβρίλη ότι θα είμαι στο σπίτι σας».
«Μπα!
Χρειάζεσαι άδεια και για να έρθεις στο σπίτι μου; Θυμάσαι τι σου είχα πει όταν
ήθελες να πηγαίνεις περισσότερες βόλτες. Έλα, θα του τηλεφωνήσω εγώ πως είμαστε
στο σπίτι μου και ότι δε θα αργήσεις να επιστρέψεις».
Ντροπιάστηκε
η Γωγώ, φυσικά και θυμόταν αυτά που είχαν πει τότε, όταν είχε ζητήσει από την
κυρία Θεοδώρα να βγαίνει πιο συχνά έξω και όσα η κυρία Θεοδώρα της είχε
απαντήσει. Θέλοντας και μη, την ακολούθησε ελπίζοντας να μην εκνευριστεί ο
Δουρέντης και βρει αφορμή για τίποτα εντάσεις. Ανέβηκαν στο σπίτι και η κυρία
Θεοδώρα τηλεφώνησε στο Δουρέντη. Ευτυχώς ήταν στο γραφείο του και του είπε πως
κάλεσε τη Γωγώ για ένα καφεδάκι και ότι δε θα αργούσε να επιστρέψει. Ο
Δουρέντης της είπε πως δεν είχε αντίρρηση και είπαν για λίγο τα νέα τους, πριν
κλείσουν το τηλέφωνο.
«Για
πες μου, Γωγώ, πώς αισθάνεσαι τώρα που είσαι παντρεμένη; Περνάς καλά με το
Γαβρίλη; Η εγκυμοσύνη σου πώς πάει; Θέλω να μου τα πεις όλα…»
«Καλά
είμαι, κυρία Θεοδώρα, η εγκυμοσύνη πηγαίνει μια χαρά, σε λίγες ημέρες μάλιστα
συμπληρώνω τους πέντε μήνες. Η ζωή μου με το Γαβρίλη έχει και δυσκολίες, αλλά
δεν είμαι και αχάριστη, ό,τι θέλω μου το προσφέρει. Περάσαμε όμορφα στην Αθήνα,
πήγα στην Ακρόπολη, στο Ζάππειο, στην Πλάκα, πήγαμε σε κέντρα, θέατρο, μέχρι
και στριπτίζ είδα. Τώρα, τον περισσότερο καιρό τον περνάω στο σπίτι, είναι και
χειμώνας…»
«Ωραία.
Μπράβο Γωγώ. Μπορείς να μου λύσεις μια απορία, που την έχω από την αρχή που μου
είπατε για τη σχέση σας… Πώς τα μπλέξατε εσείς οι δυο; Τι σου είπε και σε
έριξε; Είμαι πολύ περίεργη να μάθω».
«Δεν
ήταν και τόσο δύσκολο, ωραίος, δικηγόρος, μου μίλησε και όμορφα, με άγγιξε, δεν
μπορώ να πω… Το έχει το χάρισμα, όταν μάλιστα μου είπε πως δεν ανήκει στο
κατεστημένο του Ναυπλίου και είναι από χωριό, πως με τη μόρφωση και τη δουλειά
κατάφερε να γίνει γνωστός και να αποκτήσει πελατεία και ότι είναι αντίθετος
στην υποκρισία και το συντηρητισμό που κυριαρχεί στην περιοχή, τον εμπιστεύτηκα
και τον συμπάθησα. Τα άλλα μετά τα ξέρετε».
«Δηλαδή
για να καταλάβω, ο Δουρέντης σου εμφανίστηκε κάτι σαν επαναστάτης που είναι
εναντίον της άρχουσας τάξης του τόπου… Ο Δουρέντης! Που κάνει οτιδήποτε για να
γίνει αποδεκτός από την καλή κοινωνία, που η φιλοδοξία του είναι να αποκτήσει
εξουσία και μόνιμος καημός του -που δεν μπορεί να τον διαγράψει- η χωριάτικη
καταγωγή του! Καλή μου Γωγώ, πόσο λίγο ξέρεις και πόσο λιγότερο καταλαβαίνεις
τους ανθρώπους. Μακάρι να έχω άδικο, μα φοβάμαι πως πολλά όμορφα λόγια από όσα
έχεις ακούσει, θα μείνουν μόνο λόγια».
«Δηλαδή
αυτά που μου είπε ήταν ψέματα; Μου τα είπε μόνο και μόνο για να τον συμπαθήσω
που δεν ήταν σαν τα άλλα αφεντικά; Και σεις πως είστε τόσο σίγουρη, κυρία
Θεοδώρα; Τι ξέρετε περισσότερο;»
«Δεν
έχω δικαίωμα να σου βάλω λόγια για τον άνδρα σου, μα το Δουρέντη δεν τον
γνωρίσαμε πριν από μερικούς μήνες όπως εσύ, τον έχουμε ζήσει για χρόνια. Θέλεις
να σου πω τι έλεγαν όλοι, μόλις έμαθαν ότι θα παντρευτεί εσένα; Τι κρύβει ή τι
επιδιώκει ο Δουρέντης με αυτό το γάμο. Κανείς σχεδόν δεν πίστεψε πως ξαφνικά
ερωτευτήκατε και άρον άρον προχωρήσατε και σε γάμο. Μακάρι στο ξαναλέω, να
κάνουν όλοι οι άλλοι λάθος και να είσαι τυχερή που τον παντρεύτηκες».
«Αυτό
θα το δούμε στο μέλλον, μέχρι τώρα δεν έχω κάποιο μεγάλο παράπονο. Να σας
ρωτήσω κι εγώ κάτι, κάτι που μου έχει κάνει εντύπωση. Πού τα βρίσκει τόσα λεφτά
που ξοδεύει ο Δουρέντης; Βγάζει τόσα πολλά από τη δουλειά του σαν δικηγόρος;
Εσείς θα ξέρετε…»
«Γωγώ,
περιορίσου σε αυτά που σου λέει ο άνδρας σου. Και αυτά που σου είπα εγώ, στα
είπα γιατί καταλαβαίνω πως είμαι ο μόνος άνθρωπος που μπορείς να τον
εμπιστευτείς. Ίσως δεν έπρεπε να σου τα πω, ίσως όμως και να έπρεπε. Είναι καλό
να υπάρχει κάποιος να σου βάζει ερωτήματα, να σου δείχνει την άλλη πλευρά.
Πάντως να θυμάσαι, όλοι και όλα μετά από τον άνδρα σου. Αλλιώς δεν κρατιούνται
οι οικογένειες».
Η
ώρα πέρασε, η Γωγώ ευχαρίστησε την κυρία Θεοδώρα και πήρε το δρόμο για το σπίτι
της. Προβληματισμένη από τα ψέματα που της είχε πει ο Δουρέντης, σύμφωνα με την
κυρία Θεοδώρα, με τα υπονοούμενα της και γιατί απέφυγε να της απαντήσει πού
έβρισκε τόσα πολλά χρήματα ο άνδρας της.
Ο
Δουρέντης την υποδέχτηκε ψυχρά, σαν έφτασε στο σπίτι. Με ύφος ειρωνικό και
σαρκαστικό αναρωτήθηκε: «Τι λέγατε με τη Θεοδώρα; Για τη συνταγή του μουσακά;
Για την εγκυμοσύνη σου μήπως; Αυτή δεν έχει κάνει παιδιά, πού να ξέρει…»
«Γαβρίλη
μου, μη γίνεσαι κακός. Είχαμε τόσον καιρό να τα πούμε. Γυναικεία πράγματα
λέγαμε, πώς περάσαμε στην Αθήνα, τι αλλαγές να κάνω στο σπίτι, ακόμα και για
συνταγές που εσύ κοροϊδεύεις. Ό,τι λένε δυο γυναίκες να περάσουν την ώρα τους».
«Αυτό
με φοβίζει, πολλά λένε δυο γυναίκες για να περάσουν την ώρα τους, οι συνταγές
είναι το τελευταίο. Αλλά δε θα χαλάσω την όρεξη μου, τι έχεις ετοιμάσει για
φαγητό;»
«Κοκκινιστό
μοσχάρι με χοντρά μακαρόνια, αυτά που σου αρέσουν. Σε ένα τέταρτο, είκοσι λεπτά,
θα είναι όλα έτοιμα, διάβασε την εφημερίδα σου μέχρι να στρώσω το τραπέζι».
Προσπαθούσε
η Γωγώ να κάνει ό,τι τον ευχαριστούσε. Του φερόταν και του μιλούσε όσο πιο
γλυκά μπορούσε, δεν του έφερνε αντιρρήσεις και έδειχνε πρόθυμη να υπακούσει
στις επιθυμίες του. Έτσι, είχε περιορίσει τη βία και τις πιθανότητες να
κινδυνεύσει η εγκυμοσύνη της. Μέσα της επαναλάμβανε συνέχεια, για να μη χάνει
την ψυχραιμία της, «Τέσσερις μήνες υπομονή ακόμα είπαμε, μέχρι να γεννηθεί το
παιδί». Ο Δουρέντης δεν ήταν χαζός να μην καταλαβαίνει, ότι η Γωγώ του έκανε τα
χατίρια για να της φέρεται και αυτός καλά. Μαλάκωσε τη συμπεριφορά του απέναντι
της, γιατί είχε αρχίσει και να φοβάται, όσο προχωρούσε η εγκυμοσύνη, μήπως κάτι
πάει στραβά και πέσει η ευθύνη πάνω του.
Πού
θα κατέληγε αυτός ο γάμος; Πού αυτή η σχέση; Θα άντεχε μέχρι να γεννηθεί το
παιδί; Και μετά τη γέννηση; Ο Φλεβάρης μπήκε και τίποτα δεν ήταν ξεκάθαρο. Όλα
ήταν αφημένα στην τύχη, στις αντοχές και τις εκρήξεις. Ατέλειωτες οι ώρες που
περνούσε η Γωγώ στο σπίτι, με μόνη συντροφιά τα βιβλία και τις σκέψεις της. Τα
βιβλία την ταξίδευαν και της μάθαιναν καινούργια πράγματα, έβαζαν και το μυαλό
της να δουλεύει. Οι σκέψεις της, ξανά και ξανά τη γύριζαν στο παρελθόν, στο τι
είχε κάνει και στα ερωτήματα που έμεναν αναπάντητα. Όσο και να έψαχνε, δεν έβρισκε
κάτι που να είχε κάνει λάθος, τουλάχιστον δεν είχε κάνει κάτι άτιμο. Ακόμα και
μετά το χαμό του Άγγελου, δέχτηκε να παντρευτεί το Δουρέντη, κυρίως για να
προστατεύσει το παιδί της και αφού συμφώνησε πρώτα ο Δουρέντης. Δεν ξεχνούσε τα
λόγια του όταν της πρότεινε να τον παντρευτεί, «Είμαι έτοιμος να σου προσφέρω
μια καλύτερη ζωή για σένα και το παιδί που θα φέρεις στον κόσμο. Δε με
ενδιαφέρει ποιανού είναι το παιδί, σέβομαι ότι θέλεις να το κρατήσεις».
Και
μετά; Όταν άλλαξαν όλα; Όταν αποκαλύφθηκε ότι ο Δουρέντης ήταν διαφορετικός
άνθρωπος από αυτόν που πίστευε ότι παντρεύτηκε; Τι έκανε από τότε; Τι θα
μπορούσε να κάνει; Η ερώτηση που τη βασάνιζε. Μάλλον, τίποτα. Να φύγει; Πώς;
Ήταν παντρεμένη πια, πώς θα έφευγε; Και να πάει πού; Να ζητήσει προστασία από
ποιον και για ποιο λόγο; Επειδή την κακομεταχειριζόταν ο σύζυγός της;
Συνηθισμένο, τα συζυγικά καθήκοντα καμιά φορά παρεκτρέπονται. Τον παντρεύτηκε
με τη θέληση της, δεν την πίεσε κανένας, δυο μήνες μετά και έγκυος στο παιδί
του, θα έλεγε πως δεν τον θέλει; Και αν τότε και ο Δουρέντης έλεγε ότι το παιδί
δεν είναι δικό του, ότι τον κορόιδεψε η Γωγώ, πως θα μπορούσε να ξεμπλέξει;
Και
δεν ήταν μόνο αυτά. Ποιος είχε πει στο Δουρέντη για τη σχέση της με τον Άγγελο;
Από πού αυτός ήξερε για τη σχέση τους; Ο Άγγελος την είχε διαβεβαιώσει ότι δεν
είχε μιλήσει σε κανέναν και η Γωγώ το πίστευε. Οι υπηρέτριες αποκλείεται γιατί
δεν είχαν καταλάβει τίποτα. Τους είχε δει κάποιος μαζί; Η μόνη φορά που θα
μπορούσε κάποιος να τους είχε δει, ήταν το βράδυ που η Γωγώ είχε ακούσει εκείνο
το θόρυβο. Να ήταν κάποιος από αυτούς που παρακολουθούσαν τα ζευγαράκια;
Τριγύριζε στο κεφάλι της συνέχεια η θριαμβολογία του Δουρέντη την πρώτη νύχτα
του γάμου τους, «Θα σε παντρευόμουν αν δεν ήξερα με ποιον είχες σχέση και
ποιανού είναι το παιδί;»
Η
Γωγώ ήταν αδύνατο να βγάλει λογικό συμπέρασμα. Ο Δουρέντης έμαθε για την
ερωτική της σχέση με τον Άγγελο, πριν η ίδια του πει ότι είναι έγκυος και
φυσικά πριν να τη ζητήσει σε γάμο. Όμως πώς έγινε αυτό; Τι λόγο θα είχε κάποιος
να πάει και να πει στο Δουρέντη για τη σχέση της Γωγώς, αφού μέχρι τότε δεν
υπήρχε σχέση του Δουρέντη με τη Γωγώ; Να το άκουσε σε κάποια συζήτηση από
κάποιον άλλο; Μα, τότε, αν είχε κυκλοφορήσει, έστω και σαν κουτσομπολιό, και
επομένως θα το ήξεραν πολλοί, θα έκανε πρόταση στη Γωγώ και θα την παντρευόταν
με το παιδί ενός άλλου; Δεν έστεκαν αυτά, κάτι άλλο κρυβόταν από πίσω που η
Γωγώ δεν μπορούσε να σκεφτεί.
Μπορούσε
όμως να σκεφτεί, ότι αυτός ο κάποιος ή όποιος ήξερε, αν εμφανιζόταν και
μιλούσε, θα της κατέστρεφε τη ζωή και το μέλλον του παιδιού της, γιατί τότε ο
Δουρέντης θα εμφάνιζε τον εαυτό του ως θύμα. Ήταν σίγουρη πως ο Δουρέντης και παρά
τα όσα της είχε υποσχεθεί, δε θα δίσταζε να πει ότι η Γωγώ τον εξαπάτησε.
Έμοιαζε
με παιχνίδι, δοκιμασία αντοχής νεύρων για τη Γωγώ. Ο Δουρέντης της είχε στήσει
την τέλεια παγίδα. Μόνο η επιμονή της να κρατήσει το παιδί, του χαλούσε λίγο το
σχέδιο, αλλά ακόμα και έτσι, δρόμος διαφυγής για τη Γωγώ δεν υπήρχε.
Ακόμα
και η φυγή στην Αθήνα αν είχε γίνει τότε, πριν αποφασίσει να τον παντρευτεί, τι
περιθώριο της άφηνε να συνεχίσει μια κανονική ζωή, με ένα παιδί αγνώστου πατρός,
χωρίς κάπου να στηριχτεί, σε μια άγνωστη μεγαλούπολη, ανάμεσα σε άγνωστους
ανθρώπους; Η λογική έλεγε κανένα περιθώριο… Το μόνο όφελος που θα είχε η Γωγώ, ήταν
ότι θα γλίτωνε από ένα περιβάλλον που όπως αποδείχτηκε, ήταν αφιλόξενο γι’
αυτήν. Ήταν αφιλόξενο και δεν είχε εφόδια για να συγκρουστεί μαζί του. Η
ηπειρώτικη περηφάνεια, που πήρε μαζί της όταν έφυγε από το χωριό της, δεν
έφτανε.
Είχε
λοιπόν όλα αυτά που την έτρωγαν, είχε και τον καημό, πού τα βρίσκει τόσα λεφτά
ο Δουρέντης. Δεν ήταν μόνο η περιέργεια, ήταν και ο φόβος που ένιωθε η Γωγώ,
μήπως ήταν ανακατεμένος σε κάτι παράνομο και βρισκόταν χωρίς να το θέλει,
μπλεγμένη και αυτή.
Ο
Δουρέντης συνέχιζε τη ζωή του σχεδόν όπως και όταν ήταν εργένης. Στο σπίτι
ανέβαινε μόνο για φαγητό και ύπνο και για να εκτονώνει τις ορμές του. Με τη
Γωγώ πήγαιναν μαζί στην εκκλησία την Κυριακή, έκαναν μετά και μια βόλτα και η
Γωγώ επέστρεφε στο σπίτι. Αυτή ήταν και η μόνη κοινή τους έξοδος. Ο Δουρέντης πήγαινε
συχνά και στην Αθήνα. Πήγαινε και ερχόταν αυθημερόν, πάντα μόνος του. Για
δουλειές έλεγε στη Γωγώ και «να μη ρωτάς πολλά».
Μπαφιασμένη
από την κλεισούρα και τη μοναξιά, τον παρακάλεσε να την αφήσει να δεχτεί στο
σπίτι τις φίλες της υπηρέτριες. Να της ευχηθούν και για το γάμο, να τις κεράσει
και η Γωγώ και να τους δείξει το σπίτι που έμεναν. Μουρμούρισε λίγο ο Δουρέντης
αλλά τελικά της έδωσε και χρήματα να πάρει γλυκά και ένα μπουκάλι κονιάκ, να
πιουν στην υγεία της Γωγώς.
Λεμονιά,
Μιχαλίτσα και Φώτω, ντυμένες με τα καλά τους, ανέβηκαν και οι τρεις μαζί στο
σπίτι και μετά τις χαιρετούρες, άρχισαν την εξερεύνηση. Όλα τους άρεσαν, τους
είπε η Γωγώ για τις αλλαγές που σκόπευε να κάνει στα έπιπλα, τις κουρτίνες και
τα χαλιά και άρχισαν τις παρατηρήσεις και τις προτάσεις τους, σύμφωνα με το
γούστο της η καθεμιά. Το μόνο που δε θα άλλαζε, ήταν το τεράστιο διπλό κρεβάτι
στην κρεβατοκάμαρα, που το είχε πάρει ο Δουρέντης πριν από το γάμο. Αφού
πείραξαν τη Γωγώ με υπονοούμενα, για το τι θα γινόταν πάνω στο κρεβάτι,
στρογγυλοκάθισαν στο καθιστικό και έπιασαν την κουβέντα με τα προσφιλή τους
θέματα. Η Γωγώ πρόσφερε τα γλυκά, έφερε και το μπουκάλι με το κονιάκ και τους
έδειξε φωτογραφίες από το γάμο. Τους είπε και πώς πέρασαν στην Αθήνα στο
γαμήλιο ταξίδι, για τα κέντρα που πήγαν, το ξενοδοχείο, το θέατρο, τα πλούσια
σπίτια και όλες μαζί εκφράσανε τη ζήλεια τους για την τύχη της.
Η
Γωγώ, εκτός βέβαια από το κάλεσμα για το γάμο της, πίστευε ότι σε μια τέτοια
συνάντηση με τις φίλες της, θα μπορούσε να πάρει απαντήσεις στα ερωτήματα που
τη βασάνιζαν. Αν δεν ήξεραν τα κορίτσια, κανείς άλλος δε θα ήξερε στο Ναύπλιο.
Ήταν τόσο σίγουρη. Με τρόπο λοιπόν έκανε την πρώτη ερώτηση.
«Βρε,
κορίτσια, τι λέει ο κόσμος για το γάμο μου; Κανένας από το καλοκαίρι δεν είχε
μυριστεί τίποτα; Ούτε και σεις;»
Η
απάντηση και των τριών απόλυτα κατηγορηματική, χωρίς παράθυρο ούτε υποψίας.
Καμιά τους δεν είχε καταλάβει, ούτε και είχε ακούσει κάτι να λέγεται. «Καλά
όταν το ανακοινώσατε πέσαμε από τα σύννεφα, όλος ο κόσμος το ίδιο. Θα μας πεις
λεπτομέρειες;»
Η
Γωγώ θυμόταν τι είχε πει πριν το γάμο της στο σπίτι της κυρίας Θεοδώρας, όταν
είχαν συναντηθεί με τη Λεμονιά και τη Φώτω και μέσες άκρες τους είπε τα ίδια,
αυτά που είχε πει και στην κυρία Θεοδώρα. Ικανοποιημένη από την πρώτη απάντηση
για τη σχέση της, που κανείς δεν είχε υποψιαστεί, αλλά και προβληματισμένη, πώς
τότε την έμαθε ο Δουρέντης, προχώρησε στο δεύτερο θέμα που την έκαιγε, που
ήθελε περισσότερη μαεστρία για να μην τις κάνει να αναρωτηθούν γιατί τις
ρωτούσε.
«Μακάρι
και σεις να βρείτε ένα γαμπρό με τόσα πολλά λεφτά, όσα έχει ο άνδρας μου.
Κουράζεται, μα ό,τι βγάζει τα βγάζει μόνος του, από τη δουλειά του, δεν έχει
πίσω του περιουσίες. Τι ακούτε στο Ναύπλιο; Είναι καλός δικηγόρος, έτσι;»
Απάντηση
ξεκάθαρη δεν πήρε η Γωγώ. Κοίταζαν η μία την άλλη και τελικά συμφώνησαν, πως
όπως τα έλεγε η Γωγώ ήταν. Δεν είχαν κάτι ιδιαίτερο να προσθέσουν, ούτε βέβαια
μπορούσαν να εκφράσουν γνώμη για τη δικηγορική ικανότητα του Δουρέντη. Υπήρχαν
και κάποιοι που τον αμφισβητούσαν, είπαν, αλλά αυτό συμβαίνει με όλους τους
δικηγόρους, όπως και με τους γιατρούς. Κάτι όμως χτυπητό εναντίον του δεν είχε
ακουστεί. Έτσι τέλειωσε η κουβέντα με τα ερωτήματα της Γωγώς και μέχρι που
έφυγαν συζητούσαν τα γνωστά κουτσομπολιά, που η Γωγώ ούτε να ακούσει δεν ήθελε.
Η
καλοσύνη που έδειξε ο Δουρέντης, που επέτρεψε να επισκεφτούν οι δούλες το σπίτι
του και μάλιστα να φάνε και να πιουν, εξαργυρώθηκε, με μια έντονη σεξουαλική δοκιμασία
για τη Γωγώ. Την επομένη, ο Δουρέντης πήγε στην Αθήνα και γύρισε το βράδυ.
Ανέβηκε στο σπίτι, πλύθηκε, έφαγε και έπεσε για ύπνο. Η Γωγώ, με ένα βιβλίο
ανοιχτό μπροστά της, πότε να διαβάζει και πότε να ονειροπολεί.
Οι
μέρες περνούσαν στους ίδιους ρυθμούς. Ο Φλεβάρης κόντευε να τελειώσει. Ο
Δουρέντης το πρόγραμμα του και η Γωγώ να προσπαθεί να είναι όσο πιο καλή
γίνεται μαζί του και να μην του δίνει αφορμές. Μια σιωπηλή εκεχειρία, χωρίς
υπογραφές, σαν να είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους. Ο ένας να μην ενοχλεί τον άλλο.
Δεν ήταν ο γάμος που θα ήθελε και φανταζόταν η Γωγώ, αυτός όμως ήταν. Θα τον
ζούσε περιμένοντας ίσως κάτι να διορθωθεί. Προσδοκίες, χωρίς ουσιαστικά ελπίδα.
Εκτός
αν ο ερχομός του παιδιού της και αν όλα πήγαιναν μέχρι τότε καλά, γινόταν
αφορμή για να αλλάξει ο Δουρέντης. Πόσο πιθανό άραγε ήταν αυτό; Όσο και αν ένα
παιδί που έρχεται στον κόσμο επηρεάζει θετικά τους ανθρώπους γύρω του, η Γωγώ
μέσα της ανησυχούσε ότι ο Δουρέντης δε θα άλλαζε. Ίσως και γι’ αυτό απέφευγε,
δεν ήθελε, να σκέφτεται το τι θα γίνει μετά.
Ήρθαν
και οι Απόκριες. Τραγούδια, μασκαράδες, πειράγματα, φασαρία τα βράδια, γλέντια
στις ταβέρνες. Η Γωγώ ό,τι έβλεπε από το παράθυρο του σπιτιού της. Ο Δουρέντης
κάθε βράδυ και σε άλλη ταβέρνα, με την ίδια ή διαφορετική παρέα, όποια εύρισκε
εκεί που πήγαινε. Η δικαιολογία γιατί έβγαινε μόνος, σε όσους ρωτούσαν, έτοιμη,
«Η γυναίκα μου μένει στο σπίτι λόγω της εγκυμοσύνης».
Το
μόνο βράδυ που βγήκαν έξω μαζί, ήταν την Τσικνοπέμπτη. Πήγαν στην Πρόνοια. Το
κέφι εκεί αυθόρμητο, παρέες με μασκαράδες, έμπαιναν και έβγαιναν στις ταβέρνες
πείραζαν τους θαμώνες, τους πετούσαν χαρτοπόλεμο και σερπαντίνες, τους
προκαλούσαν με ερωτικά υπονοούμενα και τους καλούσαν να χορέψουν. Οι κιθάρες
και οι χαβάγιες συνόδευαν τα τραγούδια που όλοι τραγουδούσαν, η τσίκνα από τα
αρνίσια παιδάκια και το χοιρινό, που ψήνονταν, θόλωνε την ατμόσφαιρα με τις
ευωδιές να απλώνονται παντού. Τα κρασοπότηρα άδειαζαν μόλις γέμιζαν με την
ξανθή ρετσίνα και πάλι γέμιζαν για να αδειάσουν αμέσως και πάλι.
Τέτοιο
γλέντι, σε όλη τη συνοικία, στις ταβέρνες, τους δρόμους και τα σπίτια, ούτε που
το είχε φανταστεί η Γωγώ. Δεν πίστευε πως τόσοι άνθρωποι μπορούν να
διασκεδάσουν με την ψυχή τους, αφήνοντας πίσω τους ή παραμερίζοντας, ο καθένας,
τα προβλήματα, τις έννοιες και τις σκοτούρες του. Έβλεπε απλούς ανθρώπους που
συναντούσε στην αγορά, εργάτες του λιμανιού, καταστηματάρχες και επιστήμονες,
να μην ξεχωρίζουν, όλοι μια συντροφιά, να φορούν μια μάσκα και να πειράζει ο
ένας τον άλλο χωρίς να παρεξηγούνται από τα πειράγματα. Και ήταν χοντρά τα
πειράγματα. Ακόμα και οι γυναίκες στις παρέες ξεθαρρεμένες, τα δέχονταν και τα ανταπέδιδαν,
χωρίς κανείς να ενοχλείται και να προσβάλλεται. Κάποιες μάλιστα πρωτοστατούσαν
στο χορό και το τραγούδι και οι πιο ζωηρές προκαλούσαν τους πιο ντροπαλούς από
τους άνδρες. Συνοικία του ονείρου και του γλεντιού η Πρόνοια, μια μεγάλη
γειτονιά που οι άνθρωποι είχαν βρει το νόημα της ζωής. Μια εργατική γειτονιά
που κανένας πλούσιος δεν καταδεχόταν να μείνει μόνιμα εκεί.
Μετά
από τέτοιο γλέντι η Γωγώ, για να μην αφήσει το Δουρέντη να της φερθεί βίαια,
πήρε αυτή τις πρωτοβουλίες. Για πρώτη φορά τον χάιδεψε και τον φίλησε στο
λαιμό, στο στήθος και μέσα στα σκέλια του. Ήταν τόση η ηδονή που ένιωσε ο
Δουρέντης που δε χρειάστηκε κάτι περισσότερο. Ολοκλήρωσε παραδομένος στα χέρια
της με ένα βαθύ, «Γωγώ… Γωγώ… Άμα ήθελες… Αν με άκουγες».
Παρασκευή
μεσημέρι 6 Μαρτίου και χτυπά το τηλέφωνο στο σπίτι. Είναι η κυρία Θεοδώρα. Λένε
τα νέα τους, είχαν και καιρό να μιλήσουν και η κυρία Θεοδώρα της ανακοινώνει
ότι αύριο θα πάει στην Αθήνα και ότι θα λείψει αρκετές ημέρες. Θα μείνει στο
σπίτι της αδελφής της στο Κολωνάκι και θα επιστρέψει στο Ναύπλιο μετά την
Καθαρή Δευτέρα, μετά τις 16 του μηνός.
Παραξενεύτηκε
η Γωγώ. Είχε κανένα λόγο η κυρία Θεοδώρα να της πει πού θα πάει, πότε θα φύγει
και πότε θα γυρίσει ξανά;
«Ας
πάει όπου θέλει, καλό της ταξίδι… Εμένα τι με νοιάζει;» Δεν άντεχε συνέχεια να
προσπαθεί να δίνει εξηγήσεις, να ερμηνεύει, να απαντά σε υπαρκτά και ανύπαρκτα
ερωτήματα. Είχε κουραστεί να ψάχνει πίσω από αυτά που άκουγε, μήπως κρυβόταν κάτι
και τι ήταν αυτό.
Σε
αυτό το μέρος, όταν κάποιος σου έλεγε κάτι, ήσουν υποχρεωμένος να το
ερμηνεύσεις, γιατί ποτέ δεν ήσουν σίγουρος ότι αυτό που σου είπε, δεν έκρυβε
κάτι άλλο. Ήταν καταπληκτικό, κανένας δεν πίστευε ό,τι ακριβώς άκουγε αν πρώτα
δεν το έψαχνε.
Σηκώθηκε
και πήγε στην κουζίνα να καθαρίσει πατάτες. Ο Δουρέντης, πριν φύγει για τη
δουλειά του το πρωί, της είχε ζητήσει για μεσημεριανό φαγητό, αυγά μάτια,
λουκάνικα και πατάτες τηγανιτές. Από τις πιο εύκολες επιθυμίες του Δουρέντη που
είχε να αντιμετωπίσει η Γωγώ. Και τις πιο ευχάριστες.
Για
το τηλεφώνημα της κυρίας Θεοδώρας και αυτά που της είπε, ούτε και θα του έλεγε
τίποτα. Για ποιο λόγο να του πει;
Κεφάλαιο 12
Η εκκαθάριση…
Δευτέρα 9 Μαρτίου 1959
Η
Θεοδώρα από την πλατεία Ομονοίας, προχώρησε προς την Γ’ Σεπτεμβρίου, έστριψε
αριστερά και κατηφόρισε στην οδό Βερανζέρου. Σταμάτησε λίγο πιο κάτω, μπροστά
σε ένα μικρό παλιό ξενοδοχείο. Κοίταξε δεξιά και αριστερά της και ανέβηκε τα
δυο τρία σκαλοπάτια μέχρι τη τζαμένια πόρτα. Την έσπρωξε και μπήκε μέσα. Δεν
ερχόταν για πρώτη φορά. Τρία χρόνια ερχόταν εδώ, περίπου κάθε δυο μήνες και
μερικές φορές συχνότερα. Αυτό το ξενοδοχείο το είχε διαλέξει όταν άρχισε τα
κρυφά της ραντεβού. Αισθανόταν σιγουριά σ’ αυτό γιατί μέχρι να φτάσει ή όταν
έφευγε, μπλεκόταν στην πολυκοσμία και περνούσε απαρατήρητη, κανείς δεν την
πρόσεχε. Φρόντιζε και να ντύνεται απλά για να μη γίνεται στόχος. Στο μικρό
ξενοδοχείο, τις ώρες που πήγαινε, συνήθως ήταν ο γέρος ιδιοκτήτης που της έδινε
το κλειδί του δωματίου και μόνο αυτός τη γνώριζε. Τον καλοπλήρωνε κιόλας
ελπίζοντας πως θα κρατούσε το στόμα του κλειστό, αν χρειαζόταν. Οι γυναίκες που
καθάριζαν τα δωμάτια μπορεί να την έβλεπαν, αλλά οι περισσότερες άλλαζαν κάθε
τόσο και έτσι σπάνια να τη συναντούσε κάποια για δεύτερη φορά και δύσκολα να τη
θυμόταν.
Ο
ξενοδόχος καθόταν σε ένα μικρό γραφείο πίσω από το γκισέ που ερχόταν σε επαφή
με τους πελάτες. Μόλις είδε τη Θεοδώρα σηκώθηκε και τη χαιρέτησε.
«Γεια
σας, τι κάνετε; Καιρό έχετε να έρθετε, δε θα ‘ναι έξι μήνες; Είστε καλά; Είπα
πως δε θα ξανάρθετε».
«Καλά
είμαι, είχα κάποια προβλήματα αλλά πέρασαν. Το δωμάτιο είναι ελεύθερο;»
«Ναι,
ορίστε το κλειδί».
«Θα
περιμένω τον κύριο. Το ραδιόφωνο λειτουργεί;»
«Φυσικά,
μήπως θέλετε κάτι να σας φέρω; Καφέ ή κάποιο ποτό;»
«Όχι,
ευχαριστώ».
Το
δωμάτιο που προτιμούσε η Θεοδώρα ήταν το νούμερο 25, στην άκρη του δευτέρου
ορόφου. Κάπως απομονωμένο. Προτιμούσε αυτό το δωμάτιο γιατί είχε και ραδιόφωνο,
που το έβαζαν στη διαπασών για να καλύπτεται η φασαρία και να μην ξεχωρίζει
κάποιος που θα άκουγε απ’ έξω, τι ακριβώς συμβαίνει μέσα.
Ανέβηκε
στο δωμάτιο, τράβηξε τις κουρτίνες του κλειστού παραθύρου, άνοιξε το ραδιόφωνο,
άναψε το φως στο μπρούτζινο πορτατίφ που βρισκόταν στο κομοδίνο δίπλα στο
κρεβάτι και κάθισε να περιμένει τον άνθρωπο, που είχε ερωτική σχέση μαζί του.
Τρία χρόνια είχαν περάσει σε αυτό το φτηνό ξενοδοχείο, σε αυτό το φριχτό
δωμάτιο. Το παράφορο πάθος τους, όσο και αν είχε πια ξεθυμάνει, λίγο το ένοιαζε
το χρώμα, η πνιγερή ατμόσφαιρα, η μυρωδιά της κλεισούρας.
Αυτό
το περιβάλλον μάλλον ταίριαζε στη σχέση τους και γι’ αυτό το προτιμούσαν…
Δεν
περίμενε πολύ, είκοσι λεπτά, μισή ώρα και η πόρτα χτύπησε. Σηκώθηκε, την άνοιξε
και έκανε να φύγει για να καθίσει πάλι στο κρεβάτι. Ο άνδρας που μπήκε τη συγκράτησε
και προσπάθησε να την αγκαλιάσει.
«Γαβρίλη,
άφησε με, θέλω να μιλήσουμε…»
«Τι
να πούμε, Ντορίνα μου! Δεν κρατιέμαι, τόσους μήνες έχουμε να βρεθούμε, σε
πεθύμησα τόσο πολύ…»
«Λοιπόν,
αυτή είναι η τελευταία φορά που βρισκόμαστε. Ό,τι είχαμε και δεν είχαμε,
τελειώνει σήμερα. Γύρνα στη γυναίκα σου και άφησε με να βρω κι εγώ το δρόμο
μου».
«Τι
είναι αυτά που λες; Τρελάθηκες; Δε θα τελειώσει έτσι εύκολα η σχέση μας…»
«Γιατί;
Ο Αρχοντόπουλος πέθανε, δεν έχω να φοβηθώ κάτι. Εδώ και πολύ καιρό υπέκυπτα στα
αρρωστημένα γούστα σου γιατί με εκβίαζες, με απειλούσες, γιατί φοβόμουν. Όσο
πιο πολύ βίαιος γινόσουν, τόσο μεγάλωνε ο φόβος μου. Δεν ξέρω τι φοβόμουν
περισσότερο, τον Αρχοντόπουλο, το σκάνδαλο ή μήπως εσένα… Τώρα πια δεν υπάρχει
λόγος να υποκύπτω, εσύ έχεις λόγους να μην εκτεθείς, είσαι παντρεμένος και η
γυναίκα σου είναι έγκυος στο παιδί σου…»
«Μπα,
σε πήρε ο πόνος μήπως κερατώσω τη δούλα; Για τον Αρχοντόπουλο δε νοιαζόσουνα
όταν τον κεράτωνες…»
«Είσαι
πρόστυχος… Εγώ δεν είχα παιδιά και είχα τελειώσει ερωτικά με τον Αρχοντόπουλο
όταν ήρθα μαζί σου. Η Γωγώ είναι έγκυος στο παιδί σου, δεν μπορείς να της το
κάνεις αυτό…»
«Γιατί;
Σιγά μη σεβαστώ τη δούλα και το μπαστάρδι της…»
«Τι
είπες; Άκουσες τι είπες; Δε μου φαίνεσαι μεθυσμένος…»
«Αυτό
που άκουσες είπα».
«Δηλαδή
το παιδί δεν είναι δικό σου;»
«Όχι,
φυσικά. Είπαμε πως είναι δικό μου για να καλύψουμε την εγκυμοσύνη της».
«Δηλαδή
δεν είχατε σχέση από το καλοκαίρι; Και αν δεν είναι δικό σου, ποιανού είναι;
Και γιατί την παντρεύτηκες;»
«Επειδή
όλο θα ρωτάς, άκου… Μια φορά θα στα πω. Όταν ήρθε η Γωγώ στο Ναύπλιο, τα νέα
για την ομορφιά της κυκλοφόρησαν αμέσως. Μετά από λίγες ημέρες την είδα κι εγώ
και πραγματικά θαμπώθηκα. Αυτό το μπουμπούκι θα γίνει δικό μου, είπα. Από τότε,
όποτε είχα ευκαιρία την παρακολουθούσα και δυο φορές που ήρθα στο σπίτι σας
ήταν για να τη δω από κοντά. Μάλιστα ζήτησα από τον Αρχοντόπουλο να μου την
παραχωρήσει και να βρείτε εσείς άλλη υπηρέτρια. Και δεν του το ζήτησα μόνο εγώ,
κάποιος μάλιστα έδινε και ένα μεγάλο χρηματικό ποσό στον Αρχοντόπουλο, που όλοι
ξέραμε το πάθος του για το χρήμα, αλλά ο Αρχοντόπουλος αισθάνθηκε τυχερός που
του έτυχε τέτοιο λαχείο στο σπίτι του και τα στύλωσε. Σκέφτηκα πως ο καλύτερος
τρόπος για να την πλησιάσω, αφού σχεδόν πάντα ήταν μαζί σου και δεν μπορούσα
στα καλά καθούμενα να της πιάσω κουβέντα στο δρόμο, ήταν να τη συναντήσω τάχα
τυχαία στην παραλία που βγαίνατε τα Σαββατόβραδα και τις Κυριακές. Άρχισα να
παραφυλάω μήπως και τη δω μόνη της για να της μιλήσω. Πήγαινα στο τέλος της
βόλτας, στο «νυφοπάζαρο», καθόμουν στο πεζούλι και περίμενα να έρθει προς το
μέρος μου. Πράγματι, ερχόταν, αλλά πάντα μαζί με τις άλλες υπηρέτριες που
έκαναν παρέα. Δεν έχασα την υπομονή μου και συνέχισα να πηγαίνω στο πεζούλι, με
την ελπίδα πως κάποιο βράδυ θα μου δινόταν η ευκαιρία να της μιλήσω χωρίς να
μας δουν οι άλλες κοπέλες. Ένα βράδυ λοιπόν, φτάνουν όλες μαζί μέχρι το τέρμα
της βόλτας και ξαφνικά χωρίζουν. Η Γωγώ παίρνει το δρόμο προς τη “Γλώσσα”. Την αφήνω λίγο να προχωρήσει και πηγαίνω από πίσω
της. Στο λιγοστό φως σχεδόν χάνεται, προχωρώ στο δρόμο προς την Παναγίτσα και
διακρίνω δυο φιγούρες να στέκονται κολλημένες στον τοίχο και να μιλούν σιγά.
Είναι η Γωγώ με κάποιον άνδρα. Τους προσπερνώ, πηγαίνω λίγα μέτρα ακόμη, για να
μη δείξω ότι τους παρακολουθώ και επιστρέφω με την προσοχή μου στραμμένη να
βεβαιωθώ πως είναι η Γωγώ. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι είναι αυτή. Το αίμα
βράζει στο κεφάλι μου, μίσος με παράφορο πάθος και ζήλεια μαζί, κατακλύζουν το
κορμί μου. Γυρίζω στο πεζούλι και περιμένω να τη δω να έρχεται και να δω και
αυτόν που ήταν μαζί της. Επιστρέφει μόνη της, συναντιέται και με τις άλλες
υπηρέτριες και παίρνουν το δρόμο προς τα καφενεία. Κανείς δε φάνηκε πίσω της, ο
άνδρας που ήταν μαζί της, μάλλον θα ανέβηκε τα σκαλιά προς τα “Πέντε Αδέλφια”
και χάθηκε στο σκοτάδι. Αυτό ήταν, καταλαβαίνεις πως αναστατώθηκα. Η
παρακολούθηση της Γωγώς έγινε η μόνιμη απασχόληση μου. Καλοκαίρι ήταν, δεν
είχαμε και πολλές δουλειές και έτσι υπήρχε χρόνος να ξοδεύω για χάρη της.
Σάββατο βράδυ και Κυριακή βράδυ στημένος στο πεζούλι, στο τέλος του «νυφοπάζαρου»,
να περιμένω να εμφανιστεί η Γωγώ. Ερχόταν η Γωγώ, μόνο που ο δρόμος που έπαιρνε
μόλις χώριζαν τα κορίτσια, είχε αλλάξει, δεν ήταν προς την Παναγίτσα, ήταν προς
τα “Πέντε Αδέλφια”. Πάλι να την ακολουθώ και πάλι να συναντιέται με κάποιον
άνδρα που μέχρι τότε δεν μπορούσα να ξεχωρίσω ποιος είναι. Μετά από δυο
συναντήσεις, στο ίδιο μέρος, σε ένα ξέφωτο ανάμεσα στους θάμνους, κάτω από τα
πεύκα, κατάφερα να πλησιάσω κοντά την ώρα που έκαναν έρωτα και να δω ποιος ήταν
ο άνδρας, που είχε κλέψει τη Γωγώ και την τρυγούσε. Ήταν αυτός ο ψαράς, ο
Άγγελος, που πνίγηκε στον Ατλαντικό».
Η
Θεοδώρα τον άκουγε χωρίς να μπορεί να αρθρώσει λέξη. Αναρωτιόταν αν όλα αυτά
ήταν αλήθεια και τι ακόμα θα της έλεγε ο Δουρέντης. Αισθανόταν το σώμα της μουδιασμένο,
το στομάχι της σφιγμένο και το μυαλό της σταματημένο, ανήμπορο να λειτουργήσει,
να επεξεργαστεί τις πληροφορίες που έφταναν στ’ αυτιά της.
«Τους
παρακολούθησα και άλλες δυο φορές. Στο ίδιο μέρος πήγαιναν μέχρι που έφυγε ο
ψαράς και πνίγηκε. Ώσπου να σκεφτώ πώς θα τη ρίξω, αφού ο ψαράς πνίγηκε,
σκοτώνεται και ο Αρχοντόπουλος. Οι δυο αντίπαλοι δεν υπάρχουν πια. Έτσι, χωρίς
να ξέρω πως είναι έγκυος, ανοίγει ο δρόμος για να την κατακτήσω. Δε χρειάστηκε
να κάνω τίποτα από όσα σχεδίαζα τελικά, γιατί ήρθε μόνη της να με βρει. Όπως
μου είπε, με εμπιστεύτηκε γιατί με είχε δει στο σπίτι σας και είχε ακούσει καλά
λόγια για μένα. Μου είπε πως είναι έγκυος και πως δεν ήθελε να φανερώσει τον
πατέρα του παιδιού. Της είπα την άποψη μου και τις δυσκολίες που θα
αντιμετώπιζε αν κρατούσε το παιδί και γεννιόταν αυτό χωρίς πατέρα. Με
ευχαρίστησε και τα ξαναείπαμε όταν αποφασίσατε να τη διώξετε από το σπίτι, μετά
τα σαράντα του Αρχοντόπουλου. Την είδα απελπισμένη και σκέφτηκα πως είχα την
ευκαιρία που ζητούσα, να γίνει δικό μου το αντικείμενο του πόθου μου, που παρά
τις κακουχίες του, άνοιγε δειλά τα πέταλα του και μοσχοβολούσε πανέμορφο. Ήταν
έτοιμη να φύγει για την Αθήνα, αλλά της έκανα πρόταση να την παντρευτώ και να
πούμε ότι το παιδί είναι δικό μου και με λίγη πίεση, δέχτηκε. Έτσι, απολαμβάνω
το μπουμπούκι μου αλλά θέλω και σένα. Εσύ είσαι κάτι ξεχωριστό, μαζί σου έκανα
πράγματα που δεν ξέρω αν θα μπορέσω ποτέ να τα κάνω με τη δούλα σου».
«Είσαι
άρρωστος το ξέρεις; Πίστευα πως η βία που ασκούσες επάνω μου στο σεξ, ήταν ένα
βίτσιο που σου πρόσφερε μια ξεχωριστή ικανοποίηση. Δε φανταζόμουνα πως μπορεί
να είσαι τόσο κυνικός, να κρύβεις τέτοια τιποτένια ένστικτα μέσα σου. Μόνο ένας
παλιάνθρωπος μπορεί να σκέφτεται όπως εσύ. Ένα σιχαμένο σκουλήκι, είσαι για
λύπηση…»
«Όσο
μου λες τέτοια, με ανάβεις περισσότερο… Μια χαρά είναι η δούλα σου, μην
ανησυχείς. Σιγά μην της κακόπεσε που με παντρεύτηκε και έχει όλα της τα καλά.
Ποιος άλλος θα της πρόσφερε όσα εγώ; Της είπα να ρίξει το παιδί και να συνεχίσουμε
τη ζωή μας όμορφα και αρνήθηκε. Έτσι έχω κι εγώ το δικαίωμα να κάνω ό,τι θέλω
και να παρακαλά να μην τη βαρεθώ».
Η
Θεοδώρα σηκώθηκε απότομα από το κρεβάτι και κινήθηκε προς την πόρτα, την ώρα
που τον στόλιζε με ό,τι της ερχόταν στο μυαλό. «Πρόστυχε, ελεεινέ, άθλιε, την
παγίδευσες αφού τα ήξερες όλα και μετά την εκβίασες για το μέλλον της, για τα
αισθήματά της, το παιδί στα σπλάχνα της, είσαι πολύ άρρωστος τελικά».
Ο
Δουρέντης την πρόλαβε και με το ζόρι την έσπρωξε πάλι στο κρεβάτι. Έπεσε πάνω
της, την ακινητοποίησε και προσπάθησε να της βγάλει τα ρούχα. Η Θεοδώρα
αντιστεκόταν χτυπώντας τον στην πλάτη. Ο Δουρέντης γέλαγε και με μια κίνηση
ανέβασε την ένταση του ραδιοφώνου στη διαπασών. Η μάχη δε φαινόταν να έχει
νικητή, μέχρι τη στιγμή που ο Δουρέντης της έδωσε δυο γερά χαστούκια στο
πρόσωπο και της έσφιξε με τα χέρια του το λαιμό της. Αισθάνθηκε αδύναμη να
αντιδράσει, κατάλαβε ότι σε λίγο θα γινόταν έρμαιο στις ορέξεις του. Έτσι που
της έσφιγγε το λαιμό πνιγόταν, ήταν θέμα χρόνου να χάσει τις αισθήσεις της.
Άπλωσε
το χέρι της στο κομοδίνο, έπιασε το μπρούτζινο πορτατίφ και τον χτύπησε με
δύναμη στο κεφάλι. Ο Δουρέντης, αιφνιδιασμένος και ζαλισμένος, την άφησε και
έπεσε δίπλα της στο κρεβάτι. Το πορτατίφ τον είχε βρει δεξιά στο μέτωπο. Δε
σκίστηκε το δέρμα από το χτύπημα, μόνο ένα τεράστιο καρούμπαλο πετάχτηκε αμέσως
στο σημείο που είχε δεχτεί το χτύπημα.
Η
Θεοδώρα τρέχοντας βγήκε από το δωμάτιο, έκλεισε με δύναμη την πόρτα και
κατέβηκε πηδώντας δυο δυο τα σκαλιά. Ο ξενοδόχος, ακούγοντας τη φασαρία,
σηκώθηκε αναστατωμένος από την καρέκλα του και τη ρώτησε τι είχε συμβεί. Του
απάντησε πως όλα ήταν εντάξει, έβγαλε από το πορτοφόλι της όσα χαρτονομίσματα
είχε μέσα, τα άφησε στο γκισέ και πριν προλάβει να ακούσει ότι τα χρήματα ήταν
πολύ περισσότερα από το κόστος του δωματίου, είχε βγει έξω στο δρόμο. Με
γρήγορο βήμα, ανέβηκε τη Βερανζέρου, έφτασε στην Κάνιγγος και έστριψε δεξιά
στην Ακαδημίας για να πάει στο σπίτι της αδελφής της στο Κολωνάκι.
Πώς
είχαν έρθει έτσι τα πράγματα. Μια ερωτική σχέση που ξεκίνησε από την πλευρά της
για να ικανοποιήσει τις φυσιολογικές γυναικείες ορμές της ηλικίας της, 42
χρονών ήταν τότε, με έναν άνθρωπο που την είχε μαγέψει, κατέληξε σε άγριο
τσακωμό και παραλίγο φονικό. Κολακεύτηκε στην αρχή, της άρεσε το κρυφτό, πόσο
μάλλον όταν το παιχνίδι συνοδευόταν από ηδονικές εκτροπές. Δεν επρόκειτο για
μια γλυκανάλατη διαδικασία εκτόνωσης, που φτάνει συνήθως στα όρια επιβεβαίωσης
και μετά στο καβούκι του ο καθένας. Η σχέση αυτή είχε έντονο ερωτικό πάθος. Ο
Δουρέντης από την αρχή δεν της έκρυψε τις προθέσεις του, ήταν έτοιμος να
δοκιμάσει ό,τι πιο ακραίο θα τον ικανοποιούσε. Η Θεοδώρα ήταν η ιδανική γυναίκα
και αυτό φάνηκε γιατί στην αρχή αποδεχόταν όλες του τις απαιτήσεις. Όταν όμως ο
Δουρέντης ξέφυγε εντελώς και η ερωτική τους συνεύρεση κατέληξε βασανιστήριο για
τη Θεοδώρα, όταν η βία κυριάρχησε, τότε ήταν που άρχισε τους εκβιασμούς του.
Στις ικεσίες της να σταματήσουν να βλέπονται, να σταματήσει το μαρτύριο της, ο
Δουρέντης, με την απειλή ότι θα τα πει όλα στον Αρχοντόπουλο και τον κόσμο, την
ανάγκαζε να υποκύπτει. Κόντευε δυο χρόνια η παράδοση της. Πίστευε πλέον, μετά και
το θάνατο του Αρχοντόπουλου και το γάμο με τη Γωγώ, πως αν τώρα δεν κατάφερνε
να δώσει τέλος σε αυτή την αρρωστημένη σχέση, δε θα έδινε ποτέ. Γι’ αυτό και
είχε πάει για να τελειώσει μαζί του.
Ο
Δουρέντης, μόλις συνήλθε μετά από λίγο, κατέβηκε κρατώντας το κεφάλι του και
προσπαθώντας να κρύψει το τεράστιο εξόγκωμα στο κούτελο του. Ρώτησε αν
χρωστούσε κάτι για το δωμάτιο τον ξενοδόχο, πήρε αρνητική απάντηση, άνοιξε την
πόρτα, βγήκε στο δρόμο και κατηφόρισε προς το Μεταξουργείο που είχε αφήσει το
αυτοκίνητο του. Το ταξίδι της επιστροφής στο Ναύπλιο θα ήταν δύσκολο, όχι μόνο
εξαιτίας της ζαλάδας που ένιωθε.
Πώς
τα είχε καταφέρει έτσι; Όλα είχαν πάει στραβά. Ούτε μετά την τόσων μηνών
αναμονή μπόρεσε να ικανοποιηθεί, κατάφερε να τσακωθεί με τη Ντορίνα και το
κυριότερο, της είχε αποκαλύψει την αλήθεια για την εγκυμοσύνη της Γωγώς και το
γάμο του. Η τέλεια καταστροφή.
«Πώς
την έπαθα εγώ έτσι; Είναι δυνατόν να παρασύρθηκα τόσο πολύ; Εκεί που ήμουν
άτρωτος και είχα το πάνω χέρι, τώρα θα εξαρτώμαι από τις ορέξεις της Ντορίνας.
Πάντα θα υπάρχει η απειλή να μιλήσει και να τα τινάξει όλα στον αέρα. Φέρθηκα
σαν βλάκας, αλλά και αυτή δεν είναι χαζή να κάτσει και να πει ό,τι ξέρει, γιατί
θα πρέπει να τα αποδείξει και θα αποκαλυφθεί και η σχέση μας, με τις συνέπειες που
θα έχει αυτό και για την ίδια».
Περασμένες
δέκα έφτασε στο Ναύπλιο. Άφησε το αυτοκίνητο στη θέση που το άφηνε συνήθως,
κοντά στο Δικαστικό Μέγαρο και ανέβηκε τις σκάλες του σπιτιού γεμάτος θυμό. Η
Γωγώ καθόταν στο κρεβάτι με μαξιλάρια στην πλάτη, μισοξαπλωμένη, γιατί την
πονούσε η μέση της και είχε κάτι πονάκια χαμηλά στην κοιλιά. Έπινε το χαμομήλι
της και έραβε κουμπιά σε μια ρόμπα, πιο έξω από τη θέση που βρίσκονταν πρώτα.
Με την εγκυμοσύνη έπρεπε να φαρδαίνει κάθε τόσο και τα ρούχα της.
Σημαδιακή
μέρα, 9 Μαρτίου. Έξι μήνες ακριβώς έκλειναν από το βράδυ που ένιωσε μέσα της
τον Άγγελο. Από κείνο το υπέροχο βράδυ που η «Κρεολή» ομόρφαινε περισσότερο την
ομορφιά τ΄Αναπλιού. Πώς να μη θυμάται εκείνη την ημέρα. Χαμογελούσε πικρά όταν
άκουσε το Δουρέντη να ανεβαίνει τη σκάλα.
Ο
Δουρέντης, μπαίνοντας στο δωμάτιο, ούτε στο «καλώς όρισες» της Γωγώς δεν
απάντησε. Πέταξε το σακάκι του και όρμησε πάνω της.
«Σιγά,
Γαβρίλη μου, και με πονά και η μέση μου. Πες μου πρώτα πώς πέρασες στην Αθήνα…»
Δεν
άκουγε τίποτα, της άρπαξε τη ρόμπα από τα χέρια, πέταξε τα μαξιλάρια από την
πλάτη της και την ξάπλωσε πριν προλάβει η Γωγώ να αντισταθεί. Ο τρόμος και τα
παρακάλια της τον άφησαν αδιάφορο. Της τράβηξε με μανία τη νυχτικιά της μέχρι
να τη σκίσει και της κατέβασε το εσώρουχο. Μάταια τον παρακαλούσε να σταματήσει
γιατί δεν αισθανόταν καλά.
«Πουτάνες
είσαστε όλες, μας κάνετε ό,τι θέλετε, τη μια παρακαλάτε, την άλλη κρατάτε
μούτρα, σας κάνουμε όλα τα χατίρια και στο τέλος μας στέλνετε στον αγύριστο…
Εσύ δε θα γίνεις σαν αυτές… Θα γίνεις αυτό που θέλω εγώ και θα κάνεις αυτό που
θέλω εγώ… Κατάλαβες;»
Κάτι
πήγε να ψελλίσει η Γωγώ αλλά ήταν τέτοια η μανία του, που αντί να σταματήσει
της έδωσε ένα δυνατό χαστούκι στο μάγουλο, που έχασε το φως της. Μέσα στην
παραζάλη της, κατάφερε να τον χτυπήσει με το γόνατο στην κοιλιά και να τον
κάνει να μουγκρίσει από τον πόνο αλλά και να τον εξαγριώσει ακόμα περισσότερο.
Έχασε κάθε έλεγχο. Με τα δυο του χέρια της έσφιξε με δύναμη το λαιμό την ώρα
που βρισιές και κραυγές, την έλουζαν απειλητικά. Το πρόσωπο του κατακόκκινο, οι
φλέβες του έτοιμες να σπάσουν. Η Γωγώ προσπάθησε μπήγοντας τα νύχια της στα
χέρια του, να τον κάνει να της αφήσει το λαιμό. Αντί να την αφήσει, την έσφιγγε
όλο και πιο πολύ. Αισθάνθηκε τις δυνάμεις της να την εγκαταλείπουν, η ανάσα της
είχε κοπεί τελείως και τα μάτια της είχαν πεταχτεί από τις κόγχες τους. Την ώρα
που έσβηνε, άπλωσε το χέρι της στο κομοδίνο, στο κουτί με τα είδη ραπτικής που
είχε μείνει εκεί. Έπιασε το μεγάλο ψαλίδι, το έσφιξε, το σήκωσε και με όση
δύναμη της είχε απομείνει, το κάρφωσε στο λαιμό του Δουρέντη. Το αίμα
εκτοξεύτηκε σαν σε σιντριβάνι την ώρα που ο Δουρέντης έπεφτε πάνω στο σώμα της
χωρίς αισθήσεις.
Το
ακίνητο κεφάλι του στα στήθη της και το αίμα που έτρεχε ασταμάτητα από το λαιμό
του, πλημμυρίζοντας την ίδια και όλο το κρεβάτι, ήταν το αποκορύφωμα του
ζωντανού εφιάλτη που ζούσε η Γωγώ. Ασάλευτη, παγωμένη, μετά βίας ανάσαινε,
μέχρι να αρχίσει τις υστερικές κραυγές που ακούστηκαν ως την παραλία και
αναστάτωσαν τους γείτονες.
Άρχισε
να μαζεύεται κόσμος, χτυπήματα στην εξώπορτα, οι φωνές της Γωγώς συνεχίζονταν
το ίδιο έντονες. Κατέβηκε από τον πάνω όροφο, ο συγκάτοικος ο δικηγόρος
Φλωριάδης, που είχε κλειδί και της εξώπορτας του Δουρέντη και αφού προσπάθησε
να βάλλει τάξη για να μην ανέβουν όλοι μαζί, όσοι είχαν μαζευτεί έξω από το
σπίτι, ανέβηκε πρώτος αυτός με προσοχή. Ακολούθησαν και οι άλλοι γείτονες.
Έσπασαν την πόρτα και μπήκαν μέσα.
Σοκαριστικό
το θέαμα που αντίκρυσαν. Στο μεγάλο κρεβάτι, αλλού σεντόνια, αλλού μαξιλάρια,
αλλού το πάπλωμα, γεμάτα όλα με αίματα, αίμα παντού, κόκκινο παντού. Η Γωγώ
γυμνή, με τα χέρια της ματωμένα, ανοιχτά, να τρέμει ολόκληρη και να φωνάζει, «Βοήθεια,
σώστε με, το παιδί μου να σώσετε, δεν έφταιγα εγώ…» μπλεγμένα με κάποια άλλα
λόγια που κανείς δεν καταλάβαινε. Ο Δουρέντης πάνω της, ακίνητος, μισόγυμνος, με
τα μάτια ορθάνοιχτα, πνιγμένος στο αίμα.
Οι
πρώτοι που μπήκαν στο δωμάτιο έστεκαν κοκαλωμένοι, απλά κοιτούσαν, δεν ήξεραν
τι να κάνουν. Πού να φανταστούν πως στη ζωή τους θα έρχονταν αντιμέτωποι με
τόση φρίκη. Οι δυο τρεις πιο τολμηροί πλησίασαν τη Γωγώ, τη σκέπασαν πρόχειρα
και προσπάθησαν να την ηρεμήσουν. Βεβαιώθηκαν πως ο Δουρέντης είναι νεκρός και
τον σκέπασαν και αυτόν. Ο Φλωριάδης τους απομάκρυνε όλους και τους είπε να μην
πειράξουν τίποτα μέχρι να έρθει η χωροφυλακή. Η Γωγώ το μόνο πλέον που έλεγε,
κλαίγοντας με αναφιλητά, ήταν «Πάρτε με από εδώ σας παρακαλώ, πάρτε με να γλιτώσω…»
Η
χωροφυλακή δεν άργησε να έρθει. Ένας αξιωματικός και δυο χωροφύλακες, μαζί τους
ήρθαν και ένας γιατρός που ειδοποίησαν αυτοί και ο γιατρός Αργυρός που ήξερε τη
Γωγώ από τους Αρχοντόπουλους. Έβγαλαν όλο τον κόσμο από το δωμάτιο και έμειναν
μέσα μόνο οι άνδρες της χωροφυλακής, οι γιατροί και ο δικηγόρος ο Φλωριάδης.
Ειδοποίησαν να έρθει και άλλος αξιωματικός καθώς και τραυματιοφορείς από το
νοσοκομείο.
Όση
ώρα, και πέρασε αρκετή, εξέταζαν το δωμάτιο, τη θέση του σώματος του Δουρέντη,
αν υπήρχαν ίχνη πάλης και ότι άλλο πίστευαν πως θα ήταν χρήσιμο για να ξεκαθαριστεί
το τι ακριβώς είχε συμβεί, η Γωγώ στεκόταν τρέμοντας στην ίδια θέση,
πιτσιλισμένη με το αίμα του Δουρέντη στο πρόσωπο, κουνούσε το κεφάλι και είχε
σωπάσει εντελώς. Μόνο μέσα της παρακαλούσε να τελειώσει το μαρτύριο της.
Το
νέο διαδόθηκε από στόμα σε στόμα, ο κόσμος που είχε μαζευτεί έξω από το σπίτι, γινόταν
όλο και περισσότερος. Οι υποθέσεις έδιναν και έπαιρναν, η φαντασία και τα
απωθημένα βρήκαν θέμα για να εκδηλωθούν. «Αυτό έγινε», «Έτσι τον έφαγε», «Η
κακούργα που την έκανε κυρία», «Ξύλο που θέλουν», «Καλά το έλεγα εγώ, ρε
καθένας με την τάξη του», «Αχάριστη, ό,τι και να της έκανε, να τον σκοτώσει;» Η
απόφαση είχε βγει και δεν είχε περάσει ούτε μια ώρα από το φονικό.
Σιγά
σιγά έρχονταν και οι συνάδελφοι του Δουρέντη που το μάθαιναν. Οι περισσότεροι
αισθάνονταν οργή που δεν την έκρυβαν. Η Γωγώ μπορεί να παρακαλούσε να δώσουν
τέρμα στον εφιάλτη της, όμως ένας νέος Γολγοθάς ξεκινούσε γι’ αυτήν. Δεν ήταν
σε θέση να εκτιμήσει τι την περίμενε.
Μετά
από λίγη ώρα έφτασε και ο άλλος αξιωματικός της χωροφυλακής καθώς και ο
πρόεδρος του δικηγορικού συλλόγου. Ήρθε και ο Νικολιδάκης, ο γυναικολόγος που
παρακολουθούσε τη Γωγώ. Άρχισε νέα εξέταση του χώρου, στο σώμα του νεκρού
Δουρέντη και στο σώμα της Γωγώς.
Πριν
συμπληρωθούν δυο ώρες από το φονικό, είχαν καταγραφεί με κάθε λεπτομέρεια όλα
τα στοιχεία που είχαν μπροστά τους οι αξιωματικοί της χωροφυλακής, οι γιατροί
και οι δικηγόροι. Έμενε η κατάθεση της Γωγώς για το τι είχε συμβεί, μόλις η
Γωγώ συνερχόταν από την άθλια κατάσταση στην οποία βρισκόταν. Το πτώμα του
Δουρέντη και η Γωγώ μεταφέρθηκαν στο νοσοκομείο που ήδη φρουρείτο από πολλούς
χωροφύλακες.
Ο
Εισαγγελέας που ενημερώθηκε για το φονικό έδωσε εντολή να έχει σύντομα εκθέσεις
από αυτούς που βρέθηκαν αμέσως στον τόπο του εγκλήματος, να τηρηθούν σχολαστικά
όσα προέβλεπαν οι νόμοι και να εξεταστούν λεπτομερώς, το πτώμα του Δουρέντη και
η σωματική και ψυχολογική κατάσταση της Γωγώς. Να μην μπει κανείς στο σπίτι
μέχρι να το επιτρέψει εκείνος. Η εμπειρία του Εισαγγελέα του έλεγε πως ένα
τέτοιο φονικό, θα γίνει πρώτο θέμα στο ενδιαφέρον του κόσμου όχι μόνο στην
περιοχή του Ναυπλίου και της Αργολίδας, αλλά σε όλη την Ελλάδα.
Στο
σώμα του Δουρέντη εκτός από το θανατηφόρο χτύπημα με το ψαλίδι στην καρωτίδα,
διαπιστώθηκαν εκδορές στα χέρια του και ένα μεγάλο εξόγκωμα στη δεξιά πλευρά
του μετώπου του, που είχε γίνει από κάποιο βαρύ αντικείμενο.
Στη
Γωγώ, που παρέμενε αμίλητη, οι γιατροί που την εξέτασαν, δε διαπίστωσαν
πρόσφατη σεξουαλική επαφή, κατέγραψαν αρκετούς μώλωπες σε διάφορα σημεία του
σώματος και σημείωσαν τα έντονα σημάδια που είχαν αποτυπωθεί στο λαιμό της, από
το σφίξιμο των χεριών του Δουρέντη.
Η
πρώτη φάση του δράματος είχε ολοκληρωθεί. Εκείνη τη νύχτα στο παγωμένο Ναύπλιο
είχε γίνει ένας φόνος. Θύμα, ο δικηγόρος Γαβριήλ Δουρέντης. Φονιάς, η γυναίκα
του Γωγώ.
Η
δεύτερη, εκτυλίχθηκε την άλλη μέρα στην κηδεία του Δουρέντη. Πλημμύρισε από
κόσμο η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, η πλατεία και οι γύρω δρόμοι. Οι
περισσότεροι δεν έκρυβαν την οργή τους για τη Γωγώ. Τραγική φιγούρα ο πατέρας
του, έμοιαζε να τα έχει χαμένα. Όλοι οι ντόπιοι συνάδελφοι του δικηγόροι ήταν
εκεί. Είχαν έρθει και πολλοί από άλλες περιοχές και οι φίλοι του από την Αθήνα.
Λύπη και ένα μεγάλο γιατί. «Δεν του άξιζε τέτοια τύχη». «Πώς έμπλεξε με το
δουλικό». «Δεν της έφτανε που τον κατάφερε, τον έφαγε κιόλας». «Το παιδί του τι
θα γίνει; Να της το πάρουν μόλις γεννηθεί».
Και
αν η δεύτερη φάση είχε πιο πολύ συναίσθημα, η τρίτη που μόλις άρχιζε, ήταν αυτή
που θα αντιμετώπιζε την πραγματικότητα, θα απέδιδε δικαιοσύνη και θα καθόριζε
το μέλλον της Γωγώς και του παιδιού της.
Την
επομένη, όταν είχε πλέον ηρεμήσει, οι αξιωματικοί της χωροφυλακής πήραν
κατάθεση από τη Γωγώ. Τους περιέγραψε όσα είχαν συμβεί το μοιραίο βράδυ και
απάντησε σε ερωτήσεις για τις σχέσεις της με το Δουρέντη. Μετά και την κατάθεση
της Γωγώς προχώρησε η διαδικασία και ο Εισαγγελέας με τη βοήθεια του προέδρου
του δικηγορικού συλλόγου όρισαν αυτεπάγγελτα συνήγορο υπεράσπισης της Γωγώς,
αφού κανείς δικηγόρος, συνάδελφος του Δουρέντη, δεν ήθελε να αναλάβει την
υπεράσπισή της.
Την
κάλεσε ο Εισαγγελέας και μετά την απολογία της στον Ανακριτή, αφού είχε και τη
γνωμάτευση των γιατρών που την είχαν εξετάσει, της απήγγειλε κατηγορία για το
φόνο του Δουρέντη με πρόθεση και διέταξε την προφυλάκιση της μέχρι να γίνει η
δίκη, με τη σύμφωνη γνώμη και του Ανακριτή. Έτσι, η Γωγώ βρέθηκε μόνη και
αβοήθητη σε ένα κελί με όλους να είναι εχθρικοί απέναντι της.
Μπορεί
στο Ναύπλιο η καταδίκη και η αυστηρή τιμωρία της Γωγώς να προεξοφλείτο από
όλους, λόγω της αναμφισβήτητης ενοχής, στην Αθήνα όμως στους φίλους του
Δουρέντη υπήρχε προβληματισμός. Η Λίζα, η γυναίκα που είχε πλησιάσει τη Γωγώ
τις ημέρες των Χριστουγέννων και είχε δει στο κορμί της τα σημάδια της βίας του
Δουρέντη, ξεσπάθωσε. Μετέδωσε σε όλη την παρέα αυτά που ήξερε, έχοντας σύμμαχο
και τη μαρτυρία του γιατρού της, που είχε εξετάσει τη Γωγώ. Οι περισσότεροι
θεώρησαν πως δεν ήταν αρκετά αυτά που έλεγε η Λίζα. Δεν άλλαζε κάτι στην ουσία,
που ήταν η δολοφονία του φίλου και συνεργάτη τους. Όμως η Λίζα επέμενε και με
την παρότρυνσή της ο Μιλτιάδης Αλεξανδρινός, ο νεαρότερος φίλος του Δουρέντη,
αποφάσισε να ασχοληθεί με την υπόθεση.
Το
πρώτο που είχε να κάνει ο Αλεξανδρινός ήταν να επισκεφτεί τη Γωγώ στη φυλακή,
να τη ρωτήσει πώς έγιναν τα γεγονότα και να ζητήσει τη δικογραφία για να τη
μελετήσει. Η επίσκεψη και μόνο του νεαρού Μιλτιάδη, ήταν ό,τι πιο ευχάριστο και
τονωτικό για τη Γωγώ από το βράδυ του φονικού. Αναθάρρησε, ένιωσε πως δεν την είχαν
ξεχάσει όλοι, πως κάποιοι ενδιαφέρονται γι’ αυτήν. Ο Αλεξανδρινός, αφού την
άκουσε, της είπε να του έχει εμπιστοσύνη και πως θα έκανε ό,τι μπορούσε για να
τη βοηθήσει. Του ζήτησε να ξαναπάει σύντομα και αυτός της το υποσχέθηκε.
Αφού
ο Μιλτιάδης Αλεξανδρινός ανέλαβε επίσημα την υπεράσπιση της Γωγώς επικοινώνησε
με τη Λίζα και της είπε τα νέα. Ήθελε να έχει και ένα σύμμαχο, κάποιον που να
μπορεί να στηριχτεί, για να αντιμετωπίσει τη δυσπιστία των φίλων του αλλά και
της αρραβωνιαστικιάς του, της Τζένης. Οι φίλοι του μπορεί να ήταν
επιφυλακτικοί, αλλά δε θα τον εμπόδιζαν, στο κάτω κάτω τη δουλειά του θα έκανε,
θα ασκούσε το λειτούργημα του, να υπερασπιστεί έναν κατηγορούμενο. Η Τζένη
όμως; Ήταν απόλυτα αντίθετη, θεωρούσε αδιανόητο να αναλάβει την υπεράσπιση της
δολοφόνου του φίλου του.
Η
υπόθεση της δολοφονίας του Δουρέντη, για το Μιλτιάδη Αλεξανδρινό είχε πολύ
ενδιαφέρουσες πτυχές. Μπορεί ο δολοφόνος να ήταν γνωστός και η αιτία του φόνου,
όπως όλα έδειχναν, ένας τσακωμός που κατέληξε στο μοιραίο, όμως υπήρχαν θέματα
που έμπαιναν για την αντιμετώπιση της κατηγορουμένης, πριν και μετά τη δίκη. Το
πιθανότερο ήταν να γεννηθεί το παιδί της πριν γίνει η δίκη, κατά τη διάρκεια
της προφυλάκισης. Τι θα γινόταν τότε; Αλλά και μετά, αν καταδικαζόταν, ποια η
τύχη του παιδιού και της περιουσίας του Δουρέντη;
Ενώ
λοιπόν ο Αλεξανδρινός, μετά και τη δεύτερη επίσκεψη στη Γωγώ και την προσεκτική
ανάγνωση της δικογραφίας, γοητευόταν όλο και πιο πολύ από την υπόθεση, η
αρραβωνιαστικιά του η Τζένη, του έβαλε το δίλημμα, «Ή παρατάς αυτή την υπόθεση
ή χωρίζουμε».
Σε
μια σχέση που ο ένας έχει τον παραπάνω λόγο, και όταν αυτός είναι η τεράστια
περιουσία του, αν δεν εισακούγεται, μοιραία είναι η κατάληξη, νωρίς, αργά ή στο
τέλος. Ο Αλεξανδρινός έκανε την επιλογή του, όχι μόνο γιατί δεν άντεχε
περισσότερο και ήταν ευκαιρία να ξεμπλέξει μια ώρα αρχύτερα, αλλά και γιατί,
πέρα από την ενδιαφέρουσα υπόθεση, αυτό το πλάσμα, η Γωγώ, η δολοφόνος πια
Γωγώ, τον είχε μαγέψει. Από τα Χριστούγεννα που την πρωτοείδε. Από τα
Χριστούγεννα που άρχισε να ζηλεύει και η Τζένη, βλέποντας πώς κοιτούσε ο
Μιλτιάδης τη Γωγώ.
Η
κυρία Θεοδώρα έμαθε για το φονικό, την άλλη μέρα νωρίς το πρωί. Της τηλεφώνησαν
οι φίλες της από το Ναύπλιο, να της πουν το νέο. Από την ώρα εκείνη και μετά,
μιλούσε στο τηλέφωνο συνέχεια με δικηγόρους, φίλους του Αρχοντόπουλου.
Τηλεφώνησε και στο Νέστωρα, τον αδελφό του Αρχοντόπουλου. Πήρε και τη γυναίκα
του γιατρού του Αργυρού, που αυτή σίγουρα ήξερε κάτι περισσότερο, διασταύρωνε
τις πληροφορίες και περίμενε κάποια νέα είδηση. Ταμπουρωμένη στο σπίτι της
αδελφής της, πάνω από το τηλέφωνο στεκόταν, ούτε για μια μικρή βόλτα δεν
έβγαινε έξω. Προσπαθούσε από αυτά που της έλεγαν, να συμπεράνει τις κινήσεις
του Δουρέντη από τη στιγμή που τον άφησε στο ξενοδοχείο, μέχρι τη δολοφονία του
από τη Γωγώ, λίγες ώρες μετά. Σκεφτόταν πόσο εύκολο ήταν να βρίσκεται αυτή στη
θέση της Γωγώς, αν το χτύπημα στο κεφάλι του Δουρέντη με το πορτατίφ, τον είχε
αφήσει νεκρό. Φοβόταν, φοβόταν πολύ, προτίμησε να κρυφτεί, πίστευε, άσχετα από
αυτά που έλεγε, πως δε θα άντεχε την αποκάλυψη της σχέσης της με το Δουρέντη
και τη συμπεριφορά του απέναντι της, την ατίμωση του άνδρα της. Υπήρχε λόγος να
γίνει αυτό; Όχι, φυσικά, δεν είχε καμιά εμπλοκή στο φονικό του Δουρέντη από τη
Γωγώ. Και το τρίγωνο που πήγε να σχηματιστεί, με αυτήν, τη Γωγώ και το
Δουρέντη, αμέσως το απέρριψε και γι’ αυτό άλλωστε, μαζί με τα άλλα, τσακώθηκε
με το Δουρέντη. Όμως, ποιος θα καθόταν να ασχοληθεί με τις ευαισθησίες μιας
χήρας που απατούσε τον άνδρα της με αυτόν που παντρεύτηκε τη δούλα της;
…………………………………………………………………..
Τα
πρωτοσέλιδα των εφημερίδων τόνιζαν τις κατάρες για τη φόνισσα, συνοδεύονταν από
φωτογραφίες του Δουρέντη και κάποιες με το πρόσωπο της Γωγώς. Η κυρία Θεοδώρα,
ζώντας με τον τρόπο της τα γεγονότα, σκεφτόταν πώς θα αντιμετώπιζε μια διαρροή
για τη σχέση της με το Δουρέντη και αν έπρεπε να πάει να επισκεφτεί τη Γωγώ στη
φυλακή. Προτίμησε να περιμένει να περάσει η μπόρα της δημοσιότητας και να κάνει
τις όποιες κινήσεις της μετά. Αυτό που δεν ήθελε, ήταν να γίνει στόχος και σε
καμιά περίπτωση να συνδεθεί με την υπόθεση. Ήξερε πως κάποιοι δημοσιογράφοι θα
την αναζητούσαν, μιας και ήταν η τελευταία που στο σπίτι της δούλευε η Γωγώ.
Γι’ αυτό και θα έμενε όσο περισσότερο μπορούσε κλεισμένη στο σπίτι στο
Κολωνάκι, θα αργούσε να επιστρέψει στο Ναύπλιο.
Η
Γωγώ στη φυλακή, λόγω της εγκυμοσύνης της είχε σχετικά καλή μεταχείριση.
Βέβαια, λίγο την ένοιαζε πώς της συμπεριφέρονταν οι άλλοι. Είχε γίνει ένα
αναίσθητο πλάσμα και για το μόνο που ανησυχούσε ήταν το παιδί της και για το πότε
θα ερχόταν η ώρα να το γεννήσει. Έτρωγε μηχανικά, απλά γιατί έπρεπε, δε
μιλούσε, απαντούσε με το ζόρι αν κάποιος κάτι τη ρωτούσε, ούτε καν σκεφτόταν,
είχε σταματήσει να ενδιαφέρεται για ό,τι συνέβαινε γύρω της.
Στα
επισκεπτήρια εύρισκε κάπως τον εαυτό της. Ποια επισκεπτήρια… Μια φορά μετά από
τρεις εβδομάδες είχαν έρθει οι αδελφές της, για να της κάνει συνεχώς
παρατηρήσεις η Μαρία και να κλαίει, μέχρι που έφυγαν, η Νικολίτσα. Ακόμα και ο
Μήτσος που πήγε να τη δει, όλο έκλαιγε και αυτός και χτυπιόταν, «Γιατί ο βλάκας
να μην έρθω τότε στο Ναύπλιο…»
Της
έφτανε αυτό της Γωγώς, έπαιρνε ότι χρειαζόταν για να συνεχίσει να υπομένει το
βασανιστήριο. Το ανθρώπινο συναίσθημα, η αγάπη, το ενδιαφέρον, οι δεσμοί, με
όλες τους τις αντιφάσεις.
Αυτόν
που περίμενε με προσμονή η Γωγώ, ήταν ο Μιλτιάδης Αλεξανδρινός. Όχι μόνο γιατί
πάνω του είχε στηρίξει τις ελπίδες της, αλλά γιατί μαζί του είχε ανοίξει ένα
κανάλι επικοινωνίας αλλιώτικο από αυτά που μέχρι τότε είχε με τους άλλους
ανθρώπους. Δεν μπορούσε να προσδιορίσει τι ήταν αυτό, που από τη μια της
προκαλούσε ευχαρίστηση και από την άλλη την έκανε να αποβάλλει τους φόβους της
όταν μιλούσε μαζί του. Εκτίμηση σίγουρα, αλλά και κάτι βαθύτερο, που άγγιζε
ευαίσθητες χορδές του ταλαιπωρημένου εσωτερικού της κόσμου.
Ο
Αλεξανδρινός της φερόταν ευγενικά, της έλεγε την αλήθεια για τις δυσκολίες που
την περίμεναν, δεν της έκρυβε τη σκληρή πραγματικότητα που θα αντιμετώπιζε, σε
περίπτωση καταδίκης της. Της έδινε ελπίδα αλλά και κουράγιο να συνεχίσει τον
αγώνα της, για την ίδια και το παιδί της. Την άφηνε να πιστεύει, όπως πίστευε και
αυτός, ότι μπορεί και να αθωωθεί. Αλλά μέχρι τότε δεν μπορούσε να βρει τα
στοιχεία εκείνα που θα οδηγούσαν στην αθώωσή της.
Διάβαζε
και ξαναδιάβαζε το κατηγορητήριο, τις εκθέσεις και τις καταθέσεις των μαρτύρων
και προσπαθούσε να εντοπίσει τα σημεία, που θα τον βοηθούσαν να υποστηρίξει στο
δικαστήριο την αθωότητά της.
Κάτι
έλειπε από αυτό που φαινόταν, κάτι που κρυβόταν καλά.
Ο
Δουρέντης επιστρέφει από επαγγελματικό ταξίδι στην Αθήνα και χωρίς να περάσει
καθόλου η ώρα, τσακώνεται με τη Γωγώ, η οποία, σε ένα σύντομο διαπληκτισμό,
πριν από κάποια ερωτική πράξη, που ο Δουρέντης προφανώς επεδίωκε με τη βία, τον
σκοτώνει με ένα χτύπημα με το ψαλίδι που βρέθηκε στο κομοδίνο της, λόγω του ότι
έραβε τα κουμπιά της ρόμπας της, όταν μπήκε στο δωμάτιο ο Δουρέντης.
Αυτή
ήταν η ιστορία, τα γεγονότα όπως εκτυλίχτηκαν σε ελάχιστο χρόνο. Η ιστορία όμως
έτσι είχε κενά, υπήρχαν λεπτομέρειες που έπρεπε να εξεταστούν χωριστά. Κυρίως,
να διαπιστωθεί η μέχρι τότε σχέση του ζευγαριού, από τη στιγμή μάλιστα που δεν
υπήρχε εμφανές κίνητρο της κατηγορουμένης, ώστε να είχε προετοιμάσει το
έγκλημα.
Ο
Αλεξανδρινός πίστευε, ότι δεν έφτανε να υποστηρίξει στο δικαστήριο ότι η Γωγώ
βρέθηκε σε αδυναμία και δεν μπορούσε να κάνει κάτι άλλο, παρά να αμυνθεί και να
χτυπήσει το Δουρέντη. Αν η υπεράσπιση στεκόταν εκεί, δύσκολα το δικαστήριο θα
αθώωνε τη Γωγώ, μια δούλα που σκότωσε το δικηγόρο σύζυγό της. Το μόνο στοιχείο
που υπήρχε, ήταν οι βεβαιωμένες δαχτυλιές στο λαιμό της, που όμως, απλά
έδειχναν ότι προηγήθηκε πάλη ή έγιναν την ώρα του φονικού, ακόμα και στην
προσπάθεια του Δουρέντη να γλιτώσει από τη μανία της Γωγώς. Ένα στοιχείο που
τελικά και οι δυο πλευρές θα χρησιμοποιούσαν για δικό τους όφελος. Επομένως και
αυτό ήταν αμφίβολο αν τελικά θα βοηθούσε. Μόνο αν αυτό το στοιχείο συνδυαζόταν
με κάποιο άλλο ισχυρό, θα μπορούσε να οδηγήσει στην αθώωση της Γωγώς.
Οι
επαφές και οι συζητήσεις του Αλεξανδρινού με τη Γωγώ, δεν τον βοηθούσαν. Η Γωγώ
αρνιόταν πως υπήρχαν προβλήματα και απέφευγε να απαντά στα ερωτήματα του, όμως,
αυτά που είχε καταλάβει ο ίδιος τα Χριστούγεννα και αυτά που του είπε και η
Λίζα, τον οδηγούσαν στο συμπέρασμα, πως κάτι πολύ σοβαρό κρυβόταν στη σχέση του
Δουρέντη με τη Γωγώ. Πού θα μάθαινε ο Αλεξανδρινός τι κρυβόταν; Πώς και ποιος
θα μπορούσε να τον πληροφορήσει;
Κεφάλαιο 13
Η ετυμηγορία…
Οκτώ μήνες μετά
Στο
Δικαστικό Μέγαρο Ναυπλίου από νωρίς το πρωί υπάρχει μεγάλη κινητικότητα. Κόσμος
πάει και έρχεται, χωροφύλακες παντού, δημοσιογράφοι και φωτογράφοι, δικηγόροι,
όλοι περιμένουν να αρχίσει η μεγάλη δίκη, όλοι θέλουν να δουν τη δολοφόνο Γωγώ.
Η αίθουσα γεμάτη, τα καθίσματα πιασμένα και γύρω γύρω όρθιοι. Στο διάδρομο με
δυσκολία κάποιος μπορούσε να περάσει. Τέτοιο ενδιαφέρον για δίκη, χρόνια είχε
να εκδηλωθεί στα δικαστήρια του Ναυπλίου και ας είχαν γίνει εδώ μεγάλες δίκες,
μεγάλες υποθέσεις είχαν εκδικαστεί και με τρανταχτά ονόματα. Αυτό που συνέβαινε
με τη δίκη της Γωγώς, ήταν πραγματικά πρωτοφανές.
Έφτασε
η ώρα, ήρθε και η Γωγώ, ανάμεσα σε κλοιό χωροφυλάκων. Ακούστηκαν κατάρες, «Φόνισσα»,
«Κρεμάλα», «Στην κόλαση θα πας», κάθισε στο εδώλιο, πήραν τις θέσεις τους οι
δικαστές, οι ένορκοι, ο εισαγγελέας και οι δικηγόροι και ξεκίνησε η διαδικασία.
Μετά
την ανάγνωση του κατηγορητηρίου από τον Εισαγγελέα, μέσα σε απόλυτη σιγή, ο
Πρόεδρος του δικαστηρίου τη ρώτησε τι είχε να δηλώσει, πριν αρχίσει η εξέταση
των μαρτύρων. Η Γωγώ μέχρι τότε καθόταν ανέκφραστη, με σκυμμένο το κεφάλι και
με ένα δάκρυ κάθε τόσο να κυλά στα μάγουλά της. Όσοι την κοιτούσαν και την
ήξεραν, δυσκολεύονταν να την αναγνωρίσουν. Δεν ήταν η όμορφη, δροσερή κοπέλα,
που όλοι οι άνδρες λαχταρούσαν και όλες οι γυναίκες ζήλευαν. Όχι, δεν ήταν αυτή.
Δεν ήταν η Γωγώ που τους αναστάτωνε όταν περνούσε στην αγορά, όταν περπατούσε
στην παραλία, όταν κρυφά την κοίταζαν στη θάλασσα. Όχι, δεν ήταν αυτή. Αυτή
ήταν κάποια άλλη.
«Είμαι
αθώα. Δεν έκανα κανένα έγκλημα, προσπάθησα να σωθώ και να σώσω το παιδί μου.
Δεν ήθελα να τον σκοτώσω, μόνο να τον κάνω να σταματήσει. Να μη με πνίξει, να
μη με σκοτώσει. Το απροστάτευτο παιδί μου σκέφτηκα εκείνη την ώρα. Δεν είχα
άλλο τρόπο. Δε θα ήμουν εδώ τώρα, ούτε το παιδί μου θα ζούσε. Πρέπει να με
πιστέψετε, έγιναν όλα τόσο γρήγορα. Λυπάμαι. Χρωστάω μια μεγάλη συγγνώμη στον
πατέρα του Γαβρίλη. Ελπίζω κάποτε να με συγχωρέσει. Δεν έφταιγα, μακάρι να
γύριζε το ρολόι πίσω, να είχαν γίνει όλα διαφορετικά, μήπως καταλάβαινα κι εγώ
γιατί είχε τόση μανία εκείνο το βράδυ που επέστρεψε από την Αθήνα. Δε με άφησε
ούτε να τον ρωτήσω…» Ξέσπασε σε λυγμούς και όταν ο Πρόεδρος της είπε να
καθίσει, σωριάστηκε στο εδώλιο κρατώντας το κεφάλι της μέσα στα δυο της χέρια.
Οκτώ
ατέλειωτοι μήνες, είχαν περάσει από το βράδυ του φονικού. Η Γωγώ,
προφυλακισμένη όλο αυτό το διάστημα. Μια βδομάδα μόνο έξω από τη φυλακή, για να
γεννήσει το αγγελούδι της, φρουρούμενη στο νοσοκομείο. Αγόρι ήταν και ίδιος ο
Άγγελος. Δεν πρόλαβε να το χαρεί, να το θηλάσει, να συνηθίσει τη μυρουδιά του
και της το πήραν. Το πήγαν σε ίδρυμα μέχρι να γίνει η δίκη και μετά, ανάλογα με
την καταδίκη ή όχι της Γωγώς, θα αποφασιζόταν η τύχη του. Σημαδιακή και η
ημερομηνία που γεννήθηκε, 26 Μαΐου, ένα χρόνο ακριβώς μετά από την ημέρα που πάτησε
το πόδι της για πρώτη φορά στο Ναύπλιο.
Δεν
είχε άλλο κουράγιο η Γωγώ, η υπομονή της είχε εξαντληθεί, κινδύνευε να της
σαλέψει το μυαλό. Το κορμί της δεν αντιδρούσε πια σε τίποτα, η ψυχή της είχε
παραδοθεί στον κόσμο χωρίς αισθήματα, εκεί που το κενό γεμίζει τα πάντα.
Ο
μόνος που προσπαθούσε να την κρατήσει, να μην ξεπεράσει τα όρια και φτάσει στην
παράνοια, ήταν ο Μιλτιάδης Αλεξανδρινός. Την επισκεπτόταν, τους οκτώ αυτούς
μήνες, όσο πιο συχνά μπορούσε και του επέτρεπαν οι δουλειές του και την
εμψύχωνε να αντέξει το μαρτύριο, μέχρι τουλάχιστον τη δίκη, που προσπάθησε να
οριστεί όσο γινόταν νωρίτερα, αφού απορρίφτηκαν όλες οι αιτήσεις του για
αντικατάσταση της προφυλάκισης της Γωγώς, με περιοριστικούς όρους. Οι αδελφές
της, την επισκέφτηκαν στο νοσοκομείο όταν γέννησε και αυτό ήταν όλο. Η ξαδέρφη
της η Κατίνα είχε απομακρυνθεί τελείως, της είχαν απαγορεύσει τα αφεντικά της
κάθε επαφή με τη Γωγώ. Ο Μήτσος, πήγαινε συχνά, αλλά πότε που έκλαιγε, πότε που
της θύμιζε την ελευθερία που είχε στο χωριό της, και καλό και κακό της έκανε.
Ο
Αλεξανδρινός μπορεί να της συμπαραστεκόταν, όμως ανησυχούσε. Ο καιρός περνούσε
και δεν έβρισκε κάτι που θα βοηθούσε στην αθώωσή της. Μιλούσε και σκεφτόταν την
αθώωση, γιατί μια καταδίκη, έστω με ελαφρυντικά, που και αυτά δύσκολα θα τα
πετύχαινε, θα ήταν καταστροφή για τη Γωγώ. Δε θα μπορούσε να επιβιώσει μετά από
τόσα που της είχαν συμβεί. Η καταδίκη θα ήταν η χαριστική βολή.
Μοναδικός
μάρτυρας υπεράσπισης της Γωγώς, ο Μήτσος, για να πει πόσο καλό κορίτσι ήταν η
Γωγώ στο χωριό και μόνο στοιχείο, τα σημάδια στο λαιμό της. Ίσως και το
καρούμπαλο, στο κούτελο του Δουρέντη, αν σχετιζόταν αυτό με την υπόθεση.
Αυτά
είχε ο Αλεξανδρινός και κάτι ακόμα που του είχε πει ο Μήτσος και φαινόταν
ενδιαφέρον. Κάτι που μπορούσε να τον οδηγήσει σε αυτό το κρυμμένο που έψαχνε.
Γιατί η Γωγώ ζήτησε από το Μήτσο σχεδόν πανικόβλητη, να τη φιλοξενήσει στην
Αθήνα και γιατί θα έφευγε από το Ναύπλιο οριστικά; Γιατί άλλαξε την απόφαση της
την επομένη και όχι μόνο έμεινε στο Ναύπλιο αλλά παντρεύτηκε και το Δουρέντη,
που την είχε αφήσει έγκυο; Γιατί η Γωγώ δεν του απαντούσε καθαρά και του έλεγε
πως ήταν μια βιαστική απόφαση που αμέσως την άλλαξε; Και η κυρία Θεοδώρα, που
στο σπίτι της έμενε ακόμα τότε η Γωγώ, δεν ήξερε, δεν είχε καταλάβει τίποτα;
Όσες
προσπάθειες έκανε να πάρει απαντήσεις από την κυρία Θεοδώρα, έπεφταν στο κενό.
Δεν ήθελε να συνεργαστεί, φοβόταν πως θα έμπλεκε σε μια ιστορία που δεν την
αφορούσε, έτσι τουλάχιστον έλεγε στον Αλεξανδρινό για να τον αποφεύγει. Το μόνο
που του είπε, ήταν ότι όταν της ανακοίνωσαν το γάμο τους, ο Δουρέντης και η
Γωγώ, την παρακάλεσαν να μείνει στο σπίτι της μέχρι να παντρευτούν, γιατί η
κυρία Θεοδώρα είχε αποφασίσει να διώξει τη Γωγώ. Μετά το θάνατο του
Αρχοντόπουλου, δεν της ήταν απαραίτητη, αφού θα περνούσε πλέον ένα μεγάλο μέρος
της ζωής της στην Αθήνα. Όσο για το γάμο, δεν είχε καμιά ανάμειξη, δεν της είχε
πει η Γωγώ τίποτα από πριν, ούτε για τη σχέση της με το Δουρέντη, ούτε και για
την πρόθεση της να φύγει για την Αθήνα, που την άλλαξε μετά.
Λίγες
ημέρες πριν να ξεκινήσει η δίκη, ο Αλεξανδρινός αφήνει όλες τις άλλες του
δουλειές, κλείνεται στο γραφείο του, κοιτάει και ξανακοιτάει όλα τα έγγραφα και
τις μαρτυρίες, όσα του έχει πει η Γωγώ, η Λίζα, η κυρία Θεοδώρα και ο Μήτσος.
Συνδυάζει τις ημερομηνίες. Μπορεί αυτό που ψάχνει να βρίσκεται στις
ημερομηνίες.
Πηγαίνει
στο εργοστάσιο γάλακτος που δουλεύει ο Μήτσος, τον πιέζει να θυμηθεί ακόμα και
τις ώρες που μίλησαν στο τηλέφωνο με τη Γωγώ. Μετά μιλά στο τηλέφωνο και με τη
Νικολίτσα στο χωριό, και δεύτερη φορά, για να σιγουρέψει τις ημερομηνίες.
-
17 Νοεμβρίου Δευτέρα στις 7 το απόγευμα, η Γωγώ μιλά στο τηλέφωνο με τη
Νικολίτσα και της ζητά να βρει το Μήτσο γιατί τον θέλει.
-
18 Νοεμβρίου Τρίτη στις 7 το απόγευμα μιλά πάλι με τη Νικολίτσα που της λέει
πως ο Μήτσος ζει πια στην Αθήνα και της δίνει το τηλέφωνο της δουλειάς του.
-
19 Νοεμβρίου Τετάρτη στις 10 το πρωί και στις 7 το απόγευμα, η Γωγώ ζητάει από
το Μήτσο να τη φιλοξενήσει γιατί πρέπει να φύγει από το Ναύπλιο και να την
περιμένει την άλλη βδομάδα. Του κλείνει τηλεφωνικό ραντεβού για τη Δευτέρα την
ίδια ώρα.
-
23 Νοεμβρίου Κυριακή είναι το μνημόσυνο του Αρχοντόπουλου.
-
24 Νοεμβρίου Δευτέρα στις 7 το απόγευμα, η Γωγώ μιλά στο τηλέφωνο με το Μήτσο
και του λέει πως μέχρι το τέλος της εβδομάδας θα βρίσκεται στην Αθήνα και αν
μπορεί να την περιμένει στο σταθμό των λεωφορείων. Ο Μήτσος με χαρά συμφωνεί
και ανανεώνουν το τηλεφωνικό τους ραντεβού για την Τετάρτη το απόγευμα, την
ίδια ώρα, για να του πει, ποια ακριβώς ημέρα και με ποιο λεωφορείο θα ταξιδέψει
για την Αθήνα.
-
26 Νοεμβρίου Τετάρτη στις 7 το απόγευμα, η Γωγώ λέει στο Μήτσο πως τελικά
αποφάσισε να μείνει στο Ναύπλιο, δεν του λέει το λόγο και δεν τον αφήνει να
έρθει στο Ναύπλιο. Φυσικά και δεν του λέει πως είναι έγκυος, όπως δεν το είχε
πει και στη Νικολίτσα.
-
30 Νοεμβρίου Κυριακή ο αρραβώνας της Γωγώς με το Δουρέντη.
Η
εξήγηση της Γωγώς, με το ζόρι, τρεις ημέρες πριν τη δίκη, «Μου είχε πει η κυρία
θεοδώρα να φύγω από το σπίτι, είχα τσακωθεί λίγο και με το Δουρέντη και
αναζήτησα καταφύγιο στην Αθήνα και το Μήτσο. Δεν χρειάστηκε τελικά να φύγω,
γιατί τα βρήκαμε με το Δουρέντη και κανονίσαμε μάλιστα οι αρραβώνες μας να
γίνουν αμέσως».
Μέσα
του δε είχε πειστεί, αλλά δεν είχε πια χρόνο να ψάξει για κάτι άλλο. Τα
τελευταία ραντεβού τα έκανε με τη Λίζα και την κυρία Θεοδώρα. Τους ζήτησε
πιεστικά να καταθέσουν στη δίκη σαν μάρτυρες υπεράσπισης της Γωγώς. Και οι δυο
τους αρνήθηκαν. Αν η κυρία Θεοδώρα ήθελε να αποφύγει μια εξέταση στο
δικαστήριο, για να μην αποκαλυφτούν πράγματα για την οικογένεια της -ποιος
ξέρει τι θα μπορούσαν να τη ρωτήσουν- η Λίζα, ήταν φανερό πως δεν ήθελε να
συγκρουστεί περισσότερο με τον άνδρα της και τους φίλους του Δουρέντη.
Λίγα
τα όπλα του Αλεξανδρινού για τη δίκη, αρκετή όμως η αισιοδοξία του. Ήλπιζε ότι
θα μπορούσε να δημιουργήσει αμφιβολίες μπλέκοντας ημερομηνίες και γεγονότα με
λογικές εικασίες, όπως η παλινωδία της Γωγώς να φύγει και να μείνει στο Ναύπλιο,
όπως το καρούμπαλο, που είχε ο Δουρέντης, όταν μπήκε στο δωμάτιο και της
επιτέθηκε.
Πότε,
πού και από ποιον είχε γίνει αυτό το καρούμπαλο; Γιατί να μην είχε τσακωθεί ο
Δουρέντης με κάποιον καλοθελητή, που του είπε κάτι για τη Γωγώ, χτυπήθηκε μαζί
του και σε έξαλλη κατάσταση γύρισε στο σπίτι και ξέσπασε στη Γωγώ, με πρόθεση,
αν όχι να τη σκοτώσει, τουλάχιστον να την κακοποιήσει;
Τα
δικαστήρια αποφασίζουν με βάση τα γεγονότα. Ο Αλεξανδρινός έψαχνε τρόπους να
αμφισβητήσει τα γεγονότα ή έστω να τους δώσει μια άλλη διάσταση. Ήξερε ότι δεν
είχε καμιά πιθανότητα να κερδίσει, αν η δίκη τέλειωνε, όπως θα άρχιζε. Το
κατηγορητήριο ήταν σαφές και ξεκάθαρο. Σε αυτό θα περιορίζονταν, ο Εισαγγελέας,
οι δικαστές και οι ένορκοι, η Πολιτική Αγωγή και οι μάρτυρες που είχαν κληθεί
να καταθέσουν. Το έγκλημα ήταν άγριο, η κοινωνία ζητούσε καταδίκη και
παραδειγματική τιμωρία.
Η
Γωγώ, μια κοπέλα που ήρθε στην πόλη για να βρει μια καλύτερη ζωή, που είχε την
τύχη να γίνει δουλικό στο αρχοντικό του Αρχοντόπουλου και την ακόμα μεγαλύτερη
τύχη να την ερωτευτεί ένας εκλεκτός δικηγόρος, όμορφος, με λεφτά, που την
παντρεύτηκε κιόλας και που τη ζούσε σαν βασιλοπούλα, φέρθηκε αχάριστα και τον
σκότωσε. Αυτό ήξερε ο κόσμος, αυτό έγραφαν οι εφημερίδες.
Ο
Πρόεδρος διέκοψε για λίγο τη διαδικασία πριν αρχίσουν οι καταθέσεις των
μαρτύρων. Την Πολιτική Αγωγή είχαν αναλάβει δυο έμπειροι συνάδελφοι του
Δουρέντη. Μάρτυρες είχαν κληθεί να καταθέσουν κατά σειρά, οι τέσσερις αξιωματικοί
και άνδρες της Χωροφυλακής που από την αρχή είχαν χρεωθεί την υπόθεση, οι τρεις
γιατροί που βρέθηκαν από την πρώτη στιγμή εκεί που έγινε το φονικό και στη
συνέχεια εξέτασαν το Δουρέντη και τη Γωγώ στο σπίτι και το νοσοκομείο, ο
πρόεδρος του δικηγορικού συλλόγου και ο Φλωριάδης που ήταν από τους πρώτους που
έφτασαν ακούγοντας τις κραυγές της Γωγώς.
Μέχρι
το βράδυ είχαν εξεταστεί οι βασικοί μάρτυρες, οι αξιωματικοί, οι χωροφύλακες
και οι γιατροί. Επιβεβαίωσαν αυτά που υπήρχαν στις εκθέσεις και τις καταθέσεις
τους και έδωσαν διευκρινίσεις σε αυτά που τους ρώτησαν. Ο Αλεξανδρινός επέμεινε
στα σημάδια της Γωγώς, στο καρούμπαλο και την ακριβή εικόνα που αντίκρυσαν όταν
μπήκαν στο δωμάτιο. Δεν υπήρχαν αντιφάσεις, το μόνο που κατάφερε να αποσπάσει,
από όλους τους μάρτυρες, ήταν ότι η Γωγώ βρισκόταν σε κατάσταση σοκ, τρομοκρατημένη,
ανήμπορη και να παραμερίσει το σώμα του Δουρέντη που αιμορραγούσε πάνω της και
ότι όπως όλα έδειχναν ήταν απόλυτα ήρεμη, ράβοντας κουμπιά στα ρούχα της, όταν
μπήκε στο δωμάτιο ο Δουρέντης.
Η
δίκη διακόπηκε αργά το βράδυ και θα συνεχιζόταν την επομένη. Ο Αλεξανδρινός με
τη βοηθό του μαζί, γύρισε κατάκοπος στο ξενοδοχείο, τον «Αμφιτρύωνα», που
έμεναν. Έφαγαν κάτι πρόχειρο που τους ετοίμασαν και στρώθηκαν στο σαλόνι να
εξετάσουν όλα όσα είχαν γίνει από την αρχή της δίκης.
Η
εμπειρία του, έλεγε ότι μέχρι το επόμενο βράδυ, η διαδικασία θα είχε
ολοκληρωθεί. Ιδίως αν η Γωγώ περιοριζόταν μόνο στο να περιγράψει τη σκηνή του
εγκλήματος. Απορούσε με την επιμονή της. Τόσους μήνες προσπαθούσε να την κάνει
να του μιλήσει, να του πει κάτι περισσότερο για τη σχέση της με το Δουρέντη και
αυτή αρνιόταν πεισματικά. Δεν μπορούσε να δώσει καμιά εξήγηση. Δεν μπορούσε να
υποθέσει και τι θα έλεγε στην απολογία της. Ακόμα και αυτά που την είχε
συμβουλέψει και θα έπρεπε οπωσδήποτε να πει, αν τελικά θα τα έλεγε.
Έστειλε
τη βοηθό του να πάει να ξεκουραστεί, κάθισε λίγο ακόμη στο σαλόνι του
ξενοδοχείου και πήγε και αυτός στο δωμάτιο του. Πριν τον πάρει ο ύπνος, πρόλαβε
να φέρει στο μυαλό του την εικόνα από το ακροατήριο. Μόνο το Μήτσο και δίπλα
του τις αδελφές της Γωγώς είχε πάρει το μάτι του, κανέναν άλλο γνωστό του.
Κόσμος
πολύς και το πρωί στην επανάληψη της διαδικασίας. Ο Πρόεδρος χωρίς καθυστέρηση
κάλεσε το μάρτυρα που ήταν στη σειρά και μετά και τους άλλους. Η δίκη
προχωρούσε γρήγορα, οι μάρτυρες κατηγορίας πριν περάσουν δυο ώρες είχαν όλοι
εξεταστεί. Έμενε να εξεταστεί ο μοναδικός μάρτυρας υπεράσπισης της Γωγώς ο
Μήτσος, πριν ξεκινήσει η τελευταία φάση με την απολογία της Γωγώς, τις
αγορεύσεις του Εισαγγελέα, των δικηγόρων και τελικά την ετυμηγορία του
δικαστηρίου.
Ο
Πρόεδρος διέκοψε για λίγο και μετά τη διακοπή κάλεσε το Μήτσο να ορκιστεί. Στη
διακοπή, ο Αλεξανδρινός, κοιτώντας αφηρημένα στο ακροατήριο, είδε τη Λίζα και
πιο πέρα την κυρία Θεοδώρα. Ξαφνιάστηκε από την παρουσία τους, μα υπέθεσε ότι
ήρθαν για να ακούσουν την απόφαση για τη Γωγώ. Απορροφημένος να προετοιμάσει
την αγόρευση του δεν έδωσε περισσότερη σημασία. Άλλωστε τα πράγματα δεν
πήγαιναν καλά και δεν είχε ώρα για άλλες σκέψεις.
Ο
Μήτσος, με τη χαρακτηριστική του ηπειρώτικη προφορά, άρχισε να λέει πόσο καλό κορίτσι
ήταν η Γωγώ, ορφανή από μάνα, που αν και φτωχή πήγαινε και στο σχολείο και που
την ήθελαν όλοι οι γαμπροί της περιοχής γιατί ήταν καλό κορίτσι και δώστου ήταν
καλό κορίτσι, τι άλλο να πει και ο Μήτσος… Καλά που στο τέλος θυμήθηκε να πει
για τις τηλεφωνικές του συνομιλίες με τη Γωγώ, όταν του ζήτησε να τη
φιλοξενήσει στην Αθήνα και μετά αυτή, άλλαξε γνώμη.
Την
ώρα που απαντούσε ο Μήτσος στις ερωτήσεις του Εισαγγελέα, πλησίασε τον
Αλεξανδρινό από την πλευρά του ακροατηρίου, μια κοπελίτσα, ήταν η μικρότερη
αδελφή της Γωγώς η Νικολίτσα. Του τράβηξε το σακάκι και όταν αυτός γύρισε, του
έβαλε στην παλάμη ένα διπλωμένο χαρτί. Το ξεδίπλωσε και διάβασε, «Θέλω να
καταθέσω, Θεοδώρα». Γύρισε και την κοίταξε, του έγνεψε με το κεφάλι καταφατικά
και κινήθηκε προς το μέρος του.
Ο
Μήτσος τέλειωσε, οι ερωτήσεις του Εισαγγελέα και των συνηγόρων Πολιτικής Αγωγής
τον έκαναν να παραδεχτεί ότι για την ουσία της υπόθεσης δεν ήξερε τίποτα. Ο
Αλεξανδρινός αμέσως μετά, επέμεινε να τον ρωτά για τις ημερομηνίες που
τηλεφωνήθηκε με τη Γωγώ στο τέλος Νοεμβρίου και τον έβαλε να επαναλάβει τι
ακριβώς ειπώθηκε μεταξύ τους εκείνες τις ημέρες. Τον ευχαρίστησε για τη συμβολή
του στη δίκη, ώστε να γίνει κατανοητή η προσωπικότητα της Γωγώς.
Χωρίς
να προλάβει να ανταλλάξει έστω και μια κουβέντα με την κυρία Θεοδώρα,
αναγγέλλει στον Πρόεδρο, ότι υπάρχει μάρτυρας που θέλει να καταθέσει και να
εξεταστεί γιατί γνωρίζει πολύ σημαντικά γεγονότα που αφορούν την υπόθεση.
Ο
Πρόεδρος αιφνιδιάζεται, ο Εισαγγελέας και οι συνήγοροι της Πολιτικής Αγωγής δυσφορούν
την ώρα που η κυρία Θεοδώρα περνά το διαχωριστικό κιγκλίδωμα και προχωρά προς
το βάθρο του ευαγγελίου. Ο κόσμος αναστατώνεται, φασαρία επικρατεί στο
ακροατήριο.
Ο
Πρόεδρος τη ρωτά ποια είναι και την καλεί να ορκιστεί χτυπώντας το κουδούνι και
απειλώντας να αδειάσει την αίθουσα αν συνεχιστεί η οχλαγωγία. Προειδοποιεί την
κυρία Θεοδώρα, πως αν δεν έχει κάτι ουσιαστικό να πει για την υπόθεση, θα
διατάξει την κράτησή της και θα της ασκήσει δίωξη για παρακώληση της
διαδικασίας. Διαμαρτυρίες και νέες φωνές. Το κουδούνι που από την αρχή της
δίκης στεκόταν ήρεμα στη θέση του, βρίσκεται πια συνέχεια στον αέρα.
Μόλις
η κυρία Θεοδώρα δίνει τα στοιχεία της και ορκίζεται, ακολουθεί απόλυτη ησυχία
στην αίθουσα. Όλοι περιμένουν να ακούσουν τι έχει να πει.
«Κύριε
Πρόεδρε, εγώ υποδέχτηκα την κατηγορουμένη στο Ναύπλιο. Μου την έστειλαν με
καλές συστάσεις για να εργαστεί σαν υπηρέτρια στο σπίτι μας. Από την αρχή
εντυπωσιάστηκα. Πέρα από την ομορφιά της, ήταν πολύ καλή στις δουλειές, έξυπνη
κι αρκετά καλλιεργημένη για μια κοπέλα από κάποιο βουνό της Ηπείρου. Οι σχέσεις
μας, χωρίς να φτάσουν στα άκρα, είχαν σκαμπανεβάσματα. Κάποιες φορές, και εγώ
και αυτή, ξεχνούσαμε ότι ήταν υπηρέτρια, αλλά αυτό δεν ενδιαφέρει την υπόθεση».
«Ακριβώς,
κυρία μάρτυς, περιμένουμε να ακούσουμε κάτι σχετικό με το έγκλημα».
Όση
ώρα μιλούσε η κυρία Θεοδώρα, η Γωγώ είχε σκύψει το κεφάλι και έκλαιγε
ασταμάτητα.
«Δεν
ξέρω πώς να ξεκινήσω, κύριε Πρόεδρε. Θα τα πάρω από την αρχή για να καταλάβετε.
Με το μακαρίτη, το Δουρέντη, είχα ερωτική σχέση τρία χρόνια…»
Αναταραχή
επικράτησε στην αίθουσα. Αυτοί που είχαν βγει στους διαδρόμους του Δικαστικού
Μεγάρου για να καπνίσουν, επιστρέφουν τρέχοντας, σπρώχνονται, οι χωροφύλακες
αδυνατούν να συγκρατήσουν τον κόσμο, το κουδούνι του Προέδρου χτυπά συνεχώς, οι
διάδικοι κάθονται στις θέσεις τους και ο Εισαγγελέας κάνει αέρα στο πρόσωπο του
με τα χαρτιά του. Περνάνε δέκα λεπτά για να επικρατήσει ησυχία.
«Συναντιόμαστε
στην Αθήνα, περίπου κάθε δυο μήνες, στο ίδιο ξενοδοχείο και αυτό μπορείτε να το
διαπιστώσετε. Στην αρχή η σχέση μας ήταν όμορφη, αν και ο Δουρέντης έδειχνε
υπερβολική βιαιότητα. Όσο περνούσε ο καιρός η βία αυξανόταν και έγινε αφόρητη,
πραγματικό βασανιστήριο. Με την απειλή, τον εκβιασμό ότι θα το πει στον άνδρα
μου και σε όλο τον κόσμο, αναγκαζόμουν να υποκύπτω. Ντρέπομαι που δεν είχα βρει
πιο πριν το θάρρος να σταματήσω. Φοβόμουν, τον φοβόμουνα πολύ… Επιτρέψτε μου να
σας εξηγήσω πώς η σχέση μου με το Δουρέντη συνδέεται με τη δολοφονία του από τη
Γωγώ…»
Όσο
η κυρία Θεοδώρα καταθέτει και εξιστορεί τα γεγονότα, όπως η ίδια τα έζησε,
επικρατεί απόλυτη σιγή στην αίθουσα. Ούτε κιχ δεν ακούγεται. Όλοι κρέμονται από
τα χείλη της. Κάποιες στιγμές ακούγονται κάποια επιφωνήματα έκπληξης και μετά
πάλι απλώνεται απόλυτη ησυχία.
Φτάνει
και στη μοιραία μέρα, στο μοιραίο ραντεβού της 9ης Μαρτίου στο ξενοδοχείο της
Βερανζέρου, στο ραντεβού που έχει σκοπό να δώσει τέλος στη σχέση της με το
Δουρέντη. Αποκαλύπτει αυτά που της είπε ο Δουρέντης πάνω στην παραφροσύνη του,
για τον ψαρά, το παιδί, το γάμο του με τη Γωγώ.
Αναστάτωση
στην αίθουσα. Άλλοι βρίζουν, όλοι φωνάζουν, ο Πρόεδρος ανήμπορος να επιβάλει
την τάξη, κανένας δεν ακούει. Και η φωνή της Γωγώς να επαναλαμβάνει, «Όχι… Όχι…»
Είναι
αδύνατον να συνεχίσει την κατάθεση της η κυρία Θεοδώρα. Ο Πρόεδρος διακόπτει
για μισή ώρα και της λέει να μείνει για να συνεχίσει μόλις επαναληφθεί η
διαδικασία. Ο Αλεξανδρινός προσπαθεί να παραμείνει ψύχραιμος και κρατά
σημειώσεις που πιστεύει ότι θα του χρειαστούν.
Ξεκινά
και πάλι η διαδικασία. Ο Πρόεδρος επισημαίνει στην κυρία Θεοδώρα να είναι
προσεκτική σε αυτά που λέει, γιατί το δικαστήριο δεν είναι καφενείο να λέγονται
κουτσομπολιά. Κουνάει το κεφάλι της με σημασία και συνεχίζει. Είναι φανερό ότι
έχει λύσει κάβους, που λένε στο λιμάνι, τίποτα δεν μπορεί να τη σταματήσει να
πει αυτά που θέλει, ίσως και αυτά που χρόνια ήθελε να πει.
Στο
ακροατήριο πια, βρίσκονται η μάνα και η αδελφή του Άγγελου και φίλοι του από
την αγορά. Τα νέα διαδόθηκαν γρήγορα, πολλοί έτρεξαν και προστέθηκαν σε όσους
ήταν ήδη εκεί. Αγωνία επικρατούσε και όλοι ήθελαν να ακούσουν τι άλλο είχε να
πει η κυρία Θεοδώρα.
Συνέχισε,
έφτασε στο σημείο του τσακωμού της με το Δουρέντη:
«Κύριε
Πρόεδρε, στη θέση της κατηγορουμένης, πολύ πιθανό να βρισκόμουν εγώ… Προσπάθησε
ο Δουρέντης να με βιάσει, με πίεσε αφόρητα παρά τη θέληση μου και αφού του είπα
ότι ήθελα να τερματιστεί η σχέση μας. Πήγα να φύγω αλλά με πρόλαβε στην πόρτα
και με έριξε στο κρεβάτι. Όταν με έπιασε από το λαιμό και πήγε να με στραγγαλίσει,
κατάφερα να πιάσω ένα μπρούτζινο πορτατίφ και να τον χτυπήσω στο κεφάλι, στο
κούτελο. Ζαλίστηκε για λίγο και μόνο έτσι κατάφερα να του ξεφύγω. Αυτά μπορεί
να τα βεβαιώσει και ο ξενοδόχος που με είδε να φεύγω πανικόβλητη, όπως θα είδε
και το Δουρέντη με το μεγάλο καρούμπαλο στο κούτελο. Μετά άκουσα και διάβασα
στις εφημερίδες ότι ο Δουρέντης επέστρεψε στο Ναύπλιο και έγινε ό,τι έγινε...
Δεν έχω να προσθέσω κάτι άλλο, μόνο να παρακαλέσω τη Γωγώ να πει όλη την
αλήθεια… Πιστεύω απόλυτα ότι αναγκάστηκε να χτυπήσει το Δουρέντη… Είναι κρίμα
να την καταδικάσετε».
«Δεν
χρειάζεται υποδείξεις το δικαστήριο. Πολύ ενδιαφέροντα και θα αξιολογηθούν, όσα
μας είπατε κυρία μάρτυς. Θα ήθελα να κάνω κάποια σχόλια και κάποιες ερωτήσεις,
αλλά επειδή έχουν προκύψει θέματα ηθικής, θα το αποφύγω για την ώρα, θα
περιμένω να ακούσω και την κατηγορουμένη. Ο κύριος Εισαγγελεύς έχει το λόγο…»
«Κυρία
μάρτυς, οφείλω να σας συγχαρώ που είχατε το θάρρος να παρουσιαστείτε στο
δικαστήριο και να εκθέσετε αυτά που γνωρίζετε, με κίνδυνο να υποστείτε και
προσωπικές συνέπειες από τις αποκαλύψεις σας. Όσον αφορά τη σχέση σας με το
Δουρέντη και ότι την τελευταία, τουλάχιστον φορά, που βρεθήκατε, αυτός ήταν
ιδιαίτερα βίαιος και αναγκαστήκατε να τον χτυπήσετε, μπορεί να αποδειχτούν και
από τον ξενοδόχο και δεν έχω λόγο να το αμφισβητήσω. Τα άλλα όμως που μας
είπατε, για τον άτυχο ναυτικό και ότι αυτός είναι ο πατέρας του παιδιού και ότι
με αυτόν είχε σχέση η κατηγορουμένη πριν παντρευτεί το Δουρέντη, πρέπει να τα
αποδείξετε. Δεν αρκεί να μας πείτε εδώ ότι σας τα είπε ένας νεκρός και αφορούν
έναν άλλο νεκρό! Καταλαβαίνετε ότι όσο καλή διάθεση και να έχουμε, είναι
αδύνατον να δεχθούμε αυτή τη μαρτυρία. Υπάρχει κάποιος άλλος που να γνώριζε τη
σχέση της κατηγορουμένης με το ναυτικό; Κάποιος συγγενής ή φίλος; Αν δεν
επιβεβαιώνεται από πουθενά, το δικαστήριο είναι σαν να μην το άκουσε. Ακόμα και
η ίδια η κατηγορουμένη δεν το έχει αναφέρει μέχρι τώρα. Εδώ δεν ψάχνουμε να
βρούμε το δολοφόνο, αυτόν τον έχουμε και είναι η κατηγορουμένη, εδώ αυτό που
ψάχνουμε είναι αν υπάρχει κάποιο ελαφρυντικό για την αποτρόπαιη πράξη της».
«Ενίσταμαι
κύριε Πρόεδρε… Ο κύριος εισαγγελέας προκαταλαμβάνει την απόφαση του
δικαστηρίου», αναφώνησε ο Αλεξανδρινός.
«Γιατί,
κύριε συνήγορε; Διαφωνείτε πως η ουσία αυτής της δίκης είναι το ύψος της ποινής
της κατηγορουμένης;», απάντησε ο Εισαγγελέας.
«Παρακαλώ,
παρακαλώ! Δε θα επιτρέψω τέτοιου είδους διαλόγους».
«Κύριε
πρόεδρε, βεβαίως και το ύψος της ποινής είναι σημαντικό θέμα για το δικαστήριο,
στην περίπτωση που η κατηγορουμένη θα καταδικαστεί, όμως εμείς υποστηρίζουμε
πως η κατηγορουμένη είχε δικαίωμα, όφειλε, να υπερασπιστεί τη ζωή της και τη
ζωή του παιδιού της, από τη δολοφονική επίθεση του συζύγου της. Τα στοιχεία που
υπάρχουν από τους γιατρούς και η κατάθεση της κυρίας Αρχοντοπούλου, για την
επίθεση που και αυτή δέχτηκε λίγες ώρες πριν από το Δουρέντη, οδηγούν στο
συμπέρασμα ότι η κατηγορουμένη αμύνθηκε με όποιο μέσο είχε στη διάθεση της.
Ούτε πρόθεση είχε να σκοτώσει το Δουρέντη, ούτε καν να διαπληκτιστεί μαζί του.
Επομένως θα ζητήσουμε την αθώωση της γιατί βρέθηκε σε κατάσταση νομίμου αμύνης».
Φασαρία
και πάλι στην αίθουσα, το κουδούνι του προέδρου δυσκολεύεται να επιβάλλει την
τάξη. Όταν τα πράγματα άρχισαν να ηρεμούν, ο Πρόεδρος δίνει το λόγο στον
Εισαγγελέα για να συνεχιστεί η διαδικασία.
«Κυρία
μάρτυς, αν δεχτούμε ότι πράγματι το παιδί δεν είναι του Δουρέντη, όπως μας
είπατε ότι παραδέχτηκε ο ίδιος σε σας, θα μπορούσε αυτό να είναι η αιτία του
τσακωμού τους, που οδήγησε στο φόνο του Δουρέντη;»
«Καταλαβαίνω
πού το πάτε. Γιατί να τσακωθούν αφού από την αρχή ο Δουρέντης ήξερε ποιος είναι
ο πατέρας του παιδιού; Θα είχαν λόγο να τσακωθούν αν δεν το ήξερε ή έστω αν του
είχε κρύψει την εγκυμοσύνη της η Γωγώ. Ούτε το ένα ούτε το άλλο συνέβη. Ο ίδιος
μου το ανακοίνωσε ότι θα παντρευτούν, επειδή ήταν και έγκυος η Γωγώ και μάλιστα
μου ζήτησε να γίνω και κουμπάρα τους».
Συνέχισε
τις ερωτήσεις ο Εισαγγελέας, οι συνήγοροι της Πολιτικής Αγωγής και ο
Αλεξανδρινός, έδινε απαντήσεις και διευκρινίσεις η κυρία Θεοδώρα και η υπόθεση
πλέον, άρχισε να ξεκαθαρίζει. Όσα σημεία έμεναν ασαφή, γιατί δεν τα γνώριζε η
κυρία Θεοδώρα, θα περίμεναν να τα διευκρινίσει η Γωγώ, όπως και το τι ακριβώς
συνέβη, από τη στιγμή που μπήκε ο Δουρέντης στο σπίτι του, το μοιραίο βράδυ.
Πριν
τελειώσει η κυρία Θεοδώρα τις απαντήσεις, πλησιάζει τον Αλεξανδρινό η Λίζα και
του λέει ότι θέλει και αυτή να καταθέσει.
Την
ώρα που ο Αλεξανδρινός ανακοινώνει στον Πρόεδρο ότι υπάρχει και άλλος μάρτυρας
υπεράσπισης της Γωγώς, η κυρία Θεοδώρα διασχίζει την αίθουσα για να βγει έξω.
Ένας διάδρομος σχηματίζεται μέσα στον κόσμο για να περάσει. Όλοι παραμερίζουν,
κανένας δε μιλά, όλοι ανέκφραστοι, καθένας με τη σκέψη του.
Η
Λίζα με την κατάθεση της ενισχύει την άποψη για το βίαιο χαρακτήρα του Δουρέντη
και εκφράζει τη βεβαιότητα της, από τα σημάδια που είχε δει και από αυτά που
της είπε και ο γιατρός της, ότι ο Δουρέντης κακοποιούσε συστηματικά τη Γωγώ.
Νεκρική
σιγή καθώς σηκώνεται η Γωγώ για να απολογηθεί. Σκουπίζει τα τελευταία δάκρυα
στο πρόσωπο της, παίρνει βαθιά ανάσα και αρχίζει…
«Κύριε
Πρόεδρε, ξεκίνησα από το χωριό μου, να πάω σε ένα άλλο μέρος, για να συναντήσω
μια καλύτερη τύχη. Όπως κάθε κορίτσι, είχα κι εγώ τα όνειρα μου. Μικρά, μη
φανταστείτε τίποτα... Πήγα στο σπίτι του Δημήτρη και της κυρίας Θεοδώρας
Αρχοντοπούλου, υπηρέτρια».
Η
Γωγώ εξιστορεί τα γεγονότα με κάθε λεπτομέρεια, τον έρωτα της με τον Άγγελο, το
μαντάτο του πνιγμού του, τις σχέσεις της με την κυρία Θεοδώρα, τη ζωή της στο
Ναύπλιο, το θάνατο του Αρχοντόπουλου, την εγκυμοσύνη της, γιατί αποφάσισε να
κρατήσει το παιδί του Άγγελου και να μη φανερώσει ποιος ήταν ο πατέρας του, πώς
πήγε στο Δουρέντη, πώς αποφάσισε να φύγει στην Αθήνα όταν την έδιωξαν από το
σπίτι του Αρχοντόπουλου, πώς την έκανε να αλλάξει γνώμη ο Δουρέντης, πώς της
πρότεινε να την παντρευτεί και να γεννήσει το παιδί κάποιου άλλου, που θα το
είχε σαν δικό του, το πόσο καλός ήταν μαζί της μέχρι να παντρευτούν, πώς άλλαξε
από την πρώτη νύχτα του γάμου, πώς άρχισαν οι βιαιότητες, τα μαρτύρια, πώς της
αποκάλυψε ότι ήξερε τον πατέρα του παιδιού. Πώς τελικά έπεσε στην παγίδα που
της έστησε.
Όταν
μάλιστα της ζήτησε να απαλλαγούν από το παιδί, σαν όρο για να συνεχίσουν ομαλά
το γάμο τους και κείνη αρνήθηκε, η βία μετατράπηκε σε μίσος και για κείνη και
για το παιδί, παρά τις υποχωρήσεις της σε κάθε του επιθυμία.
Μέχρι
το μοιραίο βράδυ που μπαίνει στο σπίτι οργισμένος, αφηνιασμένος, εκτός εαυτού
και προσπαθεί να την κακοποιήσει σεξουαλικά.
«Τον
παρακάλεσα… Τον ικέτεψα… Δεν άκουγε τίποτα, όταν πήγα να αντιδράσω με χτύπησε,
με έπιασε από το λαιμό, με έσφιγγε, από το στόμα του έβγαιναν ακατονόμαστες βρισιές…
Φοβήθηκα, η ανάσα μου κόπηκε, το κορμί μου ανήμπορο, ζαλιζόμουνα, η γλώσσα μου
ξεράθηκε, ένιωθα τα μάτια μου να πετάγονται έξω, τις φλέβες μου έτοιμες να
εκραγούν… Λιποθυμούσα… Το παιδί μου με κλωτσούσε μέσα στην κοιλιά μου… Αν δεν
τον χτυπούσα, δε θα ήμουν εδώ τώρα και δεν θα είχε γεννηθεί το παιδί μου…
Μακάρι να μη φτάναμε ως εκεί… Μακάρι να ζούσε, μακάρι να είχε απλά
τραυματιστεί, η ζωή είναι πάνω από όλα, ιδίως των παιδιών…Τη ζωή του παιδιού
μου πρώτα υπερασπίστηκα, και μετά τη δική μου… Μια συγγνώμη μόνο στον πατέρα
του Γαβρίλη… Λυπάμαι… Η απόφαση σας θα είναι το καλύτερο δώρο σε ένα παιδί, που
πολύ πριν τη γέννηση του, αλλά και μετά, μέχρι τώρα, αντιμετώπισε, χωρίς να το
ξέρει ακόμα, τη σκληρή πραγματικότητα της τύχης και των επιλογών των ανθρώπων.
Δώστε του τη δυνατότητα να μεγαλώσει με τη μητέρα του, δικαιώστε και μένα γι’
αυτό που αναγκάστηκα να κάνω…»
Σιωπή
στο ακροατήριο, βουβή συγκίνηση, μόνο το κλάμα της μητέρας του Άγγελου
ακούγεται. Ο πατέρας του Δουρέντη, που και τις δυο μέρες καθόταν αμίλητος και
παρακολουθούσε τη διαδικασία, σηκώθηκε και με σκυφτό κεφάλι βγήκε από την
αίθουσα.
Ο
Πρόεδρος, καθηλωμένος και αυτός από την κατάθεση της Γωγώς, διακόπτει για μισή
ώρα. Όλοι είχαν ανάγκη τη διακοπή για να συνέλθουν.
Ξαναρχίζει
η δίκη, κανείς δε θέλει να υποβάλει ερωτήσεις. Όλοι πια έχουν πειστεί, δε
χρειάζεται να ακούσουν κάτι περισσότερο. Ο Εισαγγελέας παίρνει το λόγο για να
κάνει την πρόταση του.
«Μπορεί
να είναι σκληρό για τον αποθανόντα, με αυτόν τον βίαιο τρόπο, Δουρέντη, θα ήταν
όμως άδικο για την κατηγορουμένη να καταδικαστεί. Τα στοιχεία και οι μαρτυρίες
που ακούστηκαν στην αίθουσα αυτή, συγκλίνουν στο συμπέρασμα, πως η
κατηγορουμένη κάθε άλλο παρά είχε πρόθεση να σκοτώσει το θύμα, ούτε καν να το
τραυματίσει. Έκανε το αυτονόητο που θα έκανε οποιοσδήποτε βρισκόταν στη θέση
της, υπερασπίστηκε το υπέρτατο αγαθό της ζωής, τη δική της και του παιδιού της.
Δεν έχω δικαίωμα και δε θα κρίνω το θύμα, όμως είναι φανερό πως πλήρωσε με την
ίδια του τη ζωή τις αδυναμίες του. Ζητώ την απαλλαγή της κατηγορουμένης, βάσει
του άρθρου 22 του Ποινικού Κώδικα γιατί βρέθηκε σε κατάσταση νομίμου αμύνης».
Οι
συνήγοροι Πολιτικής Αγωγής παραιτήθηκαν από την αγόρευση τους και ο
Αλεξανδρινός, το μόνο που έκανε, ήταν να ευχαριστήσει το δικαστήριο γιατί
επέτρεψε να αποκαλυφτεί η αλήθεια, που όπως είπε, περιμένει να καταγραφεί και
στην απόφαση με την αθώωση της Γωγώς.
Δικαστές
και ένορκοι αποσύρθηκαν για να βγάλουν την απόφαση και όλοι στην αίθουσα
παρέμεναν στη θέση τους. Δεν κουνιόταν κανείς. Τα σχόλια, οι κουβέντες, οι
υποθέσεις και οι εικασίες έδιναν και έπαιρναν. Ο Αλεξανδρινός μάλωσε τη Γωγώ,
γιατί δεν του είχε πει πρωτύτερα όλα αυτά που αποκάλυψε στην απολογία της και η
Γωγώ το μόνο που τον ρωτούσε ήταν αν θα την αθωώσουν.
Οι
δικαστές και οι ένορκοι δεν άργησαν να επιστρέψουν. Ο Πρόεδρος ζήτησε ησυχία
και διάβασε την απόφαση:
«Κατηγορουμένη,
το δικαστήριο σε κρίνει ομόφωνα αθώα για το θάνατο του Γαβριήλ Δουρέντη, γιατί
όπως αποδείχτηκε από το υλικό, τις εκθέσεις, τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν και
τις καταθέσεις των μαρτύρων κατά την ακροαματική διαδικασία, ευρέθης σε
κατάσταση αμύνης, για να υπερασπιστής τη ζωή σου και τη ζωή του εμβρύου που
κυοφορούσες και νομίμως αντέδρασες. Το αναλυτικό σκεπτικό θα καθαρογραφτεί και
θα δημοσιευτεί. Κατηγορουμένη, είσαι ελεύθερη. Να προσέχεις περισσότερο από εδώ
και πέρα στη ζωή σου, γιατί είσαι πολύ νέα ακόμη και έχεις δρόμο μπροστά σου.
Λύεται η συνεδρίαση του δικαστηρίου».
Ησυχία
και βουρκωμένα μάτια στην αίθουσα. Κάποιοι αποχωρούν σιωπηλοί, με κατεβασμένα
κεφάλια. Αυτή η δίκη θα έμενε στην ιστορία της πόλης σαν οδηγός απονομής
δικαιοσύνης. Η Γωγώ δεν πιστεύει πως είναι ελεύθερη, σωριάζεται στο εδώλιο και
κλαίει με αναφιλητά. Οι χωροφύλακες που στέκονταν σε όλη τη διαδικασία δεξιά
και αριστερά της, τη χτυπούν στον ώμο και απομακρύνονται. Όλοι σιγά σιγά
φεύγουν, λίγοι μένουν στις θέσεις τους.
Η
μάνα και η αδελφή του Άγγελου, πλησιάζουν διστακτικά τη Γωγώ. Μόλις τις βλέπει
η Γωγώ, τρέχει και πέφτει στην αγκαλιά τους. Σφιχταγκαλιασμένες οι τρεις τους
κλαίνε για ώρα. Δε βγαίνουν λόγια από το στόμα τους, μόνο η μάνα του Άγγελου
μέσα στο αναφιλητό της ακούγεται να λέει, «Σ’ ευχαριστώ κόρη μου…»
Δίπλα
και οι αδελφές της, η Μαρία με τη Νικολίτσα, αγκαλιάζονται και κλαίνε. «Σε
αγαπάμε αδελφούλα, είμαστε περήφανες για σένα και ας μας έδωσες τόση λαχτάρα…
Τέλος καλό, όλα καλά».
Την
τελευταία αγκαλιά η Γωγώ τη φύλαγε για το Μήτσο. Από τη στάνη είχε να νοιώσει
το κορμί της πάνω του. Έκλαιγε και αυτός σαν μικρό παιδί. Τον φίλησε γλυκά η
Γωγώ, τον χάιδεψε στο πρόσωπο και του ψιθύρισε, «Πόσα ευχαριστώ σου χρωστάω
Μήτσο μου…»
Έφτασε
και η σειρά της Λίζας. «Όταν σε είδα εδώ, δεν το πίστευα… Εσύ, να έρθεις και να
καταθέσεις για μένα, να υπερασπιστείς εμένα! Πόσο σε αγαπώ, πόσο με συγκίνησες…
Δε θα το ξεχάσω ποτέ. Να είσαι καλά, Λίζα μου». «Αν δεν ερχόμουν θα είχα τύψεις
σε όλη μου τη ζωή… Θα ήταν άδικο για σένα… Κι εγώ σε αγαπώ» η απάντηση της
Λίζας.
Όταν
τέλειωσαν οι αγκαλιές, τα φιλιά και τα κλάματα, ήρθε η ώρα του Αλεξανδρινού.
«Σου χρωστάω τη ζωή μου, χωρίς εσένα τώρα θα επέστρεφα στο κελί μου και το
παιδί μου θα μου το έπαιρναν για πάντα».
«Τη
δουλειά μου έκανα, λίγο πιο καλά γιατί η υπόθεση αφορούσε εσένα και ξέρεις τα
αισθήματά μου. Αλλά αυτά θα τα πούμε αργότερα, στην Αθήνα. Πρέπει να φύγουμε,
το δικαστήριο θα κλείσει. Στην Αρχοντοπούλου χρωστάς. Αν δεν ερχόταν να
καταθέσει η κυρία Θεοδώρα και μετά η Λίζα πολύ δύσκολα θα σε αθώωναν. Θα έλεγες
ποιανού είναι το παιδί στην απολογία σου;»
«Όχι,
είχα αποφασίσει να μην το πω, μόνο στη μητέρα και την αδελφή του Άγγελου θα το
έλεγα, χωρίς να ξέρω το πότε».
«Ξεροκέφαλη
που είσαι… Πάμε».
Η
ώρα έξι το απόγευμα, πηγαίνουν ο Αλεξανδρινός με τη βοηθό του, η Γωγώ, η Μαρία
με τη Νικολίτσα, ο Μήτσος και η Λίζα, στον «Αμφιτρύωνα». Η Γωγώ κάνει ένα ζεστό
μπάνιο και φορά τα ρούχα που της έχουν φέρει οι αδελφές της. Δε θέλει να μείνει
εκεί ούτε λεπτό περισσότερο. Θέλει να φύγουν αμέσως για την Αθήνα, το μυαλό της
τρέχει στη στιγμή που θα πάρει το παιδί της από το Ίδρυμα.
Στο
αυτοκίνητο του Αλεξανδρινού, για την επιστροφή στην Αθήνα, μπαίνουν η βοηθός
του, η Γωγώ και η Λίζα και με το λεωφορείο των επτά, ξεκινούν η Μαρία, η
Νικολίτσα και ο Μήτσος. Έτσι, μέχρι να αλλάξει η μέρα, βρίσκονται όλοι στην
Αθήνα. Στην Αθήνα, τον επόμενο σταθμό της ζωής της Γωγώς.
Κατά
τη διάρκεια της διαδρομής, μέχρι να φτάσουν από το Ναύπλιο στην Αθήνα, ο
Αλεξανδρινός βρήκε την ευκαιρία να εξηγήσει στη Γωγώ τη διαδικασία μέχρι να
πάρει το παιδί της και ότι θα έπρεπε να κάνει λίγη υπομονή ακόμα. Είχαν να
αντιμετωπίσουν τη γραφειοκρατία που δεν έχει αισθήματα και ταμπουρώνεται πίσω
από, πολλές φορές, παράλογες τυπικότητες.
Η
Γωγώ με τις αδελφές της έμειναν σε ένα ξενοδοχείο στην Ομόνοια. Ο ύπνος, γιατρικό
για τους κουρασμένους πρωταγωνιστές μιας περιπέτειας, ενός χρόνου για τη Γωγώ,
λιγότερο για τους άλλους, που βρέθηκαν συνεπιβάτες στο βαγόνι που ταξίδευε η
Γωγώ.
Κεφάλαιο 14
Τα πρόσωπα…
Βροχερό
το πρωινό του Νοέμβρη στην Αθήνα, μια μέρα μετά την αθώωση της Γωγώς. Η Μαρία
και η Νικολίτσα έφυγαν με το λεωφορείο για την Άρτα και η Γωγώ πήγε να βρει τον
Αλεξανδρινό στο γραφείο του, στην οδό Πανεπιστημίου. Το πρώτο που θα του
ζητούσε ήταν λίγα χρήματα, για να ψωνίσει κάτι να έχει να φορέσει και να
πληρώσει το ξενοδοχείο.
Ζαλίστηκε
με την κίνηση, τον κόσμο και τα αυτοκίνητα, τόσους μήνες στη φυλακή, είχε
ξεσυνηθίσει τελείως τη φασαρία. Κάθισε αρκετή ώρα στο γραφείο του Αλεξανδρινού,
της έδωσε χρήματα να πάει να ψωνίσει, της είπε ότι θα προσπαθήσει να βγάλει
σύντομα αποφάσεις για τα οικονομικά του Δουρέντη και τη ρώτησε αν θα
ξαναγυρίσει στο Ναύπλιο.
Η
Γωγώ ήταν κατηγορηματική, «Αποκλείεται, δεν έχω πια ζωή εκεί. Καταλαβαίνεις πώς
θα με κοιτάζουν όλοι; Τι θα λένε πίσω μου; Πώς θα μεγαλώσει το παιδί μου με το
να λέει ο ένας και ο άλλος ό,τι θέλει; Μια ζωή πληγωμένο θα είναι το παιδί του
φουκαρά πνιγμένου ψαρά και της φόνισσας δούλας. Στην Αθήνα θα μείνω. Εδώ,
άγνωστη μέσα στους αγνώστους, μα ελεύθερη…»
Ο
Αλεξανδρινός ήθελε κάμποσα ακόμα να της πει, αλλά επειδή είχε και δουλειές, που
με το δικαστήριο της Γωγώς, είχαν μείνει πίσω, την άφησε να φύγει και έδωσαν
ραντεβού να συναντηθούν ξανά, αργά το απόγευμα.
Η
Γωγώ είχε ξεχάσει και τα λίγα που ήξερε από την Αθήνα, μόνο τα μέρη που είχαν
πάει πριν ένα χρόνο με το Δουρέντη θυμόταν, και ούτε και αυτά καλά. Κατέβηκε
από την Πανεπιστημίου στη Σταδίου και ανηφόρησε, για να πάει στο κατάστημα με
ρούχα της αδελφής της κυρίας Θεοδώρας. Δε δυσκολεύτηκε να το βρει έτσι μεγάλο
που ήταν και με τεράστιες βιτρίνες. Χάζεψε κάμποση ώρα με το στόμα ανοιχτό και
κάποια στιγμή αποφάσισε να μπει, μετά και την πρόσκληση ενός νεαρού κομψά
ντυμένου που στεκόταν στην είσοδο.
Ζήτησε
την αδελφή της κυρίας Θεοδώρας και για καλή της τύχη, αυτή βρισκόταν στο
κατάστημα. Την οδήγησαν στον επάνω όροφο με το ασανσέρ στο γραφείο της.
Σηκώθηκε και την αγκάλιασε, της είπε συγχαρητήρια για την αθώωση της και της
ευχήθηκε κάθε καλό στη συνέχεια της ζωής της. Μετά, τη μάλωσε γιατί αν τους
είχε πει τότε που τη ρώτησαν, για τον πατέρα του παιδιού, θα είχε γλιτώσει από
την περιπέτεια με το Δουρέντη.
«Σας
ευχαριστώ, κυρία Κλάρα, όλα τα χρωστάω στην κυρία Θεοδώρα. Αν δεν ερχόταν να
καταθέσει τώρα θα ήμουν ξανά στη φυλακή. Πού βρίσκεται, θέλω να τη δω, να της
μιλήσω».
«Στο
σπίτι είναι, γύρισε χθες το βράδυ από το Ναύπλιο, περιμένει να έρθει το
μεσημέρι, να πει τα νέα από τη δίκη στις ανιψιές της. Αυτό που έκανε Γωγώ, να
καταστρέψει ό,τι είχε μείνει όρθιο στη ζωή της για να σώσει εσένα, ήθελε πολύ
κουράγιο. Μεγάλη απόφαση, χρειάζεται καρδιά για να την πάρει κανείς…»
«Καταλαβαίνω,
κυρία Κλάρα, γι’ αυτό θα της έχω πάντα βαθιά υποχρέωση. Ξέρετε, ήρθα να πάρω
και κανένα ρούχο, δεν έχω τίποτα άλλο εκτός από αυτά που βλέπετε να φοράω».
«Αχ,
βρε Γωγώ… Θα πω στις πωλήτριες να σε βοηθήσουν να διαλέξεις και να πάρεις ό,τι
θέλεις. Και όχι μόνο μια φορεσιά… Όσο για χρήματα, μη νοιάζεσαι, όποτε θα έχεις
με πληρώνεις. Άντε κάτω και θα ειδοποιήσω και τη Ντορίνα πως είσαι εδώ και
θέλεις να τη δεις».
Κατέβηκε
η Γωγώ, την παρέλαβαν οι πωλήτριες και τη γυρνούσαν από το ένα τμήμα στο άλλο.
Φορέματα, φούστες, μπλούζες, πουκάμισα, εσώρουχα, νυχτικιές, παπούτσια, παλτό,
ό,τι θυμόταν και ό,τι της πρόσθεταν οι πωλήτριες, οι πλούσιες αγορές της. Όταν
τέλειωσε, ανέβηκε στο γραφείο της κυρίας Κλάρας να την ευχαριστήσει. Εκείνη της
είπε, πως είχε τηλεφωνηθεί με την κυρία Θεοδώρα και θα την περίμεναν το βράδυ
στο σπίτι. Τα πράγματα θα της τα έστελνε στο ξενοδοχείο της στην Ομόνοια.
Πάνω
από ένα χρόνο είχε να χαρεί η Γωγώ, ο μουντός, γκρίζος και μαύρος κόσμος,
αποκτούσε χρώμα. Κατηφορίζοντας την οδό Σταδίου για την Ομόνοια, τα πρόσωπα των
ανθρώπων που συναντούσε, της έμοιαζαν χαμογελαστά. Σαν να συμμετείχαν στη δική
της χαρά. Πριν φτάσει στην είσοδο του ξενοδοχείου κοντοστάθηκε, «Δεν τελειώσαμε
Γωγώ, μέχρι να πάρω το παιδί μου πρέπει να είμαι συγκρατημένη. Χρειάζεται
ψυχραιμία και υπομονή. Θα χαρώ πραγματικά μόνο όταν το κρατήσω στην αγκαλιά μου».
Ανέβηκε
στο δωμάτιο της στο ξενοδοχείο και περίμενε να της φέρουν τα πράγματα που είχε
αγοράσει. Όταν ήρθαν, άνοιξε τα πακέτα, έκανε κάποιες δοκιμές, φόρεσε τελικά
από τα καινούργια και κατέβηκε να ρωτήσει πού μπορούσε να πάει για φαγητό. Την
έστειλαν σε ένα μαγέρικο στην Αγίου Κωνσταντίνου. Όταν το γκαρσόνι της είπε τι
διέθετε η κουζίνα από μαγειρευτά και είδε στη σειρά τις κατσαρόλες και τα ταψιά,
συνειδητοποίησε ότι μετά από οκτώ μήνες θα έτρωγε και πάλι, κανονικό φαγητό.
«Ένα αρνάκι φρικασέ παρακαλώ…»
Γύρισε
στο ξενοδοχείο, πλύθηκε και ξάπλωσε να ξεκουραστεί. Το απόγευμα, αργά όπως της
είχε πει, πήγε στο γραφείο του Αλεξανδρινού. Πρωτύτερα, έκανε μια βόλτα σε
καταστήματα που πουλούσαν αρώματα, σαπούνια, χτένες, πούδρες και κραγιόν και
ψώνισε ό,τι θα της χρειαζόταν για να βγάλει από πάνω της την ασχήμια που είχε
σκεπάσει τα όμορφα χαρακτηριστικά της.
Ο
Αλεξανδρινός την περίμενε, του είπε ότι θέλει να πάει να δει την κυρία Θεοδώρα
και της τηλεφώνησαν, μήπως δεν ήθελε να πάνε μαζί. Δεν είχε αντίρρηση η κυρία
Θεοδώρα και έτσι ξεκίνησαν με τα πόδια για το Κολωνάκι. Με τη συζήτηση στο
δρόμο ούτε που κατάλαβαν για πότε έφτασαν. Ανέβηκαν στο σπίτι και μετά τις
αγκαλιές και τα κλάματα, η κυρία Θεοδώρα δεν κρατήθηκε…
«Αχ,
βρε παλιοκόριτσο, έπρεπε να σε αφήσω να σαπίσεις στη φυλακή. Για τον ψαρά και
το παιδί του το έκανα. Και γιατί δε σου είπα από την αρχή ποιος είναι ο
Δουρέντης. Όμως γιατί να σου πω όταν υποτίθεται ότι είχες σχέση μαζί του
τέσσερις μήνες και ήσουν και έγκυος στο παιδί του; Έτσι δε μου είπες τότε,
Γωγώ; Αφού τον ήξερες, έτσι μου είπες, να στεκόμουνα εμπόδιο στην ευτυχία σου;
Είδες γιατί έπρεπε να μου πεις αλήθεια από την αρχή; Αλλά τώρα, όλα αυτά,
περασμένα ξεχασμένα. Εσύ θα συνεχίσεις τη ζωή σου με το παιδί σου κι εγώ…
Κανένας δε χάνεται…»
«Κυρία
Θεοδώρα, σας χρωστώ τη ζωή μου και τη ζωή του παιδιού μου. Αν καταδικαζόμουν,
θα χανόταν και το παιδί μου. Δεν έχω λόγια για να σας ευχαριστήσω. Θα είμαι για
πάντα υποχρεωμένη, θέλω να το ξέρετε, αν κάποτε χρειαστείτε κάτι, θα είμαι
δίπλα σας… Σας ευχαριστώ».
Αγκαλιάστηκαν
και πάλι και κάποια στιγμή ηρέμησαν και κάθισαν να συζητήσουν. Οι κόρες της
κυρίας Κλάρας, δεκαεπτά και δεκαπέντε χρόνων, σέρβιραν κουλουράκια και
σοκολατάκια και έφεραν και λικέρ να γιορτάσουν την ελευθερία της Γωγώς. Η
ερώτηση του Αλεξανδρινού προς την κυρία Θεοδώρα, που ξεκίνησε τη συζήτηση, ήταν
αν σκέπτεται να ξαναγυρίσει στο Ναύπλιο και να συνεχίσει τη ζωή της εκεί.
«Το
Ναύπλιο τελείωσε για μένα, αγαπητέ Μιλτιάδη. Ήδη από το πρωί, ειδοποίησα το
Νέστωρα, τον αδελφό του Αρχοντόπουλου, ότι πουλάω το μερίδιο μου στο σπίτι του Ναυπλίου
και πως καλό θα ήταν να το αγοράσει εκείνος. Επίσης, να βρει αγοραστές για τα
ακίνητα που μου άφησε ο Αρχοντόπουλος, δε θέλω τίποτα από την κοινή μας
περιουσία παρά μόνο τα δικά μου πράγματα και τα προσωπικά μου αντικείμενα. Τον
ενημέρωσα και γι’ αυτά που είπα στη δίκη, δε θα ήθελα να τα μάθει από τους άλλους.
Ξέρεις Μιλτιάδη, έπρεπε να έρθει η Γωγώ στο Ναύπλιο και στο σπίτι μας, για να
ξεγυμνωθεί ένα μέρος της υποκρισίας που κρύβει κάθε κλειστή κοινωνία. Βέβαια, η
μνήμη των ανθρώπων είναι ασθενής, γρήγορα θα ξεχάσουν, σε λίγο καιρό όλα θα
είναι όπως πριν. Αυτό, καμία Γωγώ δεν μπορεί να το αλλάξει. Με το παιδί τι θα
κάνεις Γωγώ; Εσύ θα ξαναγυρίσεις στο Ναύπλιο;»
«Το
παιδί, λέω να πάω να το δω αύριο, αν με αφήσουν. Πρέπει να ετοιμαστούν τα
χαρτιά πρώτα για να το πάρω. Ας είναι καλά ο Μιλτιάδης που τρέχει. Όσο για το
Ναύπλιο, τέλειωσε και για μένα. Μόνο για να βλέπουν το παιδί η μάνα και η
αδελφή του Άγγελου θα πηγαίνω και θα φεύγω αμέσως».
«Πώς
θα ονομάσεις το παιδί; Πολύ θα ήθελα να το βαφτίσω, αλλά…»
«Άγγελο
φυσικά, το όνομα του πατέρα του θα του δώσω. Μακάρι να γινόσαστε νονά του…»
«Δε
γίνεται, Γωγώ, καταλαβαίνεις…»
Με
μια φωνή πετάχτηκαν οι δυο ανιψιές της, «Να το βαφτίσουμε εμείς που δεν έχουμε
καμιά σχέση με ό,τι συνέβη στο Ναύπλιο;»
«Γιατί
όχι; Καλύτερες νονές δε θα εύρισκε ο Άγγελος μου» απάντησε η Γωγώ και η
συμφωνία επικυρώθηκε από τα χαρούμενα ξεφωνητά των κοριτσιών.
«Δε
μου λες, Γωγώ, η Νικολίτσα τι σκέπτεται να κάνει στη ζωή της; Θα μείνει στο
χωριό και θα παντρευτεί εκεί; Θα κατέβει να δουλέψει στην Άρτα;»
«Δεν
ξέρω, κυρία Θεοδώρα, δεν έχουμε μιλήσει καθόλου εδώ και πολύ καιρό για κάτι
άλλο εκτός από τα μπλεξίματα τα δικά μου. Έχετε κάτι στο μυαλό σας; Κάποια
πρόταση;»
«Έχω
αναθέσει σε μεσίτες να μου βρουν ένα ευρύχωρο διαμέρισμα εδώ στο Κολωνάκι,
κοντά στην αδελφή μου και τις ανιψιές μου. Μου έχουν ήδη προτείνει δύο και
σύντομα θα καταλήξω. Οπότε, σε ένα μήνα περίπου θα μετακομίσω. Θα χρειαστώ μια
κοπέλα για τις δουλειές. Η Νικολίτσα είναι ό,τι πρέπει. Τι λες κι εσύ Γωγώ;»
«Εγώ
λέω μακάρι, όμως τι θα πει η Νικολίτσα έχει σημασία. Να τη ρωτήσουμε, εγώ θα
της πω να δεχτεί. Σας έχω μάθει πια, δε θα βρει καλύτερο αφεντικό».
«Ωραία
λοιπόν, το συντομότερο. Θα της δίνω και περισσότερα από όσα έπαιρνες εσύ. Αλλά
δε μου λες και κάτι άλλο, εσύ τι θα κάνεις αφού δε θα ξαναγυρίσεις στο Ναύπλιο
και θα μείνεις στην Αθήνα; Μόνη σου με το παιδί σου θα μείνεις;»
«Δε
θέλω να πάρω μια βιαστική απόφαση, όσα σκεφτόμουν τόσους μήνες στη φυλακή
πρέπει να τα ξανασκεφτώ, δεν έχω περιθώρια για άλλες λάθος αποφάσεις. Δεν είμαι
πια μόνη μου, έχω και τον Άγγελό μου μαζί και πρέπει να κοιτάζω πρώτα το
συμφέρον του και μετά το δικό μου».
«Πρόσεχε,
Γωγώ, η Αθήνα είναι ξελογιάστρα, κρύβει πολλές παγίδες, είναι άγνωστη ακόμα και
σε αυτούς που τη ζουν για χρόνια. Εύκολα μπορείς να παρασυρθείς. Σκέψου καλά,
γιατί όπως σωστά λες, δεν έχεις περιθώρια για άλλα λάθη. Αυτή τη φορά μπορεί να
στάθηκες τυχερή μέσα στην ατυχία, την άλλη όμως;»
Κάπου
εκεί τερματίστηκε η συζήτηση. Χαιρετήθηκαν θερμά και η Γωγώ με τον Αλεξανδρινό κατευθύνθηκαν
προς την Ομόνοια. Σταμάτησαν σε ένα εστιατόριο για να φάνε και να συνεχίσουν την
κουβέντα για τα επόμενα βήματα μέχρι να ξαναπάρει πίσω το παιδί της η Γωγώ και
για ό,τι δικαιούνταν από το γάμο της με το Δουρέντη.
Ο
Αλεξανδρινός της είπε εν συντομία τις ενέργειες που θα έκανε και τη
συμβούλευσε, αφού δεν ήθελε να επιστρέψει στο Ναύπλιο, να μείνει στο ξενοδοχείο
της Ομόνοιας μέχρι να τελειώσουν οι εκκρεμότητες και να αποφασίσει πώς θα
συνεχίσει τη ζωή της, όταν θα έπαιρνε πίσω το παιδί της.
Μετά,
είχε έρθει η ώρα ο Αλεξανδρινός να εξομολογηθεί στη Γωγώ, αυτά που από καιρό ήθελε,
αλλά οι συνθήκες δεν το είχαν επιτρέψει. Τα μέχρι τότε μισόλογα και τα
κομπλιμέντα έγιναν ξεκάθαρα λόγια έρωτα, της έκανε σαφή πρόταση για μια σοβαρή
σχέση με προοπτική.
«Γωγώ,
θέλω να ζήσουμε μαζί μια συναρπαστική ζωή. Είσαι φτιαγμένη από εκείνη την
ανθρώπινη πάστα, που και μόνο η παρουσία σου γεννά ενδιαφέρον. Δε μιλώ για την
ομορφιά σου -ποιος δε μιλά γι’ αυτήν- μιλώ για ένα δυνατό κράμα, μια
προσωπικότητα φτιαγμένη από σπάνια υλικά. Σε γνώρισα καλά τους μήνες της
μοναξιάς σου, σε ξέρω πλέον καλά, ξέρω το μεγαλείο που κρύβεις μέσα σου. Το
μεγαλείο της ψυχής σου».
«Δεν
αξίζω αυτά τα λόγια, καλέ μου Μίλτο. Μην υπερβάλεις. Αλλά και αν ακόμη είναι όπως
τα λες, γιατί θέλεις να μπεις σε περιπέτειες; Δε βλέπεις ότι όποιος άνδρας με
πλησίασε καταστράφηκε, πέθανε… Ο Άγγελος πνίγηκε. Ο Αρχοντόπουλος, να σου το πω
και αυτό, που πήγε να με βιάσει στη σκάλα του σπιτιού, στο ίδιο σημείο
γλίστρησε και σκοτώθηκε! Ο Δουρέντης έφυγε ατιμασμένος, καρφωμένος από τα ίδια
μου τα χέρια. Γιατί η σχέση μου μαζί σου να έχει καλύτερο τέλος; Θέλεις να
ξεδιψάσεις την κάψα σου, τον πόθο σου για μένα; Να το δεχτώ, όμως και αυτό
μάταιο θα είναι. Γύρισε στην αρραβωνιαστικιά σου, δεν είναι κακό κορίτσι,
ζήλεψε, όλοι όσοι αγαπούν ζηλεύουν».
«Δε
σου ζητώ μια πρόσκαιρη ερωτική σχέση για να ικανοποιήσω τις ορμές μου και την
ανδρική μου φιλοδοξία. Σου ζητώ μια παντοτινή σχέση, στηριγμένη στο σεβασμό και
την εκτίμηση του ενός για τον άλλο. Θέλω να το σκεφτείς, να το σκεφτείς καλά».
«Μίλτο,
σου απάντησα. Μη με φέρνεις σε δύσκολη θέση, δε θέλω να χαλάσουμε αυτό το
όμορφο που έχουμε τώρα. Αλλά για να μην πιστέψεις ότι έχω κάτι άλλο στο μυαλό
μου, σου υπόσχομαι ότι θα το ξανασκεφτώ. Όμως είμαι σίγουρη ότι η απάντηση θα
είναι και πάλι όχι…»
Της
χάιδεψε το χέρι και της είπε, «Ό,τι και αν αποφασίσεις, εγώ θα σε αγαπώ…»
«Κι
εγώ σε αγαπώ Μίλτο, και δεν μπορώ να σου εκφράσω το πόσο σε ευχαριστώ για όσα
έκανες για μένα, που πίστεψες σε μένα. Σου χρωστώ αιώνια ευγνωμοσύνη».
Τη
συνόδευσε μέχρι την είσοδο του ξενοδοχείου, του έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο και
ανέβηκε σχεδόν τρέχοντας στο δωμάτιο της. Μια γεμάτη μέρα, η πρώτη της
ελευθερίας της, είχε φτάσει στο τέλος της. Η επόμενη θα ήταν πιο ενδιαφέρουσα,
θα πήγαινε να δει το παιδί της.
Το
Κέντρο Βρεφών «Η Μητέρα» βρισκόταν στα Νέα Λιόσια, εκεί είχαν πάει το παιδί της
όταν η Γωγώ, μετά τη γέννα, επέστρεψε στη φυλακή. Μέχρι να ολοκληρωθούν τα
τυπικά της αθώωσης και να βγάλει απόφαση ο Εισαγγελέας να το πάρει πίσω, το
παιδί θα παρέμενε εκεί.
Ρώτησε
στο ξενοδοχείο πώς θα πάει στο Κέντρο Βρεφών και ξεκίνησε. Σαν έφτασε και είπε
τι ήθελε, δεν την άφησαν να μπει μέσα, γιατί απαγορευόταν της είπαν χωρίς εισαγγελική
εντολή. Άρχισε τα παρακάλια, τις φωνές, με τη φασαρία κατέβηκε στην είσοδο
κάποιος προϊστάμενος και η Γωγώ του είπε ποια είναι και τι θέλει. Ο
προϊστάμενος είχε διαβάσει στις εφημερίδες για την αθώωση της και την
αναγνώρισε αμέσως. Την οδήγησε στο γραφείο του και της εξήγησε ότι οι κανόνες
ήταν αυστηροί, κανείς δεν επιτρεπόταν να επισκεφτεί τα παιδιά χωρίς έγγραφη
εντολή.
«Επειδή
καταλαβαίνω τον πόνο σου, θα κάνω μια μικρή εξαίρεση. Θα καλέσω να φέρουν το
παιδί σου, μόνο για να το δεις. Δε θα το πλησιάσεις, μέσα από το τζάμι θα το
δεις. Να δεις ότι είναι καλά και να ησυχάσεις. Μόλις πάρουμε στα χέρια μας την εντολή,
τότε θα έρθεις να το πάρεις. Εντάξει;»
Φώναξε
μια υπάλληλο και της είπε να φέρουν το παιδί σε ένα διπλανό δωμάτιο. Όταν τους
ειδοποίησαν ότι το είχαν φέρει, οδήγησε τη Γωγώ σε ένα διάδρομο και από το
τζάμι της πόρτας της έδειξε το παιδί που κρατούσε μια βρεφοκόμος. Κατάξανθα τα
μαλάκια του και γαλάζια τα μάτια του, ίδια του πατέρα του.
Λύγισαν
τα πόδια της Γωγώς, «Ψυχή μου… Αφήστε με λίγο να το αγκαλιάσω… Σας παρακαλώ».
Ανένδοτος
ο προϊστάμενος, «Μη με φέρνεις σε δύσκολη θέση, συμφωνήσαμε μόνο να το δεις…
Έλα, πάμε. Είναι υγιέστατο και ζωηρό, να σου ζήσει».
«Ευχαριστώ…
Αχ, βρε Άγγελε…»
Γύρισε
στην Ομόνοια, κατευθείαν πήγε στο γραφείο του Αλεξανδρινού. Ο ίδιος δεν ήταν
εκεί, ήταν η βοηθός του. Κάθισε να τον περιμένει.
Με
το που μπήκε ο Αλεξανδρινός στο γραφείο του, μόνο που δεν τον αγκάλιασε η Γωγώ.
Άρχισε να του λέει για το παιδί της και πως κατάφερε να το δει. Γελώντας της
έδωσε συγχαρητήρια που τα κατάφερε και της είπε ότι περίμενε να του στείλουν
από το Ναύπλιο την απόφαση του δικαστηρίου, για να προχωρήσει τη διαδικασία
στην Εισαγγελία ώστε να τελειώσει η περιπέτεια της ίδιας και του παιδιού.
Από
το γραφείο του Αλεξανδρινού τηλεφώνησε στην ξαδέρφη της την Κατίνα και τη
ρώτησε αν μπορεί να τη συναντήσει για να τα πουν. Έδωσαν ραντεβού σε μια ώρα
στου Βάρσου στην Κηφισιά. Η Γωγώ κατέβηκε στο υπόγειο της Ομόνοιας και περίμενε
τον ηλεκτρικό που θα την οδηγούσε στην Κηφισιά.
Κάθισε
δίπλα στο παράθυρο στο τελευταίο βαγόνι και χάζευε στη διαδρομή τις οικοδομές
που χτίζονταν αλλά και τις εκτάσεις με κτήματα και οικόπεδα, δεξιά και αριστερά
της γραμμής του σιδηροδρόμου.
«Πλούτος»
σιγομίλησε καθώς οι εικόνες διαδέχονταν η μία την άλλη και οι περιοχές άλλαζαν,
Κάτω Πατήσια, Άνω Πατήσια, Περισσός, Νέα Ιωνία, Ηράκλειο, Μαρούσι, Κηφισιά.
«Αυτή είναι η Αθήνα που μεγαλώνει» μονολόγησε.
Είπε
στην Κατίνα τα νέα για το μικρό Άγγελο και στη συνέχεια πιάσανε κουβέντα για τη
δίκη και ιδιαίτερα για την παρουσία της κυρίας Θεοδώρας, την κατάθεση της, αν
είχε καταλάβει κάτι για τη σχέση της με το Δουρέντη μέχρι τότε η Γωγώ και για
το θάρρος της να καταθέσει και στην ουσία να την αθωώσει.
Η
Κατίνα ορμήνεψε τη Γωγώ να προσέχει στην Αθήνα, να είναι κουμπωμένη σε
αγνώστους και να έχει το νου της να μην την κοροϊδέψουν, γιατί εδώ ήταν
συγκεντρωμένο κάθε καρυδιάς καρύδι, να μην παρασύρεται από ωραίους τρόπους και
ντυσίματα, που χρησιμοποιούν πολλοί για να παγιδέψουν τα θύματά τους. Χρήσιμες
συμβουλές, που η Γωγώ τις άκουσε με ενδιαφέρον. Είχε εμπιστοσύνη στην Κατίνα, γιατί
δεν είχε πέσει και πολύ έξω, στα όσα της είχε πει το Πάσχα πριν φύγει από το
Βουργαρέλι για το Ναύπλιο.
Ο
αποχωρισμός περιείχε το κλασικό, «να προσέχεις» που απηύθυνε η μια στην άλλη.
Επόμενη
συνάντηση της Γωγώς, το απόγευμα στο Σύνταγμα, με τη Λίζα. Την ευχαρίστησε
θερμά για τη στάση της και την υποστήριξη της, μίλησαν για τους μήνες που
πέρασε η Γωγώ στη φυλακή, της είπε και η Λίζα τα δικά της και συμφώνησαν να τα
ξαναπούν όταν θα έπαιρνε το παιδί της η Γωγώ.
Μέσα
σε δυο μέρες, έκανε ό,τι είχε να κάνει, είδε και όσους ήθελε να δει και μπορεί
πλέον να ήταν ελεύθερη, χωρίς κάποια άμεση υποχρέωση να την πιέζει, όμως
αισθανόταν και μια μοναξιά μέσα της. Καλή η Αθήνα, αλλά η μοναξιά μέσα στο
πλήθος, μεγαλώνει.
Το
Μήτσο δεν τον είχε ξεχάσει. Πώς να γινόταν αυτό άλλωστε; Ήθελε πρώτα να
συναντηθεί με τους άλλους που της συμπαραστάθηκαν και μετά με το Μήτσο.
Παράξενη η σχέση της με το Μήτσο, όλο αιφνιδιασμούς από τη μεριά της Γωγώς για
εκείνον, αφοσίωση και πίστη από το Μήτσο για τη Γωγώ.
Αγόρασε
δυο περιοδικά από το περίπτερο και μπήκε στο ξενοδοχείο. Πριν ανέβει στο
δωμάτιο τηλεφώνησε στο καφενείο που πήγαινε ο Μήτσος μετά τη δουλειά του. Του
είπε πως θα τον περιμένει την άλλη μέρα στο ξενοδοχείο, την ίδια ώρα. Το βράδυ
δε θα έβγαινε. Παρήγγειλε ένα ζεστό τσάι να της το πάνε στο δωμάτιο.
Ήπιε
το μισό τσάι και σηκώθηκε. Έκανε ένα μπάνιο και φόρεσε την καινούργια της
νυχτικιά. Ξάπλωσε στο κρεβάτι, συνέχισε γουλιά γουλιά να πίνει το τσάι της και
αμήχανα άρχισε να ξεφυλλίζει τα περιοδικά.
Τα
είχε καταφέρει ως τώρα. Δύσκολα και με πόνο, όμως η ζωή συνεχιζόταν και έπρεπε
να αποφασίσει τι θα κάνει στη συνέχεια. Σε μια δυο μέρες θα έπαιρνε το παιδί
της, και μετά; Που θα πήγαινε; Στο Ναύπλιο δεν ξαναγύριζε, ούτε στο σπίτι εκεί.
Δεν ήθελε τίποτα να πάρει από ό,τι βρισκόταν εκεί. Ας είχε και πράγματα δικά
της. Δεν τα ήθελε, το παρελθόν είχε σβήσει. Αλλά δεν ήθελε και τα λεφτά του
Δουρέντη, τίποτα δεν ήθελε από αυτόν. Έτσι βέβαια το μόνο που της απέμενε ήταν
το υπόλοιπο από τα μηνιάτικα που είχαν μείνει στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, από
τη δουλειά της. Άντε και το δώρο της κυρίας Θεοδώρας. Αυτά δεν έφταναν καλά
καλά για το ξενοδοχείο, τα ρούχα που ψώνισε και να πληρώσει στον Αλεξανδρινό,
τουλάχιστον τα έξοδα του. Μετά, κάπου έπρεπε να μείνει, να φτιάξει ένα σπιτικό,
να δουλέψει, να φροντίσει συγχρόνως το παιδί της. Πώς θα γίνονταν αυτά; Χωρίς
χρήματα και με ένα παιδί έξι μηνών στην αγκαλιά, πολύ λίγα μπορείς να κάνεις.
Υπήρχε βέβαια η λύση, ο Αλεξανδρινός. Μια απόφαση ήταν. Όμως το ίδιο λάθος δεν
ξαναγίνεται. Καλός, χρυσός, του είχε απέραντη ευγνωμοσύνη, του χρωστούσε τη
δύναμη που της έδωσε να σταθεί όρθια, αναγνώριζε την προσπάθεια που έκανε για
να την αθωώσει, αλλά ο γάμος και η κοινή πορεία στη ζωή, είναι κάτι
διαφορετικό, χρειάζονται άλλα πράγματα για να έφτανε ευτυχισμένη μέχρι το
τέρμα. Αυτά που παραμέρισε για να παντρευτεί το Δουρέντη και που ίσως
χρειαζόταν να τα παραμερίσει ξανά, αν αποφάσιζε να παντρευτεί τον Αλεξανδρινό.
Θα προτιμούσε να παλέψει, είχε μάθει ήδη τόσα πολλά, ήξερε αρκετά για τους
ανθρώπους, πολύ περισσότερα από τότε που έφυγε με την πάνινη βαλίτσα και το
μπόγο με τα ρούχα από το Βουργαρέλι. Θα χτυπούσε πόρτες, θα μιλούσε με το
Μήτσο, με την κυρία Θεοδώρα, με την κυρία Λίζα, κάποια δουλειά θα εύρισκε,
κάπου θα βολευόταν. Θα τα κατάφερνε.
………………………………………………………………..
Πριν
ένα χρόνο ακριβώς, στις 21 Δεκεμβρίου 1958, παντρευόταν η Γωγώ το Δουρέντη στο
Ναύπλιο. Τώρα, με τον Αλεξανδρινό, έτρωγε σε ένα εστιατόριο στην Πανεπιστημίου.
Όλα είχαν πάρει το δρόμο τους. Το παιδί το είχε μαζί της τις τελευταίες είκοσι
μέρες, οι διάφορες αποφάσεις και οι αλλαγές που έπρεπε να γίνουν στο ληξιαρχείο
είχαν ολοκληρωθεί και η Γωγώ ήταν πλέον ελεύθερη και χωρίς κανένα βάρος να την
πιέζει στους ώμους της. Είχε φύγει από το ξενοδοχείο και έμενε μέχρι να
τακτοποιηθεί στο σπίτι της κυρίας Κλάρας. Η κυρία Θεοδώρα είχε μετακομίσει στο
νέο της σπίτι, ένα σύγχρονο διαμέρισμα πέντε δωματίων. Η Νικολίτσα ήταν εδώ και
μια βδομάδα στην Αθήνα, στην υπηρεσία της κυρίας Θεοδώρας. Ο πατέρας τους, έστω
και μετά από χρόνια, έδωσε την ευχή του και στα τρία κορίτσια και έμεινε μόνος
του στο χωριό, όσο θα τον κρατούσαν τα πόδια του. Μετά, θα κατέβαινε στην Άρτα,
στη Μαρία. Ο Μήτσος, στη δουλειά του.
Με
το Μήτσο η Γωγώ συναντήθηκε αρκετές φορές. Του είχε κάνει και επίσκεψη στο
σπίτι του στο Βοτανικό. Εκτός από τα καμώματα της στο Ναύπλιο, είχε αρχίσει να
του μιλά και για τους προβληματισμούς της για τη ζωή, τα όνειρα της, τις ιδέες
που τις άρεσαν από τα βιβλία που είχε διαβάσει, για πράγματα που αξίζουν, για
τη φτήνια στις σχέσεις των ανθρώπων, για την εκμετάλλευση. Λες και ήθελε να
δοκιμάσει το Μήτσο, να διαπιστώσει μέχρι που έφταναν τα όρια του, αν θα
μπορούσε να περπατήσει μαζί της και πώς, στο δρόμο που ασυναίσθητα μέσα της
είχε χαράξει.
Ο
Μήτσος, από τη φύση του ήρεμος, αργός στις αντιδράσεις, αλλού συμφωνούσε, αλλού
διαφωνούσε, κάπου δεν καταλάβαινε, όμως ήταν πάντα πρόθυμος να την ακούει και
της έδειχνε ότι ήθελε να μάθει από τη Γωγώ αλλά και να μάθει και η Γωγώ από τον
ίδιο. Είχε και ο Μήτσος τις εμπειρίες του, από τα χρόνια του στρατού, από τη
δουλειά και τη ζωή του στην Αθήνα και τη δουλειά στη στάνη.
Η
Γωγώ, πριν από τα Χριστούγεννα, έστειλε δυο γράμματα στο Ναύπλιο. Το ένα ήταν
στον πατέρα του Δουρέντη. Του ζητούσε συγγνώμη, του είπε ότι λυπόταν και χωρίς
να μπει σε λεπτομέρειες, του εξήγησε γιατί δεν είχε καμιά ευθύνη η ίδια για το
χαμό του γιου του. Το άλλο, ήταν στη μητέρα και την αδελφή του Άγγελου. Με πολύ
συγκίνηση, εξιστορούσε τη σχέση της με τον Άγγελο και την απόφαση της να
κρατήσει το παιδί μετά το χαμό του. Τους έλεγε ότι θα έδινε το όνομα του
Άγγελου στο παιδί και ότι με την πρώτη ευκαιρία, όταν άνοιγε ο καιρός, θα το πήγαινε
στο Ναύπλιο. Όποτε ήθελαν, μπορούσαν να έρθουν και στην Αθήνα να το δουν. Μέσα
στο γράμμα είχε βάλει και μια φωτογραφία του μικρού Άγγελου.
«Τι
κάνει ο μικρός; Μεγαλώνει; Σε συνήθισε; Εσύ τι κάνεις Γωγώ;» Ο Αλεξανδρινός διέκοψε
απότομα τις σκέψεις της.
«Καλά
είμαι, Μίλτο μου. Συγγνώμη που για λίγο αφαιρέθηκα. Μια χαρά και το παιδί, όλο
μαμαμαμαμα, λέει. Είμαι ευτυχισμένη και το χρωστάω και σε σένα, δεν το ξεχνάω».
«Γωγώ,
δε θέλω να σε πιέσω άλλο, η οριστική σου απόφαση είναι αρνητική;»
«Ναι,
Μίλτο μου. Μπορεί να μοιάζει όμορφο, αλλά δε θα πετύχει, είμαι σίγουρη. Ένα
ευχαριστώ και πάλι».
«Εντάξει,
δε θα επιμείνω. Με πήρε τηλέφωνο προ ημερών η Τζένη, μου ζήτησε συγγνώμη για τη
συμπεριφορά της απέναντι μου και απέναντι σου. Της είπα ότι μπορεί να της
τηλεφωνήσω τώρα τα Χριστούγεννα να ιδωθούμε».
«Το
καλύτερο που έχεις να κάνεις, θυμάσαι που σου το είχα πει. Δεν είναι κακό
κορίτσι, λίγο τα λεφτά την έχουν κακομάθει, όμως εσύ μπορείς να τη συγκρατείς.
Σε αγαπάει, αυτό είναι το κυριότερο».
Ωραία
που είναι η ζωή. Στα δεκαεννιά της χρόνια η Γωγώ να δίνει συμβουλές πώς να
πετύχει η σχέση δυο ανθρώπων, που μόνοι τους δυσκολεύονταν να βρουν τον τρόπο.
«Γωγώ,
έχω να σου πω και άλλο δυσάρεστο για το Δουρέντη. Η πληροφορία είναι μέσα από
τη δίωξη για την αρχαιοκαπηλία και την Εισαγγελία. Ο Δουρέντης ήταν μέλος μιας σπείρας
αρχαιοκάπηλων. Μέλος της ήταν και το αφεντικό σου ο Αρχοντόπουλος. Ο Δουρέντης
έφερνε συνήθως μια φορά την εβδομάδα, με το αυτοκίνητο του, τα αρχαία και τα
διοχέτευε σε πελάτες ή εκπροσώπους τους, που πλήρωναν άμεσα τεράστια ποσά.
Θυμάσαι το συμβολαιογράφο, το φίλο μας; Ήταν από αυτούς που εύρισκαν πλούσιους
πελάτες και συλλέκτες αγοραστές. Τα αρχαία προέρχονταν κυρίως από την περιοχή
των Μυκηνών. Ήδη έχουν συλλάβει δύο άτομα και θα συλλάβουν και άλλους».
Ένα
δάκρυ κύλησε στο μάγουλο της Γωγώς. Δε χαιρόταν γι’ αυτό που άκουγε. Λυπόταν
για την κατάντια του Δουρέντη, γιατί η ίδια δεν κατάλαβε τίποτα από την αρχή
και γιατί μπροστά στην εύκολη λύση που της παρουσιάστηκε, υπέκυψε στα λόγια κάποιου
που ήξερε να δίνει υποσχέσεις. Είναι δυνατόν ένας νέος άνθρωπος με δρόμο
ανοιχτό μπροστά του, ικανός να πιάσει τη ζωή και να τη στύψει -όπως έλεγαν στο
χωριό της- να γίνεται βρωμερό σκουλήκι για να κερδίσει λίγα περισσότερα
αργύρια; Πόσο άρρωστη ήταν η ψυχή του; Το πάθος για χρήμα ή μήπως η καταξίωση
που επεδίωκε μέσα από το χρήμα; Πόση φτήνια τελικά, πόση δυστυχία.
«Για
τον Αρχοντόπουλο ήξερα ότι μπερδευόταν σε παράνομες δουλειές, για το Δουρέντη
δεν είχα ακούσει τίποτα. Με αυτό που μου είπες αγαπητέ Μίλτο, ολοκληρώνεται το
κεφάλαιο Δουρέντης. Καλά έκανα που παραιτήθηκα από την περιουσία του και δεν
πήρα ούτε τα ρούχα, ούτε τα δώρα που μου έκανε. Λερωμένα ήταν όλα τελικά.
Πάντως, από μια μεριά ήμουν και τυχερή, τόσα έζησα δίπλα του, μόλις σε τρεις
μήνες. Πώς τα κατάφερνε ο άθλιος. Πάμε Μίλτο μου… Δεν είναι αργά, αλλά το μυαλό
μου ξέρεις πού βρίσκεται συνέχεια».
Μπορεί
να είχε αφήσει το παιδί της στη φροντίδα και την προσοχή των κοριτσιών της
κυρίας Κλάρας, όμως η Γωγώ, δεν ησύχαζε όταν ήταν μακριά του.
Βγήκαν
στο δρόμο και ξεκίνησαν για το Κολωνάκι. Γιορτινή η ατμόσφαιρα, κόσμος, φώτα,
χρώματα, στολισμένες βιτρίνες, αυτοκίνητα. Μέχρι το σπίτι της κυρίας Κλάρας,
λίγα λόγια αντάλλαξαν. Διαπίστωναν καθώς έφταναν στη γεμάτη ζωή πλατεία
Κολωνακίου, ότι δεν υπήρχε πλέον κάτι που να τους φέρνει κοντά. Κάτι που θα
έκανε τη σχέση τους να συνεχίσει να είναι το ίδιο έστω φιλική. Ανήκαν σε
διαφορετικούς κόσμους και δεν είχε κανένα νόημα να προσπαθούν για κάτι που
φαινόταν ξεκάθαρα πόσο μάταιο ήταν.
Χαιρετήθηκαν,
αγκαλιάστηκαν, «Να μη χαθούμε» είπαν σαν να ήταν συνεννοημένοι και οι δυο, και
χωρίσανε. Μέσα τους ήξεραν το «να μη χαθούμε» ειπώθηκε γιατί με κάποιο τρόπο,
με κάποια λόγια, έπρεπε να κλείσει η διαδρομή του ενός χρόνου της γνωριμίας τους
και τα όσα αντιμετώπισαν μαζί.
Παραμονή
Χριστουγέννων, στο σπίτι της κυρίας Κλάρας ξύπνησαν το πρωί από τα παιδιά που
χτυπούσαν την πόρτα για να πουν τα κάλαντα. Η κυρία Κλάρα είχε φύγει πολύ νωρίς
για το κατάστημά της. Την περίμενε μια μέρα με ιδιαίτερη εμπορική κίνηση και
πολύ κούραση. Σηκώθηκαν τα κορίτσια και η Γωγώ, ξύπνησε και ο μικρός Άγγελος.
Άνοιξαν την πόρτα, «Να τα πούμε;» «Να τα πείτε…» και οι παιδικές φωνούλες
πλημύρισαν το σπίτι. Ο μικρός Άγγελος παρακολουθούσε με γουρλωμένα μάτια τα
παιδιά και χτυπούσε παλαμάκια με τα χεράκια του.
Το
βράδυ η κυρία Κλάρα γύρισε αργά και ήταν κατάκοπη. Η κυρία Θεοδώρα με τη
Νικολίτσα είχαν έρθει νωρίτερα για το ρεβεγιόν. Έξι γυναίκες και ο μικρός
Άγγελος ο μοναδικός άνδρας στο τραπέζι. Η Γωγώ όλο το απόγευμα ήταν στην
κουζίνα για να ετοιμάσει το φαγητό. Αρνάκι ψητό με πατάτες στο φούρνο και μια
τυρόπιτα είχε το μενού. Έφαγαν, ήπιαν και λίγο κρασάκι και η κυρία Κλάρα
αποσύρθηκε, όπως και ο μικρός Άγγελος που τον έβαλαν για ύπνο.
Η
κυρία Θεοδώρα με τα κορίτσια κάθισαν στο σαλόνι και έβαλαν μουσική. Η Γωγώ με
τη Νικολίτσα μάζεψαν τα πιάτα στα γρήγορα και πήγαν και αυτές στο σαλόνι. Στην
αρχή άρχισε να λέει ιστορίες από το Ναύπλιο η κυρία Θεοδώρα, οι ανιψιές της
όμως ήθελαν να μάθουν πώς περνούσαν στο χωριό τους τα Χριστούγεννα η Γωγώ με τη
Νικολίτσα. Η Νικολίτσα ανέλαβε να περιγράψει τι συνηθιζόταν αυτές τις ημέρες
στο Βουργαρέλι, αλλά και πώς ήταν γενικά η ζωή σε ένα ορεινό χωριό. Με την
κουβέντα πέρασε η ώρα, περασμένες δύο έφυγαν η κυρία Θεοδώρα με τη Νικολίτσα
και έδωσαν ραντεβού το μεσημέρι των Χριστουγέννων, για να φάνε στο καινούργιο
σπίτι της κυρίας Θεοδώρας.
Την
επόμενη μέρα λοιπόν, οι έξι γυναίκες και ο μικρός Άγγελος, έφαγαν, ήπιαν,
γέλασαν, διασκέδασαν. Περίεργη συντροφιά, μια σειρά από συγκυρίες, είχε φέρει
να κάθονται στο ίδιο τραπέζι, αφεντικά και υπηρέτριες και ένα μωρό που τον
πρώτο καιρό της ζωής του το πέρασε σε ίδρυμα, μαζί με καλοαναθρεμμένα
πλουσιοκόριτσα.
Μόνο
που από την επόμενη βδομάδα καθένας θα έπαιρνε το δρόμο του. Τα κορίτσια στο
σχολείο τους και στα μαθήματα τους, η κυρία Κλάρα στο μαγαζί της και στις
απαιτήσεις του, η κυρία Θεοδώρα στη νέα της ζωή που σκόπευε να ξεκινήσει. Ήταν
πολύ νέα για να παραιτηθεί, είχε και δυνάμεις και εφόδια, ήταν και
αποφασισμένη. Η Νικολίτσα φαινόταν να είναι η πιο σίγουρη. Κοντά στην κυρία
Θεοδώρα, όσο λιγότερες αντιρρήσεις θα της έφερνε, τόσο καλύτερα θα περνούσε.
Η
Γωγώ ήταν μετέωρη, χωρίς προοπτική, τίποτα δεν υπήρχε που να της δίνει ελπίδα,
να συνεχίσει τη ζωή της έχοντας κάπου να πιαστεί. Η περίπτωση να γίνει
πωλήτρια, είτε στο κατάστημα της κυρίας Κλάρας είτε σε κάποιο άλλο,
αποκλείστηκε. Πώς να πουλούσε κάτι που δεν το ήξερε και πού θα άφηνε το παιδί
τις περισσότερες από οκτώ ώρες την ημέρα που έπρεπε να δουλεύει. Από το σπίτι
της κυρίας Κλάρας θα έπρεπε να φύγει μετά τις γιορτές. Είχε ήδη κάνει κατάχρηση
τις φιλοξενίας της. Έτσι, το μόνο που είχε σίγουρο η Γωγώ, ήταν ένα ποσό που
είχαν αποφασίσει από κοινού να της δώσουν η κυρία Θεοδώρα και η κυρία Κλάρα.
Όχι τίποτα σπουδαίο, αλλά μπροστά στο τίποτα.
Συγκινητική
η προσφορά, η Γωγώ όμως προβληματισμένη. Να δεχτεί τη βοήθεια ή μήπως αυτή η
βοήθεια θα γινόταν βραχνάς και παντοτινή υποχρέωση; Και θα λυνόταν τουλάχιστον
το πρόβλημα της; Μπορεί, μπορεί όμως και όχι… Τέλειωνε ο χρόνος και η Γωγώ
βρισκόταν σε αδιέξοδο.
……………………………………………………………………
Πρωί
Πρωτοχρονιάς του 1960, η Γωγώ κρατώντας τον Άγγελο στα χέρια, παίρνει ταξί και
πηγαίνει στο σπίτι του Μήτσου. Χτυπά την εξώπορτα. Κάποια στιγμή ο Μήτσος την ακούει
μέσα στον ύπνο του, σηκώνεται και αγουροξυπνημένος της ανοίγει.
«Να
τα πούμε;»
«Το
ρωτάς, Γώγα μου; Το καλύτερο ποδαρικό που θα μπορούσα να περιμένω… Ελάτε μέσα
γιατί κάνει κρύο».
Μπήκαν
στο σπίτι και κάθισαν σε έναν καναπέ, στον απέναντι τοίχο υπήρχε το κρεβάτι που
κοιμόταν ο Μήτσος. Δεξιά ήταν η κουζίνα και δίπλα η πόρτα που οδηγούσε στο
μπάνιο, που ήταν χτισμένο έξω, στην αυλή. Αριστερά μια ξυλόσομπα, ένα τραπεζάκι
και μια καρέκλα. Πίσω από τον καναπέ υπήρχε μια ντουλάπα. Αυτό ήταν το φτωχικό
του Μήτσου.
«Πώς
τα πέρασες τα Χριστούγεννα, Μήτσο; Πού πήγες;»
«Στο
καφενείο και σε μια ταβέρνα εδώ κοντά. Το μεσημέρι των Χριστουγέννων μου έκανε
το τραπέζι στο σπίτι του ένας πατριώτης από την Άρτα, που δουλεύουμε μαζί στη
δουλειά. Έχει ωραία οικογένεια, γυναίκα και δυο μικρά παιδιά. Ήταν και η μάνα
του και μια ξαδέλφη της γυναίκας του. Καλά περάσαμε. Εσύ;»
«Καλά,
με την κυρία Θεοδώρα, την κυρία Κλάρα, τα κορίτσια της και τη Νικολίτσα».
«Ήρθε
η Νικολίτσα;»
«Ναι,
την πήρε υπηρέτρια η κυρία Θεοδώρα. Μάλλον άνοιξε η τύχη της… Δε μου λες, βρε
Μήτσο, τόσον καιρό στην Αθήνα, πώς και δεν έχεις καμιά κοπέλα; Ή έχεις και δεν
το λες;»
«Να
σου πω την αλήθεια, έκανα μια σχέση πριν από οκτώ μήνες αλλά τα χαλάσαμε
γρήγορα. Ήθελε κουλούρα στο άψε σβήσε και εγώ δεν ήμουνα για τέτοια. Με θέλουν
και κορίτσια από τη δουλειά αλλά αφού ξέρεις… Η καρδιά μου είναι δοσμένη
αλλού».
«Πού,
βρε Μήτσο, την έχεις δώσει…»
«Γώγα,
μη με πειράζεις… Από εκείνο το απόγευμα στη στάνη και μετά, εσύ είσαι ο καημός
μου. Δε φεύγεις στιγμή από το μυαλό μου».
Η
Γωγώ βρήκε ευκαιρία τη γκρίνια του Άγγελου για να σταματήσει τη συζήτηση. Ασχολήθηκε
μαζί του για λίγο, μέχρι να ησυχάσει. Ο Μήτσος όμως είχε πάρει φόρα. Συνέχισε
τις ερωτήσεις.
«Τι
σκέφτεσαι να κάνεις, Γώγα; Θα μείνεις υπηρέτρια στην κυρία Κλάρα; Σου βρήκανε
καμιά άλλη δουλειά; Πες μου, ανησυχώ, δε θα αντέξω να σε δω πάλι δυστυχισμένη…»
«Όχι,
υπηρέτρια δε χρειάζεται η κυρία Κλάρα και δε θέλω κι εγώ να ξαναπάω για
υπηρέτρια. Άλλη δουλειά, με το παιδί που πρέπει να μεγαλώνω και τα λίγα που
ξέρω να κάνω, είναι δύσκολο να μου βρουν. Αν δεν είχα το παιδί θα με βόλευαν
αμέσως σε κάποιο εργοστάσιο υφασμάτων».
«Δηλαδή,
Γώγα, ούτε δουλειά έχεις, ούτε πού να μείνεις… Λεφτά από το Δουρέντη δεν έχεις,
τα απαρνήθηκες, οπότε…»
«Ένα
μηνιάτικο, από τότε που δούλευα στον Αρχοντόπουλο, μου έχει μείνει. Τα άλλα που
είχα, τα χάλασα για να πληρώσω τα ρούχα, το ξενοδοχείο, τα έξοδα του δικηγόρου,
χωρίς την αμοιβή του που μου τη χάρισε, το γάλα του παιδιού και τις άλλες
ανάγκες του. Και πρέπει να φύγω σε λίγες ημέρες και από το σπίτι της κυρίας
Κλάρας».
«Τι
να πω. Κάτι σε κυνηγάει. Επάνω που πας να χαρείς, σου δίνει μια και άντε πάλι
πίσω. Δεν ξέρω πώς μπορώ να σε βοηθήσω. Πες μου εσύ τι θέλεις να κάνω…»
Η
Γωγώ ακούμπησε το μικρό Άγγελο στον καναπέ, για να σκουπίσει τα μάτια της από
τα δάκρυα και τη μύτη της που έτρεχε ασταμάτητα. Είχε καιρό να ξεσπάσει. Στο
σπίτι της κυρίας Κλάρας δεν ήταν σχεδόν ποτέ μόνη. Το είχε ανάγκη. Ο μικρός
Άγγελος την κοιτούσε με έκπληξη. Ο Μήτσος κάθισε από την άλλη μεριά του καναπέ
και την αγκάλιασε τρυφερά.
«Κλάψε,
Γώγα… Θα σου κάνει καλό», της είπε, καθώς της χάιδεψε απαλά τα μαλλιά.
«Πόσο
ανόητη είμαι τελικά… Πόσο εύκολα παρασύρομαι… Νομίζω ότι όλοι σκέφτονται όπως
εγώ. Ποια είμαι εγώ; Αν δεν ήμουν όμορφη ποιος θα μου έδινε σημασία… Λίγη
καλοσύνη να μου δείξουν και πιστεύω πως με έχουν και ανάγκη, πως θα μου λύσουν
και όλα μου τα προβλήματα».
«Μήπως
πρέπει να απομακρυνθείς από ανθρώπους που ανήκουν σε διαφορετική τάξη από σένα;
Μόνη σου είπες ότι παρασύρεσαι. Υπάρχουν και καλοί εκεί, όπως και πολλοί κακοί
και στη δική μας, αλλά το συμφέρον πάντα επικρατεί εκεί. Μήπως να πείσεις τον
εαυτό σου ότι η ζωή σου θα είναι καλύτερη, όταν γύρω σου θα βρίσκονται άνθρωποι
απλοί, με κοινά ενδιαφέροντα, ανησυχίες, πόθους, βάσανα, αυθόρμητοι, χωρίς να
κρύβουν τις σκέψεις τους, που να μη θέλουν να σε εκμεταλλευτούν, που να σε
σέβονται γι’ αυτό που πραγματικά είσαι… Για σκέψου το. Ξεκαθάρισε τις διαφορές
στο μυαλό σου. Καλή η κυρία Θεοδώρα, μπορεί και κάποιοι άλλοι που γνώρισες,
αλλά δεν είναι σαν εμάς».
«Μήτσο,
η Αθήνα σου έμαθε πολλά… Σε άλλαξε. Δεν είσαι ο Μήτσος που ήσουν στο χωριό… Ούτε
κι εγώ είμαι η ίδια. Το θέμα είναι τι κάνουμε τώρα… Θέλω να σε ρωτήσω, μα
φοβάμαι μην το πάρεις στραβά, και με το δίκιο σου. Μήπως μου πεις ότι ήρθα
πάλι, τώρα που σε έχω ανάγκη».
«Πριν
λίγο σε ρώτησα τι θέλεις να κάνω. Λέγε λοιπόν και μακάρι να μπορώ».
«Να,
αν κοιμόμουνα εγώ εδώ στον καναπέ και να έβαζα δίπλα την κούνια του Άγγελου, δε
θα σε ενοχλούσαμε και πολύ. Ο Άγγελος είναι ήσυχος, τη νύχτα δεν ξυπνάει. Προσωρινά,
μέχρι να βρω κάτι να κάνω κι εγώ. Θα σου μαγειρεύω κιόλας και θα σου πλένω και
τα ρούχα, θα καθαρίζω και το σπίτι».
«Δύσκολο
πολύ αυτό που μου ζητάς, Γώγα. Πρώτα πρώτα θα λιώνω καθημερινά από την παρουσία
σου εδώ. Να είσαι κοντά μου, να ζούμε μαζί και όμως στην πραγματικότητα να
είσαι τόσο μακριά μου. Να υπομείνω αυτό το βάσανο, για πόσον καιρό όμως; Αν δε
βρεις κάτι να κάνεις, όπως λες, τι θα γίνει; Να σε διώξω δεν υπάρχει περίπτωση,
οπότε; Καταλαβαίνεις πως δεν είναι καθόλου απλό, άσε το τι θα λέει ο κόσμος και
τι θα μας ακολουθεί έπειτα και τους δυο. Αλλά και οικονομικά, εγώ αυτά που βγάζω
από τη δουλειά, ίσα που φτάνουν να πληρώνω τα έξοδα μου και έναν καφέ στο
καφενείο, με αυτά δεν μπορούμε να ζούμε και οι τρεις».
«Έχεις
δίκιο, Μήτσο. Αυτή είναι η αλήθεια. Όμως δε σου λέει κάτι ότι ήρθα εδώ
Πρωτοχρονιά, ακόμα και από ανάγκη; Δεν πήγα να κλαφτώ στην κυρία Θεοδώρα, ούτε
και σε κάποιους άλλους που θα μπορούσα, ήρθα σε σένα Μήτσο. Ήρθα σε σένα γιατί
ήξερα ότι εσύ θα με σεβαστείς, θα μου πεις αυτά που πραγματικά έχεις στο μυαλό
σου, γιατί θα είσαι ειλικρινής και δε θα με εκμεταλλευτείς. Αλλά να σε ρωτήσω,
τώρα που κάνουμε την κουβέντα, πέρυσι μου είπες ότι ευχαρίστως θα με
φιλοξενούσες και στη συνέχεια καταριόσουν τον εαυτό σου, που δεν ήρθες να με
πάρεις από το Ναύπλιο. Τι άλλαξε Μήτσο; Μήπως το παιδί, που δεν ήξερες τότε ότι
είχα στην κοιλιά μου; Μήπως πρέπει να προσθέσεις στους άλλους λόγους και
αυτόν;»
«Αν
δε σε αγαπούσα τόσο, θα σε χαστούκιζα… Μη μου ξαναπείς κάτι τέτοιο. Ο Μήτσος
φτωχός είναι, όχι φτηνός. Νομίζεις ότι αυτά που σου είπα για τους ανθρώπους,
στα είπα για να σε εντυπωσιάσω; Μια στιγμή να ντυθώ και πάμε με ταξί να πάρουμε
τα πράγματα σου από το σπίτι της κυρίας Κλάρας. Και την κούνια του Άγγελου.
Κιοτής δεν ήταν ο Μήτσος ποτέ, ούτε και θα γίνει».
Μαζεύτηκε
η Γωγώ, ντροπιάστηκε έτσι που του μίλησε. Μεγάλο το λάθος της. Θέλησε να τον
πικάρει, δεν ήταν ότι το πίστευε. Μετάνιωσε, μα ήταν αργά. Πήγε στο μπάνιο τον
Άγγελο και τον άλλαξε γιατί είχε βραχεί. Ο Μήτσος ντύθηκε και χωρίς να μιλήσουν
βγήκαν στο δρόμο να περιμένουν να περάσει κάποιο ταξί.
Κεφάλαιο 15
Παγωνιά…
«Βρε,
καλώς τους… Καλώς τους. Περάστε…»
«Κυρία
Κλάρα, συγγνώμη για την αναστάτωση αλλά, θα σας πω γιατί ήρθαμε μαζί με το
Μήτσο».
«Εσύ
λοιπόν είσαι ο κύριος Μήτσος, που τόσα έχω ακούσει για σένα και ανυπομονούσα να
σε γνωρίσω… Τώρα που σε βλέπω καταλαβαίνω γιατί σε έκρυβε η Γωγώ».
«Χαίρω
πολύ κυρία μου και ευχαριστώ για τα καλά σας λόγια… Μα νομίζω ότι
υπερβάλλεται».
Ήρθαν
και τα κορίτσια να γνωρίσουν το Μήτσο, παρέλαβαν τον Άγγελο και εξαφανίστηκαν
από το σαλόνι που ήδη βρίσκονταν η κυρία Κλάρα, η Γωγώ και ο Μήτσος. Η Γωγώ
πήγε στην κουζίνα να φτιάξει καφέδες. Ο Μήτσος βρήκε ευκαιρία να μιλήσει στην
κυρία Κλάρα χωρίς να τον ακούσει η Γωγώ.
«Κυρία
Κλάρα, ξέρω πως έχετε φερθεί καλά και με το παραπάνω, στη Γωγώ και το μικρό
Άγγελο. Μου είπε ότι δεν μπορείτε άλλο να την κρατήσετε εδώ, άλλωστε πρέπει και
αυτή να βρει το δρόμο της. Θα την πάρω στο σπίτι μου και από κει και πέρα θα
ψάξουμε να βρούμε κάποια λύση. Δεν έχω κι εγώ κάτι συγκεκριμένο για να τη
βοηθήσω. Θα δούμε».
«Κύριε
Μήτσο, την άλλη βδομάδα τελειώνουν οι διακοπές των κοριτσιών. Ξαναρχίζουν,
σχολεία, φροντιστήρια, ξένες γλώσσες, πιάνο, βιολί, μπαλέτο, καταλαβαίνετε ότι
δε θα έχουν καθόλου ελεύθερο χρόνο. Και μόνο η παρουσία του μικρού Άγγελου, που
είδατε την αδυναμία που του έχουν, θα τα αποδιοργανώνει. Εγώ από την άλλη, δεν
είχα ποτέ υπηρέτρια στο σπίτι μου και ούτε και θέλω. Τις δουλειές έχω παραδουλεύτρες
να μου τις κάνουν, χωρίς να μένουν στο σπίτι. Εγώ είμαι έμπορος, αγαπάω τη
δουλειά μου και από τότε που με εγκατέλειψε ο σύζυγος μου, πριν από πέντε
χρόνια, ανέλαβα μόνη μου και διευθύνω το κατάστημα στη Σταδίου και έχω και
ποσοστό από ένα ονομαστό ατελιέ στην οδό Σκουφά. Θέλω ειλικρινά να βοηθήσω τη
Γωγώ, αλλά δεν είναι εύκολο, με το παιδί και τα λίγα που ξέρει να κάνει...
Εσείς είσαστε κτηνοτρόφος και εργάζεστε σε γαλακτοβιομηχανία, έτσι δεν είναι;»
«Ναι,
κυρία Κλάρα, ξέρω καλά και από τυριά».
«Μου
δίνεις μια ιδέα τώρα, βέβαια εξαρτάται από τη Γωγώ. Μπορεί να μη συμφωνεί».
«Έφερα
τα καφεδάκια και βασιλόπιτα που κόψαμε το βράδυ. Τι λέτε εσείς εδώ; Πολύ
σοβαρούς σας βλέπω» τους διέκοψε η Γωγώ.
«Για
κάθισε, Γωγώ, που θέλω να σε ρωτήσω. Φεύγεις από δω σήμερα και πηγαίνεις στο
σπίτι του κυρίου Μήτσου. Ως τι πηγαίνεις να ζήσεις με το παιδί σου στο σπίτι
ενός άνδρα; Το έχεις σκεφτεί; Δεν είμαι εγώ που θα ρωτήσω το πώς και το γιατί,
ο κόσμος θα ρωτήσει όμως. Είσαι έτοιμη να απαντήσεις; Και δεν είσαι μόνη σου,
Γωγώ, να πεις ότι αρραβωνιάστηκες με τον κύριο Μήτσο και άντε ότι μένετε μαζί.
Έχεις και το παιδί ενός άλλου».
«Μη
με πιέζετε. Άντεξα τους εκβιασμούς του Δουρέντη, τους μήνες της φυλακής για να
φέρω στον κόσμο αυτό το παιδί, που είχε το δικαίωμα να ζήσει. Μη μου ζητάτε να
μετανιώσω που το γέννησα. Γιατί αυτό μου ζητάτε. Αν ήμουνα μόνη, θα υπήρχε λύση
μου λέτε. Ε, λοιπόν, θα πάω να μείνω με το παιδί μου σε ένα φτηνό ξενοδοχείο,
θα δουλεύω δώδεκα ώρες, θα βρω μια κοπέλα να μου το κρατά, όσο θα λείπω και θα
ζήσω».
«Αυτά
δε γίνονται, Γωγώ. Μη βάζεις την απελπισία να σου προτείνει λύσεις γιατί θα
καταστραφείς. Άκουσε με… Έχω αρκετή πείρα, φαίνεται νομίζω. Μόνη σου δε θα
καταφέρεις τίποτα. Κανείς δε σου ζητά να μετανιώσεις για το παιδί σου… Για άλλα
μπορούμε να σου πούμε αν θέλεις αφού μας προκαλείς, σου ζητάμε να φανείς λογική
και να αντιμετωπίσεις τη συνέχεια όπως αυτή θα έρθει και όχι όπως εσύ θέλεις να
έρθει. Κύριε Μήτσο, έχετε σκεφτεί την περίπτωση να ανοίξετε ένα γαλακτοπωλείο,
τώρα που η τυποποίηση του γάλακτος έχει εδραιωθεί και έχει μέλλον; Ήδη σε κάθε
γειτονιά ανοίγουν τέτοια καταστήματα. Εσείς που ξέρετε κιόλας το γάλα και τα
τυριά, θα μπορούσατε να κάνετε προκοπή. Σε αυτό θα σας βοηθούσα, θα σας έδινα
εγγύηση για να ξεκινήσετε. Φαντάζομαι στην εταιρεία που εργάζεστε σας γνωρίζουν
καλά για να σας εμπιστευτούν. Σε μια τέτοια δουλειά, που χρειάζεται πολλές ώρες
να είναι ανοιχτό το κατάστημα, θα ήταν απαραίτητη η Γωγώ. Όμορφη, απλή, με
αντοχές, πρόθυμη και θα έχει και τον Άγγελο μαζί της. Τι λέτε;»
«Το
έχω σκεφτεί, κυρία Κλάρα, αλλά για αργότερα. Προτιμώ το σίγουρο που έχω
σήμερα».
«Αργότερα
θα σου έχει πάρει κάποιος άλλος τη θέση. Στο εμπόριο τις ευκαιρίες τις ψάχνεις.
Αν φοβάσαι, θα μείνεις πάντα στο σίγουρο αλλά εργάτης. Χωρίς να λέω ότι αυτό
είναι οπωσδήποτε κακό».
Τα
λόγια της κυρίας Κλάρας είναι γεγονός ότι προβλημάτισαν και τη Γωγώ και το
Μήτσο. Κατευθείαν στην καρδιά του προβλήματος χτυπούσαν. Την άκουγαν αμίλητοι
και οι δυο.
«Για
να τελειώνω, το πρόβλημα σας είναι πώς θα εμφανίσετε τη σχέση σας, όλα τα άλλα
πιστεύω ότι λύνονται. Αλλά και αυτό λύνεται… Να παντρευτείτε, γιατί όχι;
Γνωρίζεστε, ταιριάζουν τα χνώτα σας, τα ίδια βιώματα έχετε από το χωριό σας,
έχετε συνηθίσει ο ένας τον άλλο, βρεθήκατε κοντά στην περιπέτεια της Γωγώς. Όπως
κοιτάζεις, κύριε Μήτσο, τη Γωγώ μάλλον είσαι ερωτευμένος μαζί της, εεε; Τι άλλο
να πω βρε παιδιά, ερωτική εξομολόγηση κάνω για σας».
Γωγώ
και Μήτσος σαστισμένοι, δεν έβγαινε μιλιά από το στόμα τους. Κοιταζόντουσαν,
σαν να προσπαθούσε ο ένας να δει πώς θα αντιδρούσε ο άλλος σε αυτά που άκουσαν
από την κυρία Κλάρα. Τέτοια πρόκληση, αποκάλυψη, ξεγύμνωμα πραγματικό
αισθημάτων και λογικής, δεν ήταν έτοιμοι να τα αποδεχτούν. Όμως, όπως είχαν
έρθει τα πράγματα δεν μπορούσαν και να τα απορρίψουν. Μπήκαν θέλοντας και μη
στη διαδικασία που θα ξεκαθάριζε και τη μεταξύ τους σχέση και τη ζωή τους στο
μέλλον.
Τα
κορίτσια, με τον ξεκαρδισμένο στα γέλια μικρό Άγγελο διέκοψαν το φορτισμένο
κλίμα στο σαλόνι. Η Γωγώ σηκώθηκε και πήγε στο δωμάτιο, που όλο αυτό τον καιρό
έμενε με τον μικρό Άγγελο, για να μαζέψει τα πράγματα τους. Δεν άργησε και
πολύ, δεν ήταν και τόσα πολλά. Η κυρία Κλάρα οδήγησε το Μήτσο στο δωμάτιο για
να πάρει την κούνια του παιδιού και βρήκε την ευκαιρία να του πει τις
τελευταίες της κουβέντες, χωρίς να την ακούσει η Γωγώ.
«Κύριε
Μήτσο, άνδρας είσαι, πάρε τις πρωτοβουλίες, η Γωγώ είναι πελαγωμένη, πέρασε και
τόσα. Πιστεύω ότι θα είσαι καλός σύζυγος και κοίταξε να προχωρήσεις γρήγορα το
θέμα του γαλακτοπωλείου. Εδώ άσχετοι άνθρωποι και τα καταφέρνουν. Θα περιμένω
νέα σου».
Χαιρετήθηκαν
ζεστά, ευχήθηκαν καλή χρονιά για όλους και κατέβηκαν με τα πράγματα. Τα
κορίτσια κατέβηκαν και αυτά και δεν άφηναν τον Άγγελο από την αγκαλιά τους.
«Γωγώ,
θα μας τον φέρεις την Κυριακή… Εντάξει;»
Σταμάτησαν
ένα ταξί, το φόρτωσαν και πήραν το δρόμο για το Βοτανικό. Στο δρόμο μιλιά, μόνο
ο Άγγελος έλεγε τις μισές λέξεις, που μόνο αυτός καταλάβαινε.
Έφτασαν
στο σπίτι, η Γωγώ τακτοποίησε τα πράγματα και ο Μήτσος άναψε τη σόμπα. Χοιρινές
μπριζόλες είχε στο ψυγείο του ο Μήτσος. Η Γωγώ του είπε ότι θα μαγειρέψει αυτή.
Τις έβαλε στην κατσαρόλα με πατάτες. Ετοίμασε και μια σούπα για τον Άγγελο, με
πατάτες, κολοκύθι, καρότο και ζουμί από το χοιρινό. Τάισε πρώτα τον Άγγελο,
μέχρι να καλοψηθούν σε σιγανή φωτιά οι μπριζόλες και μετά κάθισαν στο τραπέζι
που υπήρχε στο δωμάτιο για να φάνε. Ραδίκια, φέτα από το χωριό και ένα
βαρελίσιο κρασί στο χρώμα του ρουμπινιού, συνόδεψαν το χοιρινό και τις πατάτες.
Ο
μικρός Άγγελος αποκαμωμένος αποκοιμήθηκε μόλις η Γωγώ τον έβαλε στην κούνια
του. Απόλυτη ησυχία στο σπίτι, μόνο τα ξύλα που καίγονταν στη σόμπα ακούγονταν
και τα μπουριά που έτριζαν καθώς περνούσε μέσα τους ο καυτός καπνός. Πνίγονταν
και οι δυο, είχαν να πουν πολλά, μόνο που κανείς τους δεν έκανε την αρχή.
Ο
Μήτσος έσπασε τη σιωπή. «Γωγώ, τι έχεις να πεις γι’ αυτά που μας είπε η κυρία
Κλάρα;»
«Πολλά
είπε η κυρία Κλάρα. Για ποιο απ’ όλα;»
«Μην
κάνεις τη χαζή… Σήμερα είναι Παρασκευή, Πρωτοχρονιά, αύριο στο εργοστάσιο
δουλεύει μόνο μία βάρδια και εγώ έχω ρεπό, όπως έχω και την Κυριακή. Μέχρι τη
Δευτέρα έχουμε, με τη σημερινή, τρεις ημέρες καιρό για να αποφασίσουμε τι θα
κάνουμε. Νομίζω ότι γνωρίζεις καλά το πρόβλημα και τις λύσεις που υπάρχουν ή
που δεν υπάρχουν. Εγώ θα κάνω την πρόταση μου και θέλω να είμαι ξεκάθαρος
απέναντι σου. Μπορεί να νομίζεις ότι βρίσκομαι σε πλεονεκτική θέση, μα αν το
καλοσκεφτείς, δεν είναι καθόλου έτσι. Η απάντηση σου σε παρακαλώ να γίνει με το
μυαλό στο αύριο. Όχι στο πώς θα ξεπεράσεις το δύσκολο σήμερα».
«Σε
ακούω, Μήτσο, τι είναι αυτό που έχεις να μου προτείνεις;»
«Ανοίγουμε
μαζί ένα γαλακτοπωλείο και παντρευόμαστε Γωγώ. Τι άλλο!»
Η
Γωγώ δεν έδειξε να αιφνιδιάζεται. Μπορεί μέσα της και να περίμενε μια τέτοια
πρόταση. Μόνο που δεν ήταν έτοιμη να του απαντήσει.
«Με
είπες Γωγώ, Μήτσο, και όχι Γώγα. Σημαίνει κάτι αυτό;»
«Μπορεί…
Δεν ξέρω, δεν το σκέφτηκα. Το θέμα μας δεν είναι αυτό, το θέμα μας είναι να
αποφασίσεις τι θέλεις και να μου απαντήσεις. Εγώ σου είπα τι πιστεύω ότι είναι
το καλύτερο για μένα, για σένα και το παιδί. Αν αποφασίσεις κάτι άλλο, κάποιος
από τους τρεις ή και οι τρεις θα βγούμε χαμένοι. Δεν υπάρχει λόγος πια να
κρυβόμαστε. Όλα είναι ξεκάθαρα».
«Δηλαδή
βάζεις αισθήματα και συμφέρον μαζί. Χώρια δεν έχω δικαίωμα να διαλέξω».
«Δεν
είναι έτσι, Γώγα. Όλα έχουν τη σημασία και το ρόλο τους, μα η λογική πρέπει να
επικρατήσει, για να αντιμετωπιστεί μια κατάσταση που ήδη έχει διαμορφωθεί. Δεν
ξεκινάμε κάτι από την αρχή, αυτό που υπάρχει πάμε να διορθώσουμε. Ας πούμε ότι
παίρνω το ρίσκο και ανοίγω το γαλακτοπωλείο για να δουλέψεις και εσύ εκεί, θα
συνεχίσουμε να μένουμε μαζί; Θα πας σε άλλο σπίτι μόνη σου; Πώς θα σε συστήνω
στο μαγαζί; Σαν φίλη, πατριώτισσα που έχει ένα εξώγαμο και σκότωσε τον πρώην
άνδρα της; Είναι σκληρό αυτό που λέω, αλλά αυτή είναι η αλήθεια. Απέναντι δε θα
έχεις το Μήτσο, θα έχεις τον κόσμο που θα διψά να ξεπλύνει πάνω σου τα δικά του
λάθη».
«Αν
μου είχες μιλήσει έτσι στο χωριό, πριν φύγω, ίσως τώρα να μην είχαμε φτάσει
εδώ, εγώ δηλαδή».
«Το
είπες και το πρωί, Γώγα, ότι οι άνθρωποι αλλάζουν. Οι καταστάσεις τους
ωριμάζουν γρήγορα, οι δυσκολίες και η θέληση να ξεφύγουν από τα βαρίδια, τους
φόβους, τις προκαταλήψεις, να ανοίξουν το μυαλό τους, να ελευθερώσουν τις
ανησυχίες τους, να πλησιάσουν, να αισθανθούν την ελευθερία. Η Αθήνα και η
δουλειά στο εργοστάσιο, μου έδωσαν την ευκαιρία, με έκαναν να δω τη ζωή
διαφορετικά, κυρίως, να στέκομαι στην αλήθεια, ακόμα και όταν όλα γύρω είναι
ψεύτικα».
«Μέχρι
την Κυριακή το βράδυ θα έχεις την απάντηση μου. Όχι για να υπολογίσω μέχρι τότε
αν με συμφέρει η πρόταση σου, για να ξεκαθαρίσω μέσα μου κάποια ερωτηματικά,
δικά μου, που υπάρχουν και με βασανίζουν».
Σάββατο
πρωί, Μήτσος και Γωγώ με τον μικρό Άγγελο στην αγκαλιά, πηγαίνουν μέχρι τα
Πετράλωνα και παίρνουν τον ηλεκτρικό για την Ομόνοια. Κάνουν βόλτα στην οδό
Αθηνάς και τη Σωκράτους και ψωνίζουν τρόφιμα και πράγματα απαραίτητα, κυρίως
για το παιδί, αφού τουλάχιστον για λίγες ημέρες ακόμη θα έμεναν στο σπίτι του
Μήτσου.
Γύρισαν
περασμένες δύο το μεσημέρι και αμέσως η Γωγώ έβαλε να φάνε. Ξάπλωσαν και το
απόγευμα ο Μήτσος έφυγε να πάει στο καφενείο. Η Γωγώ, άφησε τον Άγγελο στην
κούνια του και έπιασε να καθαρίσει το σπίτι. Ήταν ευκαιρία να σκεφτεί αυτά που
της είχε πει ο Μήτσος και τι θα του απαντούσε.
Μέχρι
το βράδυ, που ήρθε ο Μήτσος από το καφενείο, δεν είχε αποφασίσει. Ήθελε να
ακούσει και τη γνώμη της κυρίας Θεοδώρας. Κυριακή πρωί, παίρνει ταξί, με το
παιδί στην αγκαλιά και πηγαίνει στο σπίτι της κυρίας Θεοδώρας. Κάνει και μια
στάση πριν στο σπίτι της κυρίας Κλάρας, να αφήσει τον Άγγελο. Φτάνοντας, λέει
στην κυρία Θεοδώρα ότι θέλει να μιλήσουν και στέλνουν και τη Νικολίτσα στο
σπίτι της κυρίας Κλάρας, για να μείνουν μόνες τους. Της λέει για τη συζήτηση
που είχαν κάνει με την κυρία Κλάρα και την πρόταση του Μήτσου.
Στην
ουσία η Γωγώ, αυτό που ήλπιζε, ήταν με τη βοήθεια της κυρίας Θεοδώρας να πάρει
παράταση, για την όποια τελική της απόφαση. Όσο και να τα ζύγιζε, κάτι έλειπε
για να ισιώσει τη ζυγαριά.
«Ώρες
ώρες είσαι τόσο λογική και άλλες τόσο επιπόλαιη και ανεύθυνη, νομίζεις ότι ο
κόσμος φτιάχτηκε για σένα, ότι όλοι κάτι σου χρωστούν. Ούτε είκοσι χρονών δεν
είσαι και έχεις ένα εξώγαμο, μη το πω μπάσταρδο και σε προσβάλλω, που ο πατέρας
του πέθανε και που εσύ σκότωσες τον άνθρωπο που παντρεύτηκες. Ο φόνος είναι
φόνος, μπορεί να έχεις δικαιολογία για την πράξη σου και γι’ αυτό να αθωώθηκες,
όμως ένας άνθρωπος έφυγε από το χέρι σου. Σκληρά αυτά που σου λέω, αλλά
αληθινά, ποιος θα καθίσει να του εξηγήσεις πώς και γιατί έγιναν έτσι τα
πράγματα. Θα κρίνει από αυτό που βλέπει και θα φεύγει μακριά σου. Ποια τύχη
μπορείς να έχεις από δω και πέρα, το έχεις σκεφτεί; Παρουσιάζεται κάποιος που
τον ξέρεις και με το παραπάνω, που σε αγαπά και που είναι έτοιμος να σε
υπερασπιστεί και να σου προσφέρει ό,τι καλύτερο για το παιδί σου και για σένα
και εσύ το σκέφτεσαι κιόλας. Αντί να βάλεις κάτω το κεφάλι και να τον
ευχαριστήσεις για τη μεγάλη του καρδιά, κάνεις και τη δύσκολη. Ξέρεις πού θα
καταλήξεις, αν συνεχίσεις με αυτά τα μυαλά; Σε κανά μπουρδέλο κάτω από την
Ομόνοια».
«Μη
με αδικείτε, κυρία Θεοδώρα. Όλα τα σκέφτομαι αλλά και το Δουρέντη για να
προστατεύσω το παιδί μου και μένα τον παντρεύτηκα και είδατε τα αποτελέσματα…» απάντησε
βουρκωμένη η Γωγώ.
«Δεν
είναι καθόλου το ίδιο. Εκείνος ο γάμος ήταν με έναν άγνωστο και γεμάτος ψέματα
και από τους δυο σας. Δε θα συγκρίνεις την ατιμία του Δουρέντη με τις αγνές
προθέσεις του Μήτσου. Και πάντα μιλάμε για το σήμερα. Για το τι θα γίνει αύριο
κανένας δεν μπορεί να είναι σίγουρος. Και εγώ και εσύ το πήραμε το μάθημα μας,
αφού πρώτα το πληρώσαμε ακριβά. Γωγώ, αυτό που σου προτείνει ο Μήτσος είναι το
σωστό. Να μην ξαναλέμε τα ίδια. Αν αισθάνεσαι και κάποια έλξη για το Μήτσο,
λόγω της φιλίας, λόγω ότι σου στάθηκε στις δυσκολίες σου και δεν ξέρω για όποιο
άλλο λόγο, μην το σκέφτεσαι καθόλου. Παντρέψου τον. Θα σε προστατεύσει και σένα
και το παιδί και το μαγαζί που θα φτιάξετε, με λίγη προσοχή, θα σας προσφέρει
μια άνετη ζωή. Και μην ξεχνάς, ότι για έναν άνδρα, το να δεχτεί μια γυναίκα με
το παιδί ενός άλλου, δεν είναι καθόλου εύκολο. Λίγοι άνδρες το αποδέχονται
πραγματικά. Να εύχεσαι να είναι από αυτούς ο Μήτσος. Εμένα πάντως, μου φαίνεται
πως είναι ένας από αυτούς».
Κάπου
εκεί, η Γωγώ δεν κρατήθηκε. «Στο Μήτσο έδωσα την παρθενιά μου, πριν φύγω από το
Βουργαρέλι για να έρθω στο Ναύπλιο…»
Το
αμήχανο γέλιο από την έκπληξη της κυρίας Θεοδώρας, πρέπει να ακούστηκε και
στους έξι ορόφους της πολυκατοικίας.
«Τι
μου λες, βρε Γωγώ! Από τα πιο ωραία πράγματα που έχω ακούσει στη ζωή μου. Δεν
το πιστεύω! Είναι τόσο όμορφο. Σοβαρά, Γωγώ;»
«Μου
είχαν πει τόσα πριν έρθω στο σπίτι σας για υπηρέτρια που είχα φοβηθεί. Έτσι,
αποφάσισα να δώσω την παρθενιά μου σε ένα αγόρι στο χωριό μου και διάλεξα το
Μήτσο. Δε μετάνιωσα τελικά, ο Μήτσος το άξιζε».
«Και
το σκέφτεσαι, Γωγώ; Εκτός αν είδες κάτι που δε σου άρεσε… Πες μου πως όχι!»
«Μια
χαρά είναι ο Μήτσος και με σεβάστηκε και με το παραπάνω».
«Ε,
τότε τι ψάχνεις παιδί μου… Τα άλλα τα δοκίμασες και είδες τα αποτελέσματα. Πάρε,
βρε, το χριστιανό να σωθείς και συ και το παιδί σου. Ζωή χαρισάμενη θα περάσεις
με τον άνθρωπο».
«Λέτε;
Είπα να μην αποφασίσω αν δεν πάρω τη γνώμη σας».
«Δυο
λεπτά να ντυθώ, περνάμε από την Κλάρα να πάρουμε το παιδί και τη Νικολίτσα και
πάμε στο σπίτι του Μήτσου».
«Δε
χρειάζεται, γιατί να βιαστούμε…»
Η
κυρία Θεοδώρα χάθηκε στην κρεβατοκάμαρα της και σε λίγο εμφανίστηκε ντυμένη και
αποφασισμένη να πάρει αυτή τις πρωτοβουλίες.
«Ο
Μήτσος είναι στο σπίτι; Έχεις κλειδιά να μπούμε αν δεν είναι εκεί;»
«Ναι,
μου τα έδωσε από χθες».
«Αχ,
δεν ξέρεις να εκτιμάς, θα μου πεις κι εγώ που ήξερα…»
Πήγαν
με τα πόδια μέχρι το σπίτι της κυρίας Κλάρας, αφού πρώτα πέρασαν από ένα
ζαχαροπλαστείο της πλατείας να πάρουν γλυκά. Κατέβηκε η Νικολίτσα με το παιδί
και πήραν ταξί για να πάνε στο Βοτανικό.
Ο
Μήτσος δεν ήταν εκεί, δεν είχε επιστρέψει από το καφενείο. Μπήκαν στο σπίτι και
η Νικολίτσα έβαλε ξύλα και άναψε τη σόμπα. Η κυρία Θεοδώρα επιθεώρησε το σπίτι
και την αυλή.
«Δεν
είναι άσχημο, μικρό βέβαια αλλά αν εκμεταλλευτείτε την αυλή ο χώρος μπορεί να
διπλασιαστεί».
«Με
ενοίκιο είναι εδώ ο Μήτσος. Δεν είναι δικό του» η παρατήρηση της Γωγώς.
«Καλά
καλά, αυτό θα το δούμε μετά. Τι φαγητό έχεις, Γωγώ;»
«Μια
κότα που πήραμε χθες στην αγορά έχω βράσει, σούπα με ρυζάκι, αυγολέμονο. Να
φάει και ο Άγγελος».
«Ωραία,
φτάνει και για μας, έτσι; Θα φάμε όλοι μαζί και αφού ακούσω πρώτα όσα πεις στο
Μήτσο, μετά θα μιλήσω κι εγώ».
«Θα
μου πείτε και μένα τι συμβαίνει;» απόρησε δικαιολογημένα η Νικολίτσα.
«Μην
ανησυχείς, Νικολίτσα, θα καταλάβεις αργότερα μόλις ακούσεις», η απάντηση από
την κυρία Θεοδώρα.
Ο
γρίφος πλανάται στο σπίτι του Μήτσου. Ο ίδιος δεν το ξέρει. Μπαίνει ανοίγοντας
την πόρτα με το κλειδί του και μένει αποσβολωμένος.
«Μήτσο
μου, επέμεναν να με φέρουν και ήρθαν μαζί μου, ήθελαν να μας κάνουν επίσκεψη», τον
προλαβαίνει η Γωγώ.
«Και
πολύ καλά έκαναν, μόνο να μη ντροπιαστούμε, το φτωχικό μου δεν έχει και πολλές
ανέσεις, ούτε πράγματα περιωπής. Τα απαραίτητα ενός εργένη», η απάντηση μόλις
συνήλθε ο Μήτσος.
«Μια
χαρά είναι το σπίτι σου, Μήτσο. Μπορεί να γίνει και καλύτερο. Αλλά ούτε
χαιρετηθήκαμε, βρε παιδί μου. Να έχεις μια καλή χρονιά και να σου φέρει ό,τι
επιθυμείς. Είναι η τρίτη φορά που σε βλέπω, αν δεν κάνω λάθος, μου φαίνεται ότι
όσο πας και ομορφαίνεις».
«Ευχαριστώ
πολύ, κυρία Θεοδώρα, να είστε καλά και σας εύχομαι ο καινούργιος χρόνος να
βοηθήσει να πραγματοποιηθούν οι επιθυμίες σας».
«Ηλίθιες
που είμαστε οι γυναίκες… Να σε ρωτήσω, βρε Μήτσο. Εσύ κτηνοτρόφος δεν είσαι;
Πρόβατα δεν έβοσκες; Στο βουνό, στη στάνη δε ζούσες; Ας μη συνεχίσω…»
«Μη
με φέρνετε σε δύσκολη θέση, κυρία Θεοδώρα. Είστε τόσο αξιοπρεπής. Και θαρραλέα,
μην το ξεχνάμε…»
«Γωγώ,
δε σηκώνεσαι να βάλεις να φάμε; Η Νικολίτσα θα ταΐσει το παιδί».
«Σας
αρέσει να δίνετε εντολές, ε…» το φαρμακερό σχόλιο του Μήτσου.
«Έχεις
δίκιο, μα δεν το κάνω για να υποτιμήσω τον άλλο, να του δείξω ότι εγώ είμαι
ανώτερη, ότι εγώ έχω την εξουσία, ότι εγώ μόνο ξέρω ποιο είναι το σωστό. Το
κάνω γιατί αυτό που πιστεύω ότι πρέπει να γίνει, ακόμα και αν είναι λάθος, μέχρι βέβαια να αποδειχτεί
ότι είναι λάθος, πρέπει να γίνεται, με τον τρόπο που νομίζω ότι είναι ο καλύτερος.
Από μικρή έμαθα να παίρνω αποφάσεις και φυσικά την ευθύνη γι’ αυτές. Ο πατέρας
μου ήταν μεσίτης, ήθελε ένα γιο για να τον διαδεχτεί στις δουλειές του. Όμως
του έτυχαν δυο κόρες. Εγώ και η μικρότερη, η Κλάρα. Με μεγάλωσε με τις αρχές
του. Δεν τις ακολούθησα και όλες, αλλά αρκετά από αυτά που μου δίδαξε, τα
κράτησα».
«Πάντως,
έχετε μια υπεροψία… Έναν εγωισμό που δεν κρύβεται».
Χαμογέλασε
η κυρία Θεοδώρα με ύφος που έδειχνε να συμφωνεί με την παρατήρηση του Μήτσου.
«Το
φαγητό είναι έτοιμο. Μήτσο να μεταφέρουμε το τραπέζι κοντά στον καναπέ για να
καθίσουμε οι δύο και οι άλλοι δύο στις καρέκλες. Να μας συγχωρείτε, κυρία
Θεοδώρα, αλλά έχουμε μόνο δυο καρέκλες».
Όταν
τέλειωσαν το φαγητό και μάζεψαν τα πιάτα, η Γωγώ έβαλε στη μέση του τραπεζιού
το κουτί με τα γλυκά. Διάλεξαν τι άρεσε στον καθένα και σε λίγο το κουτί είχε
αδειάσει.
«Γωγώ,
κάτι είχες να μας πεις. Έτσι δεν είναι;» η κυρία Θεοδώρα δεν άφησε περιθώριο
στη Γωγώ για άλλη καθυστέρηση.
«Θα
σας πω. Δε θέλω να παντρευτώ το Μήτσο γιατί αυτή είναι η μόνη λύση που έχω. Δε
θέλω να παντρευτώ από ανάγκη, γιατί αν δεν παντρευτώ θα βρεθώ στο δρόμο κι εγώ
και το παιδί μου. Δε θέλω να κάνω αυτό που θέλουν οι άλλοι. Αν είναι να
παντρευτώ το Μήτσο, θα το κάνω γιατί το θέλω εγώ, γιατί αξίζει να είναι άνδρας
μου και θέλω να είμαστε περήφανοι, αυτός για μένα κι εγώ γι’ αυτόν.
Καταλάβατε;»
Τη
σιωπή που ακολούθησε διέκοψε η Νικολίτσα:
«Τι
είναι αυτά που ακούω… Εξήγησε μου, Γωγώ».
«Νικολίτσα,
ο Μήτσος έχει ζητήσει σε γάμο την αδελφή σου και η Γωγώ το σκέφτεται.
Γνωρίζονται τόσα χρόνια και όπως ήρθαν τα πράγματα νομίζω ότι πρέπει να δεχτεί.
Αυτό είναι όλο».
«Ναι,
Νικολίτσα, τόσο απλό είναι. Λες ένα ναι και μετά κάθεσαι να μετράς τις φορές
που θα δικαιώνεσαι ή θα μετανιώνεις».
Πριν
καλά καλά να τελειώσει τη φράση της η Γωγώ, ο Μήτσος είχε σηκωθεί και είχε βγει
έξω στην αυλή. Η κυρία Θεοδώρα κοίταξε βλοσυρά τη Γωγώ κουνώντας δεξιά αριστερά
το κεφάλι της. Η Νικολίτσα μαζεύτηκε στην καρέκλα της.
Η
Γωγώ ακολούθησε το Μήτσο στην αυλή. Έκλεισε και την πόρτα βγαίνοντας.
«Συγγνώμη,
Μήτσο μου, αν σε πίκρανα, αλλά προτιμάς να σου πω ψέματα; Να σε παντρευτώ γιατί
έτσι πρέπει; Γιατί αυτό θέλουν οι άλλοι;»
«Ξέρεις
κάτι Γωγώ… Βαρέθηκα να σε βλέπω στο ρόλο της αδύναμης και κακομαθημένης… Και
προβλέπω ότι σύντομα και όσοι σε αγαπούν θα βαρεθούν και αυτοί. Δεν ξέρω τι
ψάχνεις. Ένα μεγάλο έρωτα… Το βασιλόπουλο… Σου έτυχαν και τα δυο στη ζωή, δεν
πρέπει να έχεις παράπονο. Από μένα δεν ξέρω τι θέλεις… Αν θέλεις κάτι. Άφησε με
καλύτερα στο δρόμο μου, πήγαινε και εσύ να βρεις αυτό που λαχταράς. Σου εύχομαι
ολόψυχα να το βρεις, για να μη χρειάζεται να μετράς τις φορές που θα το
μετανιώνεις».
«Γιατί
μου το κάνεις αυτό, Μήτσο; Έχω εγώ άλλον εκτός από σένα… Δε θέλω να σε χάσω και
δε θέλω να με ξαναπείς Γωγώ».
«Εντάξει
Γώγα, εγώ πήρα την απόφαση και θα προχωρήσω το γαλακτοπωλείο. Ήδη είπα στα
παιδιά στο καφενείο ότι ενδιαφέρομαι να νοικιάσω κάποιο μαγαζί στην πιάτσα.
Μόλις βρω και το κλείσω, θα πάρω και μια κοπέλα από το εργοστάσιο να με βοηθά. Θα
αγοράσω ψυγεία, ράφια, τραπέζια και καρέκλες και θα το ξεκινήσω».
«Με
τι λεφτά, βρε Μήτσο;»
«Μου
είπε η κυρία Κλάρα ότι θα εγγυηθεί για το εμπόρευμα. Θα ζητήσω και από τον
πατέρα μου, που πήγαν καλά οι δουλειές του φέτος με τα πρόβατα, να μου δώσει τα
πρώτα νοίκια και ό,τι μπορεί για τα άλλα έξοδα, θα με βοηθήσουν και από το
εργοστάσιο, θα βάλω και γραμμάτια και πιστεύω σε ένα μήνα, άντε δύο, το
γαλακτοπωλείο να είναι έτοιμο. Θα φέρνω και τυριά και μυζήθρες από το χωριό,
μέλι και ό,τι άλλο μπορώ να πουλήσω και θα το γεμίσω εμπόρευμα».
Η
Γωγώ αισθάνθηκε ντροπή ανάμικτη με απογοήτευση. Για πρώτη φορά ο Μήτσος έδειχνε
να την ξεπερνά, να την αφήνει πίσω και μάλιστα πληγωμένη. Κάθισε στο μουσκεμένο
παγκάκι που υπήρχε στην αυλή. Ρούφηξε τη μύτη της χωρίς να βγάλει μιλιά.
«Τι
κάνεις εκεί, Γώγα… Θα ξεπαγιάσεις».
«Να
ξεπαγιάσω θέλω, να αρρωστήσω μπας και με τον πυρετό ζεσταθεί και το μυαλό μου.
Μπας και αρχίσει να σκέφτεται, γιατί μου φαίνεται ότι έχει παγώσει κι αυτό».
Ο
Μήτσος κάθισε δίπλα της, την αγκάλιασε και τη σκέπασε όσο μπορούσε με το σακάκι
του. Η Γωγώ χώθηκε στην αγκαλιά του και έβαλε το πρόσωπο της στο λαιμό του. Το
σήκωσε λίγο και τον φίλησε στο μάγουλο.
«Μήτσο,
θα ανοίξεις το μαγαζί χωρίς εμένα και θα πάρεις άλλη κοπέλα να σε βοηθά… Και αν
αυτή σου αρέσει και την παντρευτείς;»
«Αν
είναι το τυχερό μας, γιατί όχι…»
«Μήτσο,
σε μισώ… Δεν μπορώ γαμώτο. Με αγαπάς; Πες μου, μη με βασανίζεις».
«Το
ξέρεις ότι σε αγαπάω και ότι θα έκανα τα πάντα για σένα. Στο έχω αποδείξει νομίζω,
δε χρειάζεται να σου το πω… Το θέμα είναι αν εσύ αισθάνεσαι κάτι για μένα και
αν είσαι έτοιμη να με παντρευτείς».
«Πρέπει
να απαντήσω τώρα, ε;»
«Ναι,
Γώγα, τώρα».
«Και
τι θα πούμε για το παιδί και την προηγούμενη ζωή μου;»
«Την
αλήθεια. Δε χρειάζεται να πούμε κάτι άλλο».
«Αν
παντρευτούμε να μας παντρέψει η κυρία Θεοδώρα;»
«Νομίζω
ότι θα μας το προτείνει και αυτή».
«Της
είπα για την παρθενιά μου και σένα».
«Δεν
έπρεπε, αυτό είναι κάτι δικό μας. Δεν αφορά ούτε την κυρία Θεοδώρα ούτε κανέναν
άλλο. Ελπίζω να το σεβαστεί».
«Συγγνώμη,
Μήτσο μου, είμαι τόσο επιπόλαιη τελικά».
«Όλα
συγχωρούνται όταν υπάρχει ειλικρίνεια, καλή πρόθεση και κατανόηση. Κανείς δεν
είναι αλάνθαστος».
«Μήπως
είμαστε τρελοί, βρε Μήτσο, που καθόμαστε έξω στο κρύο και μιλάμε;»
«Γιατί;
Στο κρύο μάθαμε να εκφράζουμε καλύτερα τα συναισθήματά μας. Στο βουνό
γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε».
«Αν
σε γνώριζα σήμερα και μου έλεγες αυτά που μου λες εδώ και τόση ώρα, θα σε
ερωτευόμουνα».
«Δε
σε τιμά αυτό που λες. Αλλά έστω και έτσι, το δέχομαι. Δε μου έδωσες ποτέ την
ευκαιρία να μιλήσω κι εγώ. Πάντα εσύ μιλούσες και σε άφηνα να μιλάς γιατί
φοβόμουνα να μη σε χάσω, μήπως και τα λόγια μου γίνουν αφορμή να μη σε ξαναδώ.
Όμως, μάλλον έκανα λάθος. Το αντίθετο έπρεπε να κάνω…»
«Μήτσο,
σε αγαπάω… Λες να σε αγαπούσα από την αρχή και δεν ήθελα να το παραδεχτώ;»
«Αυτό
μόνο εσύ το ξέρεις. Αυτό που ξέρω εγώ, είναι πως αν δεν μπούμε γρήγορα μέσα στο
σπίτι, δεν πρόκειται να παντρευτούμε. Θα μας βρουν κοκκαλωμένους στο παγκάκι».
«Ευχαριστώ,
Μήτσο. Πάμε να τους πούμε τα νέα».
Η
θέληση…
Όλα
έγιναν όπως τα σχεδίασαν ο Μήτσος και η Γωγώ, με τη βοήθεια της κυρίας Θεοδώρας
και της κυρίας Κλάρας. Τέλος Απριλίου, μετά το Πάσχα, το μαγαζί ήταν έτοιμο.
Ισόγειο, γύρω στα πενήντα τετραγωνικά, σε κεντρικό δρόμο, με δίφυλλη φαρδιά
είσοδο και δυο μεγάλα παράθυρα δεξιά και αριστερά. Τέσσερα τραπεζάκια και δώδεκα
καρέκλες απλωμένα στο μπροστινό μέρος, μετά υπήρχε ένας πάγκος και στη συνέχεια
ένα μεγάλο ψυγείο, στο βάθος ένας νιπτήρας και ντουλάπια για πιάτα και ποτήρια
και στους τοίχους ράφια για εμπορεύματα. Μια πόρτα στην άκρη του πίσω τοίχου
οδηγούσε σε μια μικρή αποθήκη και την τουαλέτα. Αυτό ήταν το μαγαζί που η
ταμπέλα του έγραφε «Τα Τζουμέρκα» και από την πρώτη μέρα λειτουργίας του, φάνηκε
ότι η πελατεία δε θα του έλειπε. Ανάμεσα σε ένα κρεοπωλείο, ένα μανάβικο και
πιο δίπλα από ένα ψιλικατζίδικο, έγινε σημείο αναφοράς στη γειτονιά, για το
γάλα, τα τυριά αλλά και στέκι για έναν καφέ και ένα ούζο περαστικών και
επαγγελματιών της περιοχής.
Ο
γάμος του Μήτσου με τη Γωγώ έγινε στις 26 Ιουνίου 1960 με κουμπάρα την κυρία
Θεοδώρα και λίγους καλεσμένους. Από τη μεριά της Γωγώς ήταν οι αδελφές της, η
ξαδέρφη της η Κατίνα και μια θεία, δευτεροξαδέρφη της μάνας της, που ζούσε μόνη
της από χρόνια στην Αθήνα. Ο πατέρας του Μήτσου έλειπε, δείχνοντας έτσι ότι δε
συμφωνούσε με αυτό το γάμο, ενώ η αδελφή και ο αδελφός του, ήρθαν χωρίς τις
οικογένειες τους και έφυγαν αμέσως μετά το μυστήριο. Ο γάμος έγινε στην
εκκλησία της Αγίας Μαρκέλλας στο Βοτανικό. Μια βδομάδα μετά βαπτίστηκε εκεί και
ο μικρός Άγγελος, με νονές τις κόρες της κυρίας Κλάρας. Λιγότεροι και από το
γάμο όσοι παραβρέθηκαν, είχαν έρθει όμως από το Ναύπλιο η γιαγιά και η θεία του
μικρού Άγγελου, κάτι που χαροποίησε ιδιαίτερα τη Γωγώ, όχι και το Μήτσο, που
πάντως δεν έδειξε φανερά κάποια ενόχληση. Οι χαρές αυτές τους έδωσαν την
ευκαιρία να διασκεδάσουν λίγο και να ξεφύγουν από τις σκοτούρες που είχαν βάλει
στο κεφάλι τους με το μαγαζί. Η ζωή τους κυλούσε με πολλή δουλειά στο μαγαζί
και ηρεμία στο σπίτι. Κλίμα αγάπης, κατανόησης, να μάθει περισσότερο ο ένας τον
άλλο, αυτά ήταν που κυριαρχούσαν στη σχέση τους.
Το
γαλακτοπωλείο ήταν ανοιχτό κάθε μέρα, από τις επτά το πρωί μέχρι τις οκτώ το
βράδυ. Ο Μήτσος άνοιγε το πρωί, πήγαινε στο σπίτι δυο ώρες το μεσημέρι να φάει
και να ξεκουραστεί, γυρνούσε στις πέντε και έκλεινε στις οκτώ, μόνο την Κυριακή
έκλεινε το μαγαζί στις τρεις. Η Γωγώ, πήγαινε κατά τις δέκα με το μικρό Άγγελο
και έφευγε γύρω στις έξι το απόγευμα. Εκτός από το μαγαζί, είχε να φροντίσει
τον Άγγελο και τις δουλειές του σπιτιού. Μεγάλο βάρος και πολλή κούραση, δε
δυσανασχετούσε όμως γιατί οι δουλειές πήγαιναν καλά, ξεχρέωναν τις υποχρεώσεις
που είχαν αναλάβει όταν ξεκίνησαν το μαγαζί και άρχισαν μάλιστα να φτιάχνουν
και κομπόδεμα, που μέρα με τη μέρα όλο και μεγάλωνε.
Η
ασυνήθιστη για τη Γωγώ ζέστη της Αθήνας την ταλαιπώρησε πολύ. Όλο το καλοκαίρι
υπέφερε, με μια βεντάλια συνεχώς στο χέρι και πίνοντας κρύο νερό προσπαθούσε να
την αντιμετωπίσει. Αυτό ήταν και το μοναδικό πρόβλημα της Γωγώς, εκτός βέβαια
από το ότι η ζωή της είχε περιοριστεί μεταξύ λίγων εκατοντάδων μέτρων, από το
σπίτι στο μαγαζί και πάλι πίσω, χωρίς κάτι άλλο που να σπάει αυτή τη μονοτονία.
Τον
Οκτώβρη μένει έγκυος η Γωγώ. Η αλήθεια είναι ότι η ίδια δε βιαζόταν να
ξαναμείνει έγκυος, ήθελε πρώτα να μεγαλώσει λίγο ακόμα ο Άγγελος, όμως ο Μήτσος
δεν κρατιόταν και έτσι η Γωγώ υποχώρησε. Η εγκυμοσύνη, που είχε και κάποια
προβληματάκια, ανάγκασε το Μήτσο να δουλεύει περισσότερο, αφού η Γωγώ όλο και
λιγότερο πήγαινε στο μαγαζί για να τον ξεκουράσει. Ο Μήτσος άντεχε και η
προσδοκία της γέννησης του δικού του παιδιού, του έδινε δύναμη που ούτε ο ίδιος
φανταζόταν πως έκρυβε μέσα του.
Αρχές
Ιουλίου του 1961 γεννιέται η κόρη τους. Αποφασίζουν μαζί και από την αρχή να
την ονομάσουν Ελπίδα. Έτσι τους ήρθε, δε χρειάστηκε να σκεφτούν πολύ. Ίσως
γιατί ήθελαν να πιστεύουν ότι αυτό το παιδί θα έδινε τέλος στα παλιά τους
βάσανα, της Γωγώς δηλαδή, ότι η ζωή τους θα αποκτούσε άλλο νόημα, αφού
οικονομικά πλέον στέκονταν αρκετά καλά. Αλλάζουν σπίτι και πηγαίνουν σε
μεγαλύτερο, έχουν καλοριφέρ και ασανσέρ για τον τρίτο όροφο που θα μένουν πια.
Όλα μοιάζουν όμορφα, η Γωγώ όλο και περισσότερο αισθάνεται το Μήτσο σαν τον
άνθρωπο που αξίζει να τον αγαπήσει πραγματικά, αφήνει να εκδηλωθούν τα
αισθήματα της, του φέρεται τρυφερά και με κατανόηση, προσπαθεί κάθε στιγμή και
σε κάθε ευκαιρία να του ανταποδίδει, όσα για χρόνια της είχε προσφέρει. Μόνο
που ο Μήτσος μάλλον δε θα γινόταν ποτέ ο έρωτας της ζωής της. Εκείνος, είχε
έρθει μια φορά και θα έμενε για πάντα, εκεί στο φάρο απέναντι από το Μπούρτζι.
Μπορεί
να ήταν άδικο για το Μήτσο, όμως, από την αρχή και ο ίδιος ήξερε ότι αυτό δε θα
άλλαζε. Η Γωγώ φρόντιζε με κάθε τρόπο να περιορίζει τις αναφορές στη σχέση της
με τον Άγγελο, για να μη τον φέρνει σε δύσκολη θέση, αλλά και αυτό δεν ήταν
εύκολο, αφού η παρουσία του μικρού Άγγελου, θύμιζε, έτσι κι αλλιώς, συνέχεια το
παρελθόν.
Η
μικρή Ελπίδα μεγαλώνει γρήγορα, η Γωγώ είναι σχεδόν αδύνατο να πηγαίνει να
βοηθά στο μαγαζί. Έχει να προσέχει και τον Άγγελο που μεγαλώνει και αυτός. Ο
Μήτσος φτάνει στα όρια του. Αποφασίζουν να προσλάβουν υπάλληλο μια κοπέλα, τη
Ματίνα, που ήξερε ο Μήτσος από το εργοστάσιο. Η Ματίνα ήταν από ένα χωριό έξω
από την Άμφισσα και είχε έρθει στην Αθήνα με την αδελφή της για να βρουν την
τύχη τους, όπως χιλιάδες νέοι εκείνη την εποχή. Τα Χριστούγεννα, πριν να μπει
το 1962, η Ματίνα πιάνει δουλειά, ο Μήτσος μπορεί τα μεσημέρια να ξεκουράζεται
και η Γωγώ να μεγαλώνει ήρεμη τα παιδιά της.
Η
πελατεία αυξάνεται, τα έσοδα μεγαλώνουν, η ζωή τους με τη χάρη των παιδιών
αποκτά καινούργια ενδιαφέροντα. Όποτε έχουν χρόνο και μπορούν, συναντιούνται με
την κυρία Θεοδώρα και τις νονές του Άγγελου, που εξακολουθούν να είναι οι μόνοι
άνθρωποι στην Αθήνα με τους οποίους διατηρούν σταθερή σχέση. Μια ζωή και μια
οικογένεια που μοιάζει και είναι ευτυχισμένη, που δεν της λείπει τίποτα, που
μπορεί να κάνει σχέδια για ένα ακόμα καλύτερο μέλλον.
Αρχές
Μαΐου, στο σούρουπο η Γωγώ με τα δυο παιδιά στο καρότσι, μετά από αρκετό καιρό,
πηγαίνει στο μαγαζί να κάνει έκπληξη στο Μήτσο, να κλείσουν μαζί και να πάνε
μετά να καθίσουν σε ένα καφενείο-ζαχαροπλαστείο που είχε ανοίξει στη γειτονιά
τους και είχε ωραίες πάστες. Πλησιάζοντας βλέπει την πόρτα του μαγαζιού
κλειστή. Παραξενεύεται, την ανοίγει χωρίς να κάνει θόρυβο και μπαίνει μέσα. Δε
βλέπει κανέναν, προχωρά προς το βάθος και μόνο τότε ακούει αχνά, βαριές ανάσες,
γρυλισμούς και αναστεναγμούς ανάκατους με ερωτόλογα.
Το
αίμα της ανεβαίνει στο κεφάλι. Πριν καταρρεύσει, σκέφτεται ότι μπορεί να κάνει
λάθος, σπρώχνει βίαια την πόρτα της αποθήκης και καταριέται την τύχη της
βλέποντας τη Ματίνα με τα στήθη γυμνά και το εσώρουχο κατεβασμένο, το Μήτσο με
το παντελόνι στα γόνατα να είναι μέσα της και να τη φιλά στο λαιμό.
«Γιατί
σε μένα κι αυτό;» το απόλυτο κενό, η στιγμή που η ψυχή της άδειασε από κάθε
συναίσθημα. Μπορεί στη ζωή της η Γωγώ να είχε δεχτεί τόσες ταπεινώσεις, όμως κάθε
φορά, όλο και κάποια δικαιολογία υπήρχε. Τώρα όμως; Τίποτα. Αυτή η λέξη ήταν η
μόνη που μπορούσε να εκφράσει τον ψυχικό της κόσμο, που χάθηκε. Τίποτα. Χειρότερο
και από την καταστροφή.
Ο
Μήτσος, τρέχοντας και προσπαθώντας να κουμπώσει το παντελόνι του, την πρόλαβε
στην πόρτα πριν βγει από το μαγαζί. «Μη φεύγεις, Γωγώ, κάτσε να σου εξηγήσω,
έχεις δίκιο αλλά να, μια στιγμή αδυναμίας ήταν, δε θα ξαναγίνει, πρώτη φορά
έγινε, δεν έχω κάτι με τη Ματίνα, εσένα αγαπώ, γαμώτο…»
Η
Γωγώ έκλεισε την πόρτα πίσω της, τον άφησε να ψελλίζει δικαιολογίες, χαμογέλασε
στα παιδιά της και σπρώχνοντας το καρότσι πήρε το δρόμο του γυρισμού για το
σπίτι, με μόνη ευχή μέσα της, να μην έρθει γρήγορα ο Μήτσος και συνεχίσει τις
σιχαμερές του δικαιολογίες.
Πριν
ακόμη να φτάσει στο σπίτι, η Γωγώ το είχε αποφασίσει. Ο γάμος και η σχέση της
με το Μήτσο είχαν τελειώσει. Δεν υπήρχε καμιά περίπτωση να υποχωρήσει, να τον
συγχωρέσει, να του δώσει άλλη ευκαιρία. Δεν μπορούσε να παίζει συνεχώς με τα
αισθήματα και κυρίως με τα παιδιά της, για χάρη κανενός Μήτσου. Τα πειράματα,
οι δοκιμές, θα έμεναν κακή ανάμνηση από το παρελθόν. Αυτό μπορεί να αδικούσε
την ίδια και ίσως κάποιον που θα της άξιζε πραγματικά, όμως δεν είχε πια την
πολυτέλεια και το χρόνο, να αφιερώνει, μήπως και τον βρει. Έπρεπε να μαζέψει τα
κομμάτια της, να σταθεί στα πόδια της και να ξεκινήσει πάλι από την αρχή. Μόνο
που δεν ήταν μόνη της. Είχε μαζί της τον Άγγελο και την Ελπίδα, για να της
δίνουν κουράγιο και δύναμη να παλέψει.
Η
σχέση της με το Μήτσο περιορίστηκε στα απαραίτητα, τελείως τυπική, αν και ο
Μήτσος κάθε λίγο και λιγάκι προσπαθούσε να την κάνει να αλλάξει γνώμη
υποσχόμενος ότι δε θα ξαναγίνει και ότι λίγο πολύ σε όλα τα ζευγάρια συμβαίνουν
τέτοια γεγονότα.
Η
Γωγώ απευθύνθηκε στον Αλεξανδρινό για βοήθεια στο νομικό κομμάτι του χωρισμού
της, προτού φύγει από το σπίτι της. Ο Αλεξανδρινός, όταν ολοκλήρωσε η Γωγώ την
εξιστόρηση των γεγονότων, αφού της ζήτησε συγγνώμη, ξέσπασε σε τρανταχτά γέλια,
«Βρε Γωγώ είσαι απίθανη, πώς πας και μπλέκεις όλο σε ακραίες περιπτώσεις; Μα θα
μου πεις και ο Μήτσος; Χωρίς ίχνος αστείου, σκέφτομαι όταν μου είπες μη μπλέξω
μαζί σου, μήπως τελικά είχες δίκιο. Τι να πω; Και ο Μήτσος; Κάποια κατάρα
κουβαλάς κορίτσι μου…»
Ο
Αλεξανδρινός έκανε ό,τι έπρεπε για να φύγει η Γωγώ από το σπίτι και σε λίγες
μέρες η Γωγώ με τα δυο παιδιά και τη βοήθεια της κυρίας Θεοδώρας βρέθηκαν σε
ένα υπόγειο με δυο μικρά δωμάτια στο Μεταξουργείο, κάτω από την πλατεία
Καραϊσκάκη. Εκεί και αν ήταν αποπνικτική η ατμόσφαιρα. Ουρανό δεν έβλεπε η
Γωγώ, ανάσαινε το καυσαέριο από τις εξατμίσεις των λεωφορείων.
Ο
Μήτσος της έδινε για το ενοίκιο και ένα συμπλήρωμα για τα έξοδα των παιδιών.
Των παιδιών που σιγά σιγά έγιναν του παιδιού για το Μήτσο. Η κυρία Θεοδώρα με
την Κλάρα, της έριξαν την ιδέα, αφού έπρεπε να εργαστεί για να συμπληρώσει το
απαραίτητο εισόδημα για τις ανάγκες τους, να πάρει μια ραπτομηχανή και να ράβει
στο σπίτι φασόν κομμάτια υφάσματος για βιοτεχνίες που της σύστησαν από τις
γνωριμίες που είχαν από το μαγαζί τους. Έτσι κι αλλιώς με τα δυο παιδιά στην ηλικία
που βρίσκονταν, δεν υπήρχε περίπτωση να πάει να δουλέψει έξω από το σπίτι της.
Έστησε
λοιπόν τη ραπτομηχανή σε ένα τραπεζάκι, στον τοίχο κάτω από το παράθυρο για να
έχει φως. Το παράθυρο ευτυχώς είχε μια μικρή απόσταση από το πεζοδρόμιο και
έτσι οι περαστικοί δεν έβλεπαν κατευθείαν μέσα στο δωμάτιο. Εκεί σκυμμένη,
περνούσε τις περισσότερες ώρες της ημέρας. Λίγα διαλείμματα για να ταΐσει τα
παιδιά, να τα πλύνει, να παίξει μαζί τους και μετά πάλι ράψιμο, μέχρι αργά τη
νύχτα, όταν τα μάτια της έκλειναν και οι ώμοι της βάραιναν τόσο που γίνονταν
κούτσουρο και τα χέρια της αδύναμα να στρώσουν το πανί κάτω από τη βελόνα.
Τις
νύχτες που τα αγγελούδια της παραδίνονταν στο γλυκό τους ύπνο, η Γωγώ, με μόνη
συντροφιά τον ήχο της ραπτομηχανής, βασάνιζε το μυαλό της, σκάλιζε τις μνήμες
της, ανακάτευε τα αισθήματά της, έψαχνε να βρει τι είχε γίνει και έφτασε να
βρίσκεται σ’ αυτό το υπόγειο, εγκλωβισμένη για μια ακόμη φορά χωρίς διέξοδο,
χωρίς αύριο, χωρίς κάτι να υπάρχει που να μπορεί από αυτό να πιαστεί.
Και
όσο αυτά τη βασάνιζαν, γινόταν όλο και πιο σκληρή, οι ευαισθησίες που τόσες
είχε όταν έφυγε από το χωριό της, είχαν πια χαθεί. Μόνο για τα παιδιά της
κράτησε όσες ήταν απαραίτητες μαζί με την αγάπη της γι’ αυτά.
Οι
μόνες επισκέψεις που δεχόταν το μικρό υπόγειο διαμέρισμα, ήταν κάθε δεκαπέντε
περίπου μέρες από το Μήτσο, που καθόταν για λίγο, άφηνε όσα χρήματα είχε και
έφευγε και από τα κορίτσια, τις νονές του μικρού Άγγελου, τη Νικολίτσα και τη
θεία του από το Ναύπλιο, την αδελφή του Άγγελου, που ήταν πλέον φοιτήτρια της
Νομικής. Έπαιρναν τα παιδιά και τα έβγαζαν βόλτα, τα πήγαιναν να παίξουν και με
άλλα παιδάκια σε κάποια κοντινή πλατεία, κάτι που τα χαροποιούσε ιδιαίτερα και
έσπαζε τη μονοτονία της ζωής τους στο υπόγειο διαμέρισμα.
Ένα
βράδυ που την είχαν πάρει τα κλάματα πάνω από τη μηχανή, καθώς είχε μάθει ότι ο
Μήτσος είχε σπιτώσει τη Ματίνα στο σπίτι που πριν έμεναν μαζί, δεν άντεξε. Τράβηξε
απότομα το κομμάτι ύφασμα που έραβε, έσπασε η βελόνα αλλά σημασία δεν έδωσε.
Είχε τόσο βράσιμο μέσα της. «Δε θα μείνω για πολύ εδώ, τα παιδιά μου δεν είναι
για τα υπόγεια, ούτε κι εγώ. Εγώ γεννήθηκα και έζησα στα ψηλά, στον καθαρό
αέρα, εκεί θα ξαναπάω και σύντομα. Να με προδώσουν μπορεί πολλοί, να με
νικήσουν όμως, κανένας». Το ξέσπασμα της Γωγώς και η κραυγή που βγήκε από τα
σωθικά της, ξύπνησε τη μικρή Ελπίδα, την πήρε στην αγκαλιά της, τη χάιδεψε και
της ψιθύρισε απαλά, «κοιμήσου αγάπη μου, η μαμά είναι εδώ, πάντα να σε
προστατεύει».
Από
τότε, κάθε μέρα η Γωγώ δούλευε όλο και περισσότερο. Έβαλε στόχο να φύγει το
συντομότερο από το υπόγειο και να προχωρήσει τη συνεργασία της με τις
βιοτεχνίες σε περισσότερο αποδοτικές δουλειές.
Και
ενώ η Γωγώ κινείται πλέον για να πετύχει το στόχο της, η κυρία Κλάρα ερωτεύεται
ένα γιατρό, χήρο, από την Κόρινθο και αφήνει το κατάστημα της Σταδίου στη
Θεοδώρα, η οποία εν τω μεταξύ, έχει χάσει ένα μεγάλο μέρος της περιουσίας της
σε μια επένδυση σε μεσιτικό γραφείο στο Κολωνάκι, που πέφτει έξω, παρά τις
προσδοκίες, τη διαφήμιση, τα πολυτελή γραφεία και τους υπαλλήλους.
Έτσι,
η ζωή όλων των κοντινών ανθρώπων της Γωγώς αλλάζει και η ίδια, με την
παρότρυνση της κυρίας Θεοδώρας προμηθεύεται μια πλεκτική μηχανή, ξοδεύοντας όλες
τις οικονομίες της και νοικιάζει ένα πιο ευρύχωρο διαμέρισμα, εσωτερικό βέβαια που
βλέπει τον απέναντι τοίχο, στον πρώτο όροφο σε πολυκατοικία στην Πατησίων στο
ύψος της Κεφαλληνίας. Εκεί ξεκινά να δουλεύει με την καινούργια της μηχανή και
να κερδίζει πολύ περισσότερα. Μάλιστα προτείνει και κάποια δικά της σχέδια στις
βιοτεχνίες που συνεργάζεται, που όχι μόνο αρέσουν αλλά και τα βάζουν στην
παραγωγή.
Μοιάζει
περίεργο, αλλά ίσως δεν είναι. Η Γωγώ έχοντας εικόνες από τη ζωή στο χωριό της,
από το αριστοκρατικό Ναύπλιο, από το Βοτανικό και το υπόγειο στο Μεταξουργείο,
ακόμα και από τη φυλακή, από τα μέρη που έζησε και τους ανθρώπους που
συναναστράφηκε, χωρίς και η ίδια να το καταλάβει είχε αποκτήσει μια τεράστια
εμπειρία που μπορούσε να τη μεταφράζει σε εικόνες. Φαίνεται πως είχε τέτοιο
ταλέντο, γιατί πράγματι οι ιδέες της ήταν πολύ ενδιαφέρουσες αποτυπωμένες πάνω
στο ύφασμα.
Πουλώντας
τη δουλειά της, που έβγαινε από τα δεκαπεντάωρα πολλές φορές μεροκάματα στο
σπίτι, αρχίζει να μαζεύει χρήματα και να σκέφτεται αν κάποια στιγμή θα μπορούσε
να ξεκινήσει μια δική της δουλειά. Δεν έβλεπε κάποιο εμπόδιο, μόνο το πώς θα
μεγάλωναν τα παιδιά της την απασχολούσε. Δε θα ήταν καθόλου εύκολο, αν αυτή
συνεχώς ασχολείτο με τη δουλειά της. Τώρα που ήταν μικρά τα βόλευε, είχε και
βοήθεια όποτε τη χρειαζόταν, αργότερα όμως; Όταν θα πήγαιναν σχολείο και θα
είχαν πολλές άλλες υποχρεώσεις;
……………………………………………………………………
Κυριακή
ήταν, τα παιδιά τα είχε πάρει η Νικολίτσα για βόλτα και η Γωγώ είχε μείνει στο
σπίτι να καθαρίσει, να πλύνει, να συγυρίσει. Χτύπησε το κουδούνι και δέχτηκε
μια επίσκεψη που δεν περίμενε. Νόμιζε ότι θα ήταν ο Μήτσος που είχε πολύ καιρό
να κάνει την εμφάνιση του, όμως δεν ήταν αυτός. Ήταν η Ματίνα.
«Μπορώ
να περάσω;»
«Γιατί
όχι…»
«Δε
θα καθίσω πολύ, θέλω μόνο να σε ενημερώσω. Ο Μήτσος βρίσκεται εδώ και μια
βδομάδα στο νοσοκομείο, στον Ευαγγελισμό. Πνευμονία λένε οι γιατροί, μάλιστα
είναι βαριά. Εκτός από αυτό, θέλω να ξέρεις ότι και το μαγαζί τον τελευταίο
καιρό δεν πάει καθόλου καλά. Ο Μήτσος είχε κάνει κάποια ανοίγματα που ούτε εγώ
τα ήξερα. Προχθές ήρθαν και μου ζητούσαν κάτι δανεικά που είχε πάρει. Δεν ξέρω
τι να κάνω, χρωστάει και τρία νοίκια του μαγαζιού και δύο για το σπίτι…»
«Και
τι ήρθες εδώ; Μήπως να σου δώσω λεφτά να ξεχρεώσει ο Μήτσος; Εγώ όταν έφυγα,
ούτε χρωστούσε, ούτε είχε απλήρωτες υποχρεώσεις. Αν τα κάνατε ρημαδιό, πληρώστε
τα, δωρεάν απολαύσεις δεν υπάρχουν. Όταν σήκωνες τα πόδια έπρεπε να τα σκεφτείς
όλα. Εσύ δεν ερωτεύτηκες το Μήτσο, τον εκμεταλλεύτηκες και τώρα ήρθες να
ζητήσεις βοήθεια από μένα. Πόσο κουτή είσαι; Πιστεύεις ότι μετά από όσα έχω
τραβήξει στη ζωή, θα πιαστώ πάλι κορόιδο; Έχασες κοπέλα μου».
«Εσύ
μιλάς έτσι; Εσύ, μια φόνισσα που αν δεν ήταν ο Μήτσος να σε πάρει με το
μπάσταρδο σου μαζί και να σου δώσει το όνομα του, θα ήσουνα στο βούρκο. Εσύ, η
πολύφερνη γκόμενα που θίχτηκε γιατί ο άντρας της μια φορά ρε αδερφέ ξέφυγε,
έκανε το κέφι του, δε σκότωσε κιόλας, μια φορά παρασύρθηκε, εσύ η αναμάρτητη,
τον καταδίκασες, τον ανάγκασες να ταπεινωθεί, τον ξεφτίλισες, λες και ήταν ο
πρώτος… Σε έθιξε, έθιξε την τιμή σου… Ποια τιμή σου… Αυτή που πούλησες πρώτα
στον ψαρά, μετά στο αφεντικό σου στο Ναύπλιο, αυτή που πούλησες στον άνδρα σου
που σκότωσες, αυτή που πούλησες και στο δικηγόρο που σε αθώωσε, αυτή που
πούλησες και στον αφελή το Μήτσο, που σήκωσε το σταυρό σου για να σε ξαλαφρώσει
από τα αμαρτήματα σου και εσύ τον πέταξες, γιατί σε ατίμασε… Ποιος έχασε την
τιμή του δεν ξέρω…»
«Φύγεεεεεε…
Έξω από το σπίτι μου πόρνη… Όλα τα έκανα, αλλά πόρνη σαν εσένα δεν έγινα ποτέ…»
«Ρώτα
τον κόσμο να σου πει, αυτός ξέρει…» οι τελευταίες τις λέξεις της Ματίνας,
κλείνοντας την πόρτα.
Το
αίμα ανέβηκε στο κεφάλι της Γωγώς. Ξαφνικά και με μιας, ξεπετάχτηκαν και βγήκαν
στην επιφάνεια, ξετρύπωναν ολοζώντανες, οι σκληρές μνήμες που είχαν θαφτεί,
αυτές που πίστευε πως είχαν ξεχαστεί με τον καιρό. Ένοιωσε σφίξιμο στο στήθος
και στα μηνίγγια, δυσκολευόταν στην αναπνοή, το κορμί της έχανε το σφρίγος του,
απονευρωμένο παραδινόταν σε μια βασανιστική ζαλάδα. Σωριάστηκε στην καρέκλα που
δούλευε, έπιασε με τις παλάμες της το κεφάλι και έκλεισε τα μάτια.
«Ανάθεμα
σε, παλιοθήλυκο! Ο κόσμος. Πάλι ο κόσμος, δικαστής, κριτής, ο κόσμος που
φτιάχνει παραμύθια, που τρέφεται από αυτά και στο τέλος τα πιστεύει. Ο κόσμος,
που για να αθωώσει τον εαυτό του, να δικαιωθεί για ό,τι δεν έκανε ο ίδιος, να
δικαιολογήσει τα δικά του λάθη, μειώνει, συκοφαντεί, ειρωνεύεται όποιον
αρνείται να γίνει σαν αυτόν. Εγώ δε θα γίνω σαν εσάς. Φορτώθηκα βάρη που δε μου
άξιζαν και τα πληρώνω, τα παιδιά μου όμως, όρκο δίνω, δε θα τα αφήσω να γίνουν
σαν τα μούτρα σας… Κόσμε…»
Ηρέμησε
κάπως, σηκώθηκε, πήγε μέχρι το ψυγείο, ήπιε ένα ποτήρι κρύο νερό και ξαναγύρισε
στην καρέκλα της. Τι να κάνει; Να πάει να δει το Μήτσο στο νοσοκομείο; Δεν είχε
καμιά όρεξη, όμως αν ήταν πράγματι σοβαρά; Αν τη χρειαζόταν; Ακόμα τυπικά ήταν
παντρεμένοι, αν συνέβαινε τίποτα χειρότερο; Μήπως έπρεπε να υπογράψει τίποτα
χαρτιά;
Η
Νικολίτσα με τα παιδιά γύρισαν, κόντευε μεσημέρι και έπρεπε να φάνε. Η Γωγώ
είπε της Νικολίτσας να πάει στο σπίτι της, να πει στη κυρία Θεοδώρα τα νέα για τον
Μήτσο και να της ζητήσει άδεια να επιστρέψει να μείνει με τα παιδιά, ώστε η
Γωγώ να πάει στον Ευαγγελισμό.
Περπάτησε
αρκετή ώρα στο διάδρομο του Ευαγγελισμού, πριν πάρει την οριστική απόφαση να
μπει στο θάλαμο που νοσηλευόταν ο Μήτσος. Τρία κρεβάτια αριστερά και τρία
δεξιά, στο βάθος δίπλα στο παράθυρο, το κρεβάτι του Μήτσου. Πλησίασε, ο Μήτσος
είχε μια μάσκα στο πρόσωπο και έμοιαζε να κοιμάται.
«Μήτσο,
Μήτσο… Η Γωγώ είμαι, ήρθα να σε δω…»
«Ήξερα
πως θα έρθεις. Σε περίμενα. Θα με συγχωρέσεις, Γωγώ;» τα λόγια του Μήτσου μόλις
ξύπνησε και σηκώθηκε λίγο στηρίζοντας την πλάτη του στα μαξιλάρια.
«Αυτά
θα τα πούμε όταν με το καλό βγεις από δω. Για πες μου, πώς αισθάνεσαι;»
«Ένα
μεγάλο βάρος έχω. Είμαι εξαντλημένος. Μου κάνουν κάτι ενέσεις που με πονάνε
πολύ, πρώτη φορά αρρώστησα τόσο. Φοβάμαι, δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω να γίνω
όπως πρώτα…»
«Θα
γίνεις, να κάνεις ό,τι σου λένε οι γιατροί και όλα θα περάσουν».
Η
Γωγώ ένιωθε τελείως απόμακρη, ήταν τόσο τυπικά αυτά που έλεγαν. Ακόμα και για
τα παιδιά που μίλησαν για λίγο, έφτασαν μέχρι το ότι είναι καλά και μεγαλώνουν.
Η
σύντομη επίσκεψη τέλειωσε με ένα μόνο χάδι στο χέρι του Μήτσου. Φεύγοντας η
Γωγώ ρώτησε την προϊσταμένη και αυτή της επιβεβαίωσε ότι ο Μήτσος είναι βαριά
και δεν ξέρουν πώς θα εξελιχθεί η πνευμονία του. Θα χρειαζόταν χρόνος και θα
αποφάσιζαν οι γιατροί σε λίγες ημέρες αν θα τον πήγαιναν σε κάποιο άλλο νοσοκομείο.
Κατεβαίνοντας
με τα πόδια από την οδό Σόλωνος, για να φτάσει στην Πατησίων, η Γωγώ σκεφτόταν
όσα είχαν συμβεί από το πρωί της Κυριακής.
Από
τη στιγμή που τα αισθήματα της για το Μήτσο είχαν τελειώσει, είχε τελειώσει και
οτιδήποτε είχε σχέση με αυτόν. Ακόμα και η υγεία του, ακόμα και ένα πρόωρο
τέλος. Το μόνο που την απασχολούσε ήταν τα χρέη του Μήτσου και το πώς είχε
καταντήσει το μαγαζί, σύμφωνα με τα λεγόμενα της Ματίνας. Πώς αυτά θα επηρέαζαν
τη δική της ζωή και των παιδιών της, που τα είχε βάλει σε τάξη και τα σχέδια
της να ξεφύγει από τη μιζέρια και να προκόψει, να φτάσει σε μια ανέμελη,
οικονομικά, ζωή. Αυτό ήταν το όραμα της εποχής, ο στόχος, η επιτυχία. Αυτό ήταν
και το όραμα της Γωγώς.
Φτάνοντας
στο ύψος της Κάνιγγος σταμάτησε σε ένα περίπτερο και πήρε τηλέφωνο τον
Αλεξανδρινό. Ευτυχώς τον βρήκε. Του είπε με δυο λόγια τι συμβαίνει, της είπε
και αυτός ότι θα την ειδοποιούσε να βρεθούν γιατί είχε νέα για το διαζύγιο και
έκλεισαν ραντεβού τη Δευτέρα το απόγευμα στο γραφείο του. Έφτασε στο σπίτι,
είπε γρήγορα στη Νικολίτσα τα νέα για το Μήτσο, για να τα μεταφέρει και στην
κυρία Θεοδώρα και της ζήτησε να κρατήσει πάλι τα παιδιά το επόμενο απόγευμα για
να πάει στο ραντεβού με τον Αλεξανδρινό.
Ο
Αλεξανδρινός, παντοτινά γοητευμένος με τη Γωγώ, δε θα μπορούσε παρά να την
απαλλάξει από τις πρόσθετες σκοτούρες της, αναλαμβάνοντας να διευθετήσει εκείνος
όλες τις εκκρεμότητες του διαζυγίου και του μαγαζιού. Της είπε ότι σκόπευε να
πείσει τον πατέρα του Μήτσου, ο οποίος από την αρχή δεν ήθελε η Γωγώ να έχει
λόγο στο μαγαζί, να πληρώσει τα χρέη του γιού του και να περάσει η ιδιοκτησία
του σε αυτόν. Έτσι, θα τέλειωνε και κάθε σχέση της Γωγώς με το μαγαζί. Πρόσθεσε
στο τέλος με αυστηρό ύφος, να μην ασχοληθεί ξανά με τη Ματίνα, έστω και αν αυτή
την προκαλέσει.
Ανακουφίστηκε
η Γωγώ και γιατί θα ξέμπλεκε με την τελευταία εκκρεμότητα που είχε απομείνει από
το χωρισμό της με το Μήτσο, αλλά και γιατί έτσι, θα απέφευγε και μια επίσκεψη
στο μαγαζί, μια επίσκεψη που εκτός από μνήμες που θα ζωντάνευαν, θα την πλήγωνε
βλέποντας τη Ματίνα να κάνει το αφεντικό και πρόσωπα να την κοιτάζουν
καχύποπτα, χλευαστικά, που θα την έκαναν να νιώθει ενοχές και για πράγματα που
δεν είχε κάνει. Αυτό και αν ήταν τιμωρία.
Η
συμφωνία έκλεισε μεταξύ σοβαρού και αστείου και προέβλεπε ότι η Γωγώ, εκτός από
τα έξοδα, θα πλήρωνε για αμοιβή του Αλεξανδρινού ένα δείπνο για τους δυο τους
στην Πλάκα, με θέα την Ακρόπολη. Σε αυτό το δείπνο, εναπόθεσε ο Αλεξανδρινός
τις τελευταίες ελπίδες του, καθώς δεν έπαψε ποτέ να την βλέπει ερωτικά, να την
πείσει ώστε να αλλάξει γνώμη και να την κάνει δική του, αν και σε λίγους μήνες
θα παντρευόταν τη Τζένη.
Ο
Μήτσος τελικά δεν τα κατάφερε. Μια βδομάδα μετά την επίσκεψη της Γωγώς, μεταφέρθηκε
στο θεραπευτήριο «Σωτηρία» και δέκα μέρες μετά πέθανε. Η Γωγώ δεν ανακατεύτηκε
στα της κηδείας. Ο πατέρας του τον πήρε στο Βουργαρέλι, όπου και τον έθαψε,
αφού παράγγειλε πρώτα στη Γωγώ να μην τολμήσει να εμφανιστεί στο χωριό. Μόνο η
Μαρία η αδελφή της ανέβηκε από την Άρτα και πήγε στην κηδεία.
Έτσι,
έκλεισε οριστικά και το κεφάλαιο Μήτσος για τη Γωγώ, άλλο ένα σημαντικό κεφάλαιο
στη ζωή της. Βέβαια, θα υπήρχε πάντα η κόρη τους για να της τον θυμίζει και όλα
όσα είχε ζήσει μαζί του, τα οποία ούτε να τα διαγράψει μπορούσε, ούτε να τα
ξεχάσει. Όμως, αν έμενε σ’ αυτά, θα επέστρεφε εκεί, από όπου με τόσο κόπο είχε
καταφέρει να ξεφύγει και αυτό δε θα άφηνε με τίποτα να συμβεί. Το χρωστούσε
στον εαυτό της και στα παιδιά της. Ήταν αποφασισμένη να προχωρήσει στο μέλλον
που ήδη της χαμογελούσε…
Κεφάλαιο 17
Η ολοκλήρωση…
Ναύπλιο, καλοκαίρι 1975
«Συγγνώμη,
μήπως είστε η κυρία Γωγώ; Εσείς είστε, τέτοια ομορφιά δεν ξεχνιέται…»
«Μη
μου πεις… Εσύ δεν είσαι ο Θανασάκης;»
«Ναι,
κυρία Γωγώ. Ο Θανασάκης που μεγάλωσε, που έγινε Θάνος, που πήγε και σπούδασε
οικονομικά, που ξαναγύρισε στον τόπο του και τώρα είναι υποδιευθυντής στην
τράπεζα και στη διάθεση σας να σας εξυπηρετήσει».
«Απίστευτο,
εσύ έγινες ολόκληρος άνδρας. Τι λέω; Μάλλον ξαφνιάστηκα τόσο που δεν ξέρω τι
λέω».
«Ελάτε
να καθίσουμε στο γραφείο μου και θα φωνάξω έναν υπάλληλο να του πείτε τι
θέλετε».
«Ευχαριστώ,
είσαι πολύ ευγενικός. Ξέρεις, ήρθαμε χθες το βράδυ με τα παιδιά και τώρα το
πρωί βγήκα στο Ναύπλιο. Μετά από δεκαέξι χρόνια ξαναγύρισα. Δε συνάντησα
κάποιον άλλο που να μου φάνηκε γνωστός και να που συναντώ εσένα, εδώ στην
τράπεζα».
«Σημαδιακό;
Κάτι μαθαίναμε για σας, πότε πότε. Τα τελευταία νέα είναι πως έχετε μια πολύ
πετυχημένη επιχείρηση με ρούχα, μεγάλη οικονομική άνεση και πως μέχρι τώρα δεν
ξαναπαντρευτήκατε».
«Αχ,
Ναύπλιο! Η περιέργεια, βασίλισσα στα ενδιαφέροντα. Ποιος ξέρει τα περισσότερα
για τους περισσότερους. Το κουτσομπολιό συνοδεύει τον κάθε Ναυπλιώτη, με τις
εξαιρέσεις πάντα…»
«Έχετε
απωθημένα από την πόλη μας, κυρία Γωγώ. Πληγωθήκατε, μα η παρουσία σας εδώ,
πόσες αναστατώσεις δεν έφερε. Γράψατε ιστορία».
«Μου
αρέσει ο τρόπος που μιλάς. Να με λες Γωγώ, δεν είμαι πια και τόσο γριά».
«Μια
πανέμορφη τριανταπεντάρα, γριά; Τρία τέσσερα χρόνια μεγαλύτερη από μένα είστε».
«Είπαμε
Γωγώ και στον ενικό…»
Ο
υπάλληλος που τους πλησίασε διέκοψε τη θερμή όπως εξελισσόταν συζήτηση μεταξύ
της Γωγώς και του Θάνου. Η Γωγώ ήθελε να κάνει ανάληψη χρημάτων για να αφήσει
στα παιδιά, καθώς η ίδια την επομένη το πρωί θα επέστρεφε στην Αθήνα. Ο Άγγελος
και η Ελπίδα θα έμεναν στο Ναύπλιο για δέκα μέρες, στο σπίτι της γιαγιάς του
Άγγελου, να κάνουν διακοπές. Έδωσε το βιβλιάριο της και υπέγραψε την εντολή για
την ανάληψη. Ο υπάλληλος πήγε να της φέρει τα χρήματα.
«Γωγώ,
θυμάσαι τι σου είπα την παραμονή του γάμου σου με το Δουρέντη που συναντηθήκαμε
στην παραλία; Σε παρομοίασα με την Παναγία, τόσο όμορφη, με το λευκό πρόσωπο
σου να ξεχωρίζει στα σκούρα ρούχα σου. Πού βρήκα τόσο θάρρος να σου μιλήσω
έτσι; Ήταν μόνο θαυμασμός; Ένας πιτσιρικάς ήμουν…»
«Θυμάμαι
μία μία τις λέξεις. Βάλσαμο ήταν εκείνη την ώρα. Γέμισαν την ψυχή μου γαλήνη,
ξέφυγα για λίγο από την πίεση ενός γάμου που ερχόταν από ανάγκη, από μια λάθος
απόφαση δική μου. Ξέρεις πόσο καλό μου έκαναν εκείνα τα λόγια ενός πιτσιρικά,
όπως λες;»
«Αφού
θα μείνεις απόψε στο Ναύπλιο, προτείνω να πάμε το βράδυ κάπου να φάμε. Θα
βρούμε και άλλα να πούμε».
«Δεν
ξέρω, μήπως δεν είναι σωστό; Θα δημιουργήσουμε σχόλια, δεν είναι καλή ιδέα».
«Επιμένω,
θα πάμε με το αυτοκίνητο εκτός Ναυπλίου, απέναντι, στους Μύλους. Εκτός αν δε
θέλεις…»
«Δεν
είναι ότι δε θέλω, στο κάτω κάτω δε θα δώσω λόγο και σε κάποιον, εσύ;»
«Λες
να δημιουργούσα πρόβλημα και να σου το πρότεινα;»
«Αυτό
μην το λες… Έχω αντιμετωπίσει πολλά… Λοιπόν εντάξει».
«Στις
εννιά και μισή θα σε περιμένω μπροστά στη ΔΕΗ, στην αρχή της παραλιακής για Νέα
Κίο. Ξέρεις πού είναι;»
«Ναι,
είδα το κτήριο καθώς ερχόμαστε με το ταξί από την Αθήνα. Άλλαξε όλο εκείνο το
κομμάτι της πόλης. Θα έρθω με τα παιδιά για να μη δώσω στόχο, θα τους πω ότι
είσαι παλιός φίλος, που δεν απέχει και από την αλήθεια και μετά αυτά θα πάνε
βόλτα μόνα τους. Προσαρμόστηκα στο Ναύπλιο, εεε…»
«Είσαι
απίθανη, όλα τα σκέφτεσαι. Λοιπόν, στις εννιά και μισή».
Η
Γωγώ φεύγοντας από την τράπεζα περπάτησε την οδό Αμαλίας, εκεί που ήταν η
καθημερινή της έξοδος, για το διάστημα που έμεινε στο Ναύπλιο. Αρκετά είχαν
αλλάξει, όμως αυτό που την χαρακτήριζε ως το εμπορικό κέντρο της πόλης,
παρέμενε. Πλησίασε κάποια καταστήματα και χαιρέτησε όσους γνωστούς είδε εκεί.
Άλλοι με έκπληξη, άλλοι με χαρά, έτσι τουλάχιστον έδειξαν, την καλοχαιρέτησαν,
της έκαναν ερωτήσεις για τη ζωή της, χωρίς να παραλείψουν τα κομπλιμέντα για
την ομορφιά της.
Στάθηκε
αρκετή ώρα μπροστά στο αρχοντικό του Αρχοντόπουλου. Επτά από τους πιο
σημαντικούς μήνες της ζωής της πέρασε σ’ αυτό. Τα χρώματα σαν να είχαν αλλάξει
στην εξωτερική όψη του σπιτιού. Ποιοι άραγε να έμεναν τώρα εκεί; Θα είχαν
παιδιά να ανεβοκατεβαίνουν τη σκάλα παίζοντας και γελώντας; Θα είχε ξεπλυθεί το
κακό ριζικό της;
Πριν
γυρίσει στο σπίτι, πέρασε και από τον Άγιο Νικόλα, άναψε ένα κερί, προσκύνησε
και έφυγε αμίλητη. Όταν έφτασε στο σπίτι, τα δικά της παιδιά είχαν ξυπνήσει και
απολάμβαναν το πλούσιο πρωινό που τους είχε ετοιμάσει η γιαγιά του Άγγελου.
Αυτό που έκανε εντύπωση στη Γωγώ, ήταν ότι η γιαγιά, ενώ έλιωνε κοιτάζοντας τον
Άγγελο, ήταν πολύ περισσότερο προστατευτική και καλοσυνάτη με την Ελπίδα, λες
και καταλάβαινε ότι έχει περισσότερη ανάγκη από αγάπη και στοργή. Μια
χαροκαμένη γυναίκα, που βασανίστηκε για χρόνια χωρίς τον άνδρα της, που μετά
τις εξορίες έφυγε και νωρίς, που έχασε και το γιο της μόλις αυτός άνθιζε,
ξανάνιωνε, ζούσε πάλι, με το εγγόνι της και την αδελφή του.
Της
ξέφυγε ένα χαμόγελο της Γωγώς και ένας ψίθυρος, «άτιμη που είναι η ζωή», την
ώρα που είπε στα παιδιά να ετοιμαστούν για να πάνε για μπάνιο. Θα τα πήγαινε
στην Αρβανιτιά. Από τον Ψαρομαχαλά, θα περπατούσαν τη Ζυγομαλά, κάτω από τα
κάστρα, θα ανέβαιναν στην Ακροναυπλία και από κει θα κατέβαιναν στην Αρβανιτιά.
Μαγευτική διαδρομή, κατακλυσμός εικόνων που σε ταξιδεύουν αιώνες πριν.
Κολυμπώντας
στα γαλαζοπράσινα νερά της Αρβανιτιάς, η Γωγώ συνεπαρμένη από το άγριο τοπίου
του Παλαμηδιού από τη μια μεριά και των οχυρώσεων της Ακροναυπλίας από την
άλλη, αυτό το μοναδικό σύμπλεγμα, πέτρας, πεύκου και φραγκόσυκων, άργησε να
συνειδητοποιήσει ότι λίγες ώρες μετά θα συναντούσε το Θάνο, το Θανασάκη της
παραμονής του γάμου της, πριν από δεκάξι χρόνια.
«Γωγώ,
τι κάνεις; Αυτός σου την έπεσε κανονικά και εσύ τον σιγοντάρισες. Πού πας να
μπλέξεις; Αυτά έχουν τελειώσει για σένα. Κολακεύτηκες που σε φλέρταρε, ένας
μικρότερος όμορφος άντρας; Το κέφι του θέλει να κάνει αυτός. Αν δεν αντέχεις
άλλο σαν γυναίκα τη στέρηση του έρωτα, ολόκληρη Αθήνα έχεις και τόσους άνδρες
στα πόδια σου. Είναι δυνατόν να ξελογιαστείς πάλι στο Ναύπλιο; Σκέψου τη μάνα
του Άγγελου, περίγελος θα γίνεις στα στόματα των καλοθελητών. Νομίζεις ότι
ξέχασαν; Σε τίποτα δεν το ‘χουν να σε κάνουν και πάλι βούκινο. Εντάξει, δεν
μπορώ να μην πάω καθόλου όμως. Θα πάω και θα του πω μια δικαιολογία, για τη
γιαγιά μάλλον και θα του υποσχεθώ ότι το ραντεβού ισχύει για κάποια άλλη φορά
στο μέλλον».
Αφού
πέρασαν αρκετή ώρα ξαπλωμένοι στις πετσέτες τους στην παραλία, σηκώθηκαν,
ντύθηκαν και κατέβηκαν από το δρόμο που οδηγεί πίσω από το Δικαστικό Μέγαρο και
το κτήριο του ΟΤΕ. Σε όλη τη διαδρομή η Γωγώ έκανε ξενάγηση στα παιδιά και τους
έλεγε όσα θυμόταν και ήξερε, από αυτή την πόλη- μουσείο. Ο προορισμός τους ήταν
η ταβέρνα του Βαγγέλη, ένα από τα μέρη που είχε μείνει έντονα στη μνήμη της,
από τη ζωή της στο Ναύπλιο.
«Γωγώ…
Δεν το πιστεύω, πόσος καιρός; Δεν άλλαξες καθόλου, μάλλον ομόρφυνες και άλλο.
Τα παιδιά σου; Μόνο δικά σου μπορεί να είναι με τέτοια ομορφιά. Καθήστε, θα
έρθω να μου πείτε τα ονόματα σας και να σας πω τι θα φάτε».
«Ευχαριστούμε,
κύριε Βαγγέλη, για τα καλά σου λόγια. Πάντα με την καλή κουβέντα στο στόμα».
Τα
παιδιά εντυπωσιάστηκαν. Άρχισαν να πειράζουν τη Γωγώ, «Έχεις κάψει καρδιές
μαμά», «Έχουμε να ακούσουμε τώρα που θα μείνουμε εδώ…»
«Θα
σας έπαιρνα αύριο μαζί μου να γυρίσουμε στην Αθήνα, αλλά έλα που έχω υποσχεθεί
στη γιαγιά να μείνετε δέκα μέρες. Ο τελευταίος άνθρωπος στη γη είναι που θα
ήθελα να πληγώσω. Πάντως, ό,τι και να ακούσετε, μη δώσετε και πολύ σημασία. Εδώ
αυτό τους τρέφει, να ασχολούνται με τους άλλους και τις περισσότερες φορές όχι
για καλό…»
Έφαγαν,
συζήτησαν, τα είπαν και με το Βαγγέλη και τα παιδιά υποσχέθηκαν να φέρουν και
τη γιαγιά ένα βράδυ να την κεράσουν. Στο σπίτι γυρίζοντας, πλύθηκαν να φύγουν
τα αλάτια και ξάπλωσαν να κοιμηθούν. Όσο πλησίαζε η ώρα του ραντεβού η ανησυχία
της Γωγώς φούντωνε. Παρ’ όλα αυτά, ο ύπνος την πήρε μάλλον εύκολα.
«Ξύπνα,
μαμά, οκτώ η ώρα, νύχτωσε» όσο πιο γλυκά μπορούσε της ψιθύρισε η Ελπίδα στ’
αυτί και της έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο.
Σηκώθηκε
η Γωγώ και άρχισε να ετοιμάζεται για τη βραδινή έξοδο. «Θα πάμε στη ΔΕΗ, θα πω
του Θάνου ότι δε γίνεται να βγούμε και μετά θα πάμε βόλτα με τα παιδιά στην
παραλία, να τους δείξω πού πήγαινα όταν ήμουν εδώ και πού έβγαινα ραντεβού με
τον πατέρα του Άγγελου. Μετά θα καθίσουμε να φάμε γλυκό ή παγωτό και αργότερα
μπορεί να πάμε σε μια ντισκοτέκ, τη "Σειρήνα", που μας είπε ο
Βαγγέλης πως άνοιξε πίσω από το Λύκειο».
Εννιά
και μισή πλησιάζει η Γωγώ με τα παιδιά στη ΔΕΗ και βλέπει ένα αυτοκίνητο στη
γωνία, στην άκρη του δρόμου, στραμμένο στην κατεύθυνση της παραλιακής προς τη
Νέα Κίο με σβηστά τα φώτα. Αμυδρά ξεχώρισε έναν άνδρα να κάθεται στη θέση του
οδηγού.
«Λοιπόν
παιδιά όπως είπαμε, δε νομίζω να αργήσω, θα κάνω μετά μια βόλτα στα μέρη που θα
πάτε και αν σας βρω έχει καλώς, αλλιώς θα ανέβω στο σπίτι. Να προσέχετε…»
Τα
παιδιά έφυγαν και η Γωγώ προχώρησε προς το αυτοκίνητο. Κοίταξε από την πλευρά
του συνοδηγού, να βεβαιωθεί ότι ήταν ο Θάνος, άνοιξε την πόρτα και κάθισε στο
κάθισμα.
«Καλώς
την. Ατέλειωτες οι ώρες της αναμονής, αλλά άξιζαν. Ήρθες…»
«Θάνο,
κοίταξε, με κολακεύουν τα λόγια σου αλλά πρέπει να σου πω ότι ήρθα γιατί δεν
ήθελα να φανώ αγενής. Είχα αποφασίσει να μην έρθω, έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχει
περίπτωση για την οποιαδήποτε συνέχεια. Στο λέω από την αρχή για να μην έχουμε
παρεξηγήσεις και επειδή αισθάνομαι επίθεση επιδιώξεων, από τη μεριά μου δε θα
υπάρξει ανταπόκριση. Νομίζω είναι καλύτερα αυτή η συνάντηση να τελειώσει εδώ».
«Γωγώ,
μη βγάζεις τόσο εύκολα συμπεράσματα. Με ξέρεις τόσο λίγο και φοβάμαι πως με
αδικείς. Είναι κακό ένας άνδρας να αισθάνεται όμορφα και να το εκφράζει, που
μια γυναίκα σαν εσένα, βγαίνει μαζί του ραντεβού, έστω για να φάνε, να
μιλήσουν, να διασκεδάσουν; Γιατί όχι; Πού είναι το λάθος; Εσύ, μια γυναίκα με
τέτοια ζωή, σκέφτεσαι τόσο φτηνά; Ειλικρινά δεν το περίμενα και δε θα σου έκανα
πρόταση να βγούμε αν ήξερα ότι σκέφτεσαι έτσι. Αν θέλεις μπορείς να ανοίξεις
την πόρτα και να φύγεις».
Ο
Θάνος, ο κάποτε μικρός Θανασάκης, είχε χρησιμοποιήσει το αλάνθαστο μίγμα,
εξύψωση, πρόκληση, αδιαφορία, και μάλιστα στη σωστή σειρά, στο οποίο πολύ
δύσκολα μια γυναίκα θα αντισταθεί, όταν μάλιστα υπάρχει και μια αρχική έλξη.
«Πάμε.
Είμαι περίεργη να δω πού θα το φτάσεις. Είσαι επικίνδυνα θρασύς, στις
περισσότερες γυναίκες αρέσει αυτό, σ’ εμένα όχι ιδιαίτερα…»
Έβλεπαν
τα φώτα του Ναυπλίου να στολίζουν το μαύρο της θάλασσας καθώς τα κοίταζαν
απέναντι, από την παραλία των Μύλων. Καθισμένοι δυο μέτρα από εκεί που έσκαγε
το κύμα, απολάμβαναν το φρέσκο μπαρμπούνι και την παγωμένη ρετσίνα της
ταβέρνας, που θυμόταν η Γωγώ από τη μια φορά που είχαν έρθει παλιά με τους
Αρχοντόπουλους.
Ήρεμη
η συζήτηση, με κομμάτια κυρίως από τη ζωή της Γωγώς. Όχι τόσο της εποχής που
έζησε στο Ναύπλιο, ούτε και για της ζωής της μέχρι που χάθηκε ο Μήτσος, αλλά
για το μετά, πώς, με μια μηχανή και δυο μωρά στην αγκαλιά, κατάφερε να
ξεχωρίσει. Να στήσει μια δική της επιχείρηση και να μπορέσει μέσα σε δέκα
χρόνια να γίνει από τους ηγέτες στο χώρο του υφάσματος και να επηρεάζει τις
τάσεις της μόδας στο γυναικείο ρούχο.
Ο
Θάνος φαινόταν από τις ερωτήσεις που της έκανε, να ξέρει πολλά για τις
δραστηριότητες της Γωγώς. Αυτό και της άρεσε, αλλά και τη φόβισε. Τι παιχνίδι
έπαιζε μαζί της; Είχε κάποιο σχέδιο ή απλά ήθελε να την εντυπωσιάσει;
Η
ώρα πέρασε, το φαγητό, το κρασί, το τοπίο, η ατμόσφαιρα, δημιουργούσαν
προσδοκίες για μια πιο καυτή συνέχεια, που πράγματι ήρθε στην επιστροφή, καθώς
λίγο πριν φτάσουν στο Ναύπλιο, ο Θάνος οδήγησε το αυτοκίνητο δεξιά σε ένα
ξέφωτο, έσβησε τη μηχανή και τα φώτα και έριξε το κεφάλι του πίσω στο κάθισμα.
«Σκέφτηκα
να απολαύσουμε λίγο την ησυχία, το φωτισμένο Ανάπλι μπροστά μας, να πούμε
κάποιες τελευταίες κουβέντες πριν αποχωριστούμε. Αν δε θέλεις, φεύγουμε
αμέσως…»
«Ίδιο
κόλπο, δεύτερη φορά το ίδιο βράδυ, πόσες πιθανότητες επιτυχίας έχει Θανασάκη…»
«Εξαρτάται,
κυρία Γωγώ, λογικά ελάχιστες, όμως ποτέ δεν ξέρεις…»
Η
Γωγώ δεν κρατήθηκε, έπεσε πάνω του, «Φίλα με όσο πιο παθιασμένα μπορείς».
Ο
Θάνος δε φάνηκε να αιφνιδιάζεται. Άφησε τις πρωτοβουλίες στη Γωγώ, με τη
σιγουριά ότι την είχε κατακτήσει, ανταποκρινόταν στα φιλιά της, άρχισε να της
ψιθυρίζει γλυκόλογα, με το ένα του χέρι ξεκούμπωσε το φόρεμα της μπροστά,
ελευθερώνοντας τα στήθη της, την ώρα που το άλλο χωνόταν ανάμεσα στους μηρούς
της.
Η
Γωγώ είχε αφεθεί στον ερωτικό παροξυσμό που με τον τρόπο του ενίσχυε ο Θάνος. Τα
φιλιά έγιναν ελαφρά δαγκώματα, οι ανάσες έκαιγαν από το πάθος, τα χάδια μικρές,
απαλές γρατζουνιές. Την ώρα που ο Θάνος φιλούσε τις θηλές στα στήθη της,
λιγώθηκε η Γωγώ και όταν το χέρι του, παραμέρισε το μουσκεμένο της εσώρουχο και
έφτασε στην υγρή της σχισμή, τον αγκάλιασε και τον έσφιξε τρέμοντας από την
ηδονή.
«Απελευθερώσου,
Γωγώ, βγάλε ό,τι έχεις μέσα σου, κάνε μου ό,τι θέλεις…»
Στην
κορύφωση, εκεί που δε θυμόταν να έχει φτάσει άλλη φορά η Γωγώ, λες και κάτι σαν
κεραυνός να τη χτύπησε, ανοιγόκλεισε τα μάτια, τινάχτηκε πάνω, ξέφυγε από το
αγκάλιασμα, προστάτεψε το σώμα της με τα χέρια, πήρε βαθιές ανάσες, άνοιξε την
πόρτα και βγήκε έξω από το αυτοκίνητο. Έκανε μερικά βήματα, προσπαθώντας να
συμμαζέψει τα εσώρουχα και το φόρεμα της και να ηρεμήσει, κάτι που δεν ήταν
καθόλου εύκολο.
Ο
Θάνος σάστισε. Ήταν τόσο ξαφνική η αλλαγή, που κυριολεκτικά δεν ήξερε πώς να
αντιδράσει.
Η
Γωγώ ξαναμπήκε στο αυτοκίνητο, «Σου το είπα, δεν είναι καλή ιδέα. Λοιπόν,
πήγαινε με αμέσως στο σημείο που με πήρες. Δεν έχω κάτι μαζί σου και φυσικά δε
φταις εσύ για ό,τι έγινε και ό,τι πήγε να γίνει. Δικό μου το φταίξιμο, ελπίζω
να φανείς κύριος, καταλαβαίνεις τι εννοώ. Πάμε».
«Δυο
λόγια μόνο. Ήταν η πιο γλυκιά, όμορφη και ξεχωριστή εμπειρία της ζωής μου και
σε ευχαριστώ. Γωγώ, μη νομίσεις ότι έστησα κάποια πλεκτάνη, ήμουνα τελείως
αυθόρμητος. Καταλαβαίνω τι σου συμβαίνει, δεν πρέπει να τα βάζεις με τον εαυτό
σου. Άνθρωπος είσαι πάνω απ’ όλα. Ό,τι έγινε απόψε, από την ώρα που μπήκες στο
αυτοκίνητο μέχρι τη στιγμή που θα βγεις θα μείνει μεταξύ μας, να είσαι σίγουρη.
Μια τέτοια ανάμνηση δεν είναι για πούλημα. Σε ευχαριστώ και αν κάποτε θελήσεις
να επικοινωνήσεις μαζί μου, ξέρεις που θα με βρεις. Εγώ, δε θα σε
ξαναενοχλήσω».
Περπατώντας
από τη ΔΕΗ προς την παραλία, η Γωγώ αναζητούσε τις χαμένες της ισορροπίες, που
μετά από τόσα χρόνια, τόσα μαθήματα και παθήματα, τόση εμπειρία και γνώση,
έγιναν σκόνη μέσα σε ένα βράδυ, με το μικρό Θανασάκη.
Είχαν
νικηθεί κατά κράτος από τις θαμμένες, αλλά πάντα ζωντανές, ανθρώπινες
αδυναμίες, ανάγκες, αισθήματα, ανυπότακτες ορμές. Προκλήσεις αγνοημένες,
σαρκικές ηδονές κρυμμένες, που ξεχύθηκαν και πλημμύρισαν όλο της το είναι.
Το
αντικείμενο του πόθου προκλητικό, ιδανικό. Ένας όμορφος νέος άνδρας, ευγενικός,
καλλιεργημένος και συγχρόνως ερωτικός και τολμηρός, που της έδειξε από την αρχή
ότι τη θέλει. Το γιατί και το πώς, αδιάφορο. Πώς να αντισταθεί και η Γωγώ;
Χιλιάδες δικαιολογίες θα έβρισκε, μόνο που όλες θα ήταν ψεύτικες. Γιατί η
μοναδική αλήθεια ήταν ότι παρέμενε μια γυναίκα όλο ζωντάνια, που το κομμάτι που
της έλειπε για να είναι ευτυχισμένη, ήταν αυτό, το ερωτικό και δε θα μπορούσε
για πάντα να το αγνοεί.
Μέχρι
τότε ένιωθε σίγουρη, πως αυτό το θέμα, αυτή η πλευρά της ζωής, δεν την
ενδιέφερε. Έφτανε όμως το μικρό ταξίδι στο Ναύπλιο για να αισθάνεται ήδη την
ανάγκη να αναθεωρήσει τη σιγουριά της, τη βεβαιότητα της, πως «είχε τελειώσει
μ’ αυτά», όπως της άρεσε να λέει με κάθε ευκαιρία.
«Αυτός
ο ερωτιάρης σατανάς, τ’ Ανάπλι φταίει…» μονολόγησε καθώς έκοψε δρόμο μέσα από
τα στενά. Πού να πάει από την παραλία, έτσι αναψοκοκκινισμένη και ταραγμένη που
ήταν. Να πέσει και σε κάποιο γνωστό, να τη δουν και τα παιδιά στο χάλι της…
Αισθανόταν σαν όλοι να γελούν μαζί της και ας μη συνάντησε σχεδόν κανένα μέχρι
να φτάσει στο σπίτι.
Πήγε
γρήγορα στο μπάνιο, γδύθηκε και ξάπλωσε. Η γιαγιά είχε αποσυρθεί στο δωμάτιο
της και τα παιδιά ευτυχώς δεν είχαν επιστρέψει ακόμα. Ήρθαν μετά από λίγο. Τα
φώναξε και τους έδωσε τις τελευταίες οδηγίες για τη συμπεριφορά, τις παρέες και
το πρόγραμμα τους, τις δέκα μέρες που θα έμεναν με τη γιαγιά στο Ναύπλιο. Η Γωγώ
θα έφευγε με ταξί για την Αθήνα στις έξι και μισή το πρωί. Ήθελε να είναι νωρίς
στη δουλειά της γιατί είχε κάποια κλεισμένα ραντεβού μέχρι το μεσημέρι.
Έξι
και μισή κατέβηκε τα σκαλιά από τον Ψαρομαχαλά που βγάζουν στον «Αμφιτρύωνα»,
εκεί που την περίμενε ήδη το ταξί. Ο ταξιτζής για καλή της τύχη, ήταν από χωριό
της Αρκαδίας και είχε έρθει στο Ναύπλιο πριν από δέκα χρόνια, έτσι, που δε
γνώριζε τίποτα σχεδόν για το παρελθόν της Γωγώς στο Ναύπλιο.
Η
Γωγώ με κλειστά τα μάτια στη μεγαλύτερη διάρκεια της διαδρομής, μέχρι να
φτάσουν στην Αθήνα, σκεφτόταν και ξανασκεφτόταν όσα συνέβησαν στο Ναύπλιο.
Δε
θα ρίσκαρε την ισορροπία που είχε καταφέρει να έχουν τα παιδιά της, ούτε τα
σχέδια για τη δουλειά της. Αυτά ήταν αδιαπραγμάτευτα. Αν οι ανάγκες της την
πίεζαν σε βαθμό που να της δημιουργούν πρόβλημα στη δική της ισορροπία, θα
έβρισκε λύση, έστω με περιστασιακούς συντρόφους αραιά και πού ή όταν ξεχείλιζαν
οι ορμές της. Αυτό που συνειδητοποιούσε ήταν ότι δεν θα άντεχε μέχρι να
γεράσει, αλλά ακόμη και τότε, να μην είναι μια φυσιολογική γυναίκα. Να μην
μπορεί να αγαπήσει, να αγαπηθεί, να κάνει έρωτα, να ξεφύγει με τον άνθρωπο που
θα είναι δίπλα της, να δώσει και να πάρει, να ολοκληρώσει μια σχέση που θα την
έκανε ευτυχισμένη. Εκτιμούσε αυτές που κατάφερναν να αντισταθούν, μα όλο και
πιο πολύ ένιωθε, πως δε θα αργούσε η ώρα που αυτή θα παραδινόταν.
Η
δουλειά και οι πολλές υποχρεώσεις δεν της άφηναν χρόνο για άλλες σκέψεις, όμως,
κάτι μέσα της την έκαιγε. Έπιασε πολλές φορές τον εαυτό της να έχει χάσει τη
συγκέντρωση του, άκουγε αλλά δεν άκουγε και έκανε κενά σε αυτά που ήθελε να πει.
Δείγμα ότι ξέφευγε από την απόλυτη συγκρότηση και τη σταθερότητα που τη
χαρακτήριζαν τα τελευταία χρόνια. Με μιας όλα έμοιαζαν να έχουν αλλάξει.
Την
επομένη που γύρισε στην Αθήνα, την πήρε τηλέφωνο ο Αλεξανδρινός, για να
συζητήσουν για δυο συμβόλαια που έπρεπε να υπογραφούν με αντιπροσωπείες του
εξωτερικού. Ο Αλεξανδρινός είχε γίνει μεγάλο όνομα της δικηγορίας, στο γραφείο
του είχε τρεις δικηγόρους και δυο γραμματείς και φυσικά ήταν και δικηγόρος της
Γωγώς, για όλες της τις υποθέσεις. Είχε ένα γιο και μια κόρη και ζούσαν με τη
Τζένη, τη γυναίκα του, στο γνωστό σπίτι του Ψυχικού.
Μίλησαν
για τα συμβόλαια και για τις δουλειές και αστειεύτηκαν με το παράπονο του
Αλεξανδρινού για το δείπνο με θέα την Ακρόπολη, που η Γωγώ ποτέ της δεν του
πρόσφερε, σαν αμοιβή για το ξεμπλέξιμο με το Μήτσο, όπως του είχε υποσχεθεί.
Η
κουβέντα έγινε τόσο χαλαρή που λίγο έλειψε η Γωγώ να του πει για την περιπέτεια
της στο Ναύπλιο, αλλά τελικά κρατήθηκε.
Είχε
βραδιάσει για καλά όταν επέστρεψε στο σπίτι της. Το διαμέρισμα που έμενε με τα
παιδιά βρισκόταν στον τρίτο και τελευταίο όροφο της πολυκατοικίας, είχε
μεγάλους χώρους, όλες τις ανέσεις και μια τεράστια βεράντα. Γδύθηκε, έκανε ένα
ντους, φόρεσε μια ελαφριά νυχτικιά, έριξε σε δυο δάχτυλα ουίσκι τρία παγάκια
και ξάπλωσε σε μια κούνια καναπέ που υπήρχε στη βεράντα.
Τι
ήταν αυτή η περιπέτεια με το Θάνο στο Ναύπλιο; Τι θα συνέβαινε αν τελικά είχαν ολοκληρώσει
την επαφή τους; Και τώρα, τι θα γίνει; Αυτό ήταν και πάει, τέλειωσε, ή μήπως;
Το
ποτήρι άδειασε γρήγορα, η γλυκιά ζαλάδα που ένιωθε η Γωγώ, έγερνε τη ζυγαριά
στο μέρος των αισθημάτων. Η μοναξιά τη βάρυνε, αδυσώπητη, σκληρή, χτυπάει τις
αδυναμίες, τις ξεγυμνώνει και τις νικά. Ο ύπνος της έκανε το χατίρι, να την
περιμένει μέχρι να πάει στο κρεβάτι της. Την άφησε όταν χτύπησε το ξυπνητήρι,
στις έξι και μισή το πρωί.
Μάταια
τα όρια της λογικής. Η ζυγαριά έγερνε προς το συναίσθημα, η αναστάτωση της
Γωγώς δεν ξεπερνιόταν με τη δουλειά και τις δραστηριότητες που επινοούσε για να
ξεχαστεί. Το μυαλό της, δε συγκεντρωνόταν, έτρεχε. Πού ακριβώς; Η αρχική άρνηση
γινόταν συγκατάβαση, «Γιατί όχι;» «Εγώ δεν έχω δικαίωμα;» Όλες οι για χρόνια
δικαιολογίες, οι αδιαπραγμάτευτες θέσεις, σιγά σιγά, μία μία, έμπαιναν σε
αμφισβήτηση, «Από τώρα θα τελειώσει η ζωή μου;»
Παρασκευή
μεσημέρι τηλεφωνεί στην τράπεζα στο Ναύπλιο…
«Τον
κύριο υποδιευθυντή παρακαλώ, τον κύριο Θάνο… Θάνο, η Γωγώ είμαι, μη ρωτάς
τίποτα, μπορείς αύριο, αν θέλεις φυσικά, να συναντηθούμε στο Λουτράκι;»
«Μα
πώς ήταν αυτό; Έτσι ξαφνικά; Συμβαίνει κάτι, Γωγώ;»
«Ώρες
ώρες οι άνδρες είστε… Άντε να μην πω… Βρε, παιδί μου, θέλεις να συναντηθούμε
αύριο στο Λουτράκι; Θα κλείσω ξενοδοχείο και θα σε περιμένω».
«Φυσικά
και θέλω…»
«Ωραία,
δεν έχεις πρόβλημα να διανυκτερεύσουμε εκεί;»
«Έχω
κάποιο κάλεσμα αλλά θα το ακυρώσω. Εντάξει».
«Θα
σε πάρω τηλέφωνο σε λίγη ώρα να σου πω λεπτομέρειες για το πού θα
συναντηθούμε».
Η
απόφαση είχε παρθεί. Η προσμονή την τρέλαινε, η ένωση πόθου και περιπέτειας
είχε κυριαρχήσει και είχε αφαιρέσει οτιδήποτε άλλο θα μπορούσε να απασχολήσει
τη σκέψη της.
Μετά
από αρκετό ψάξιμο και πολλά τηλεφωνήματα κατέληξε.
«Θάνο,
έκλεισα στο ξενοδοχείο “Σεμίραμις”, είναι κάτω από τον κεντρικό δρόμο, στην
παραλία. Το δωμάτιο βλέπει στη θάλασσα. Θα είμαι εκεί γύρω στις πέντε, έξι το
πολύ. Εσύ έλα όποτε θέλεις, θα σε περιμένω».
Ένα
ολόκληρο εικοσιτετράωρο, πώς θα το περνούσε η Γωγώ; Αιώνας της φάνηκε, ευτυχώς
που όλο το Σάββατο το πρωί το πέρασε στο κομμωτήριο και στον καλλωπισμό της.
Τέσσερις η ώρα πήρε ταξί για να την πάει στο Λουτράκι. Πριν φύγει, είχε
τηλεφωνήσει στο Ναύπλιο να σιγουρευτεί ότι τα παιδιά και η γιαγιά ήταν καλά και
δεν ήθελαν κάτι.
Όμορφο
το ξενοδοχείο, όχι πολύ μεγάλο, το δωμάτιο στο δεύτερο όροφο με θέα στον
Κορινθιακό. Η Γωγώ άνοιξε τη μπαλκονόπορτα και κάθισε στη μια από τις δύο
καρέκλες που υπήρχαν στο μπαλκόνι. Οι σφυγμοί της ανέβηκαν απότομα. Είχε αγωνία
για το πώς να φερθεί, πώς να υποδεχθεί έναν άνδρα, που μπορεί σχεδόν να του
είχε δοθεί, όμως τον ήξερε τόσο λίγο, καθόλου ήταν η αλήθεια… Να περιμένει
πρώτα να τον γνωρίσει, να δει αν πραγματικά αξίζει να προχωρήσουν; Αν όχι, κάτι
θα εύρισκε για να ξεφύγει…
Το
χτύπημα στην πόρτα την έκανε να πεταχτεί σαν ελατήριο. Τρέχοντας την άνοιξε.
«Ήρθες…»
Πριν
προλάβει να πει οτιδήποτε ο Θάνος, βρέθηκε στο κρεβάτι και πάνω του η Γωγώ. Τον
ξεγύμνωσε με γρήγορες κινήσεις και άρχισε να τον φιλά, να τον γλύφει, να τον
δαγκώνει παντού σε όλο του το σώμα. Βγάζοντας μικρές κραυγές, αναστεναγμούς,
πέταξε τα ρούχα και τα εσώρουχα της και το ολόγυμνο κορμί της αφέθηκε να ενωθεί
με το κορμί του Θάνου. Ξέφρενος ο ρυθμός, ακραίες ηδονές, δυο απανωτοί οργασμοί
για τη Γωγώ, πριν ο Θάνος προλάβει να προσαρμοστεί στο ζωντανό χείμαρρο που τον
είχε παρασύρει.
«Δεν
το πιστεύω, Γωγώ. Δεν έχω καταλάβει ακόμα τι μου συμβαίνει, ήταν τόσο ξαφνικό…»
«Μη
μιλάς, φίλα με, σφίξε με, δείξε μου ότι άξιζε που έγινα δική σου».
«Ένα
θα σου πω, δε θα μετανιώσεις. Από τώρα μέχρι το θάνατο θα είμαστε μαζί».
«Δε
με ενδιαφέρει ο θάνατος, εγώ τη ζωή θέλω. Το θάνατο τον πλήρωσα ακριβά. Δε μου
αρέσει, τον φοβάμαι…»
Ο
Θάνος, καταλαβαίνοντας ότι θα στράβωνε η ερωτική μυσταγωγία, ανέλαβε τις
πρωτοβουλίες, άρχισε να τη φιλά, να τη χαϊδεύει, να της μιλά για την ομορφιά
της, λίγο πρόστυχα την έβαλε από κάτω και εξερευνώντας το κορμί της, την έκανε
να αναστενάζει βαθιά, να ζητά πάλι και πάλι να φτάσει στο τέρμα, μήπως και
χορτάσει την ηδονή που για χρόνια είχε στερηθεί.
Μετά
από δυο ώρες σηκώθηκαν, πλύθηκαν και κάθισαν στο μπαλκόνι. Χαλάρωσαν μετά από
τόση ένταση. Η Γωγώ αισθανόταν όμορφα. Ήταν ήρεμη, το σώμα της, παρά την
κούραση, ήταν αναζωογονημένο, το μυαλό της σε απόλυτη νιρβάνα. Απέναντι της
ένας όμορφος νέος άνδρας, που την κοιτούσε με τη χαρά που νιώθει κάποιος όταν
δέχεται το μεγαλύτερο δώρο της ζωής του. Ένας άνδρας που δε χόρταινε και αυτή
να τον κοιτά, προσπαθώντας να ανακαλύψει τον εσωτερικό του κόσμο.
Αποφάσισαν
να μη βγουν για φαγητό, να πάει ο Θάνος να φέρει κάτι να φάνε και κάμποσες κρύες
μπύρες για να πιουν. Προτίμησαν να μείνουν όσο περισσότερο χρόνο μπορούσαν μαζί,
χωρίς να τους ενοχλεί κανείς, για να συζητήσουν, να μάθουν πράγματα ο ένας για
τον άλλο, να κάνουν και να ξανακάνουν έρωτα.
Απλή
η ζωή του Θάνου, μπροστά στις θύελλες της Γωγώς. Ο πατέρας του είχε πεθάνει και
ζούσε με τη μητέρα του σε ένα ευρύχωρο σπίτι στο Ναύπλιο. Η μικρή σύνταξη της μητέρα
του, πήγαινε σχεδόν ολόκληρη στο ενοίκιο του σπιτιού. Ο Θάνος είχε μια αδελφή
μεγαλύτερη, παντρεμένη στην Καλαμάτα, ο άνδρας της είχε κατάστημα με γυαλικά
και είχαν τρία παιδιά, δυο αγόρια και ένα κορίτσι. Ήταν ευχαριστημένη από την
οικογένεια και τη ζωή της εκεί και ερχόταν αραιά και πού στο Ναύπλιο. Η
μικρότερη αδελφή του Θάνου τελείωνε σε λίγο καιρό τη Φιλοσοφική Αθηνών και
ήθελε να γίνει καθηγήτρια. Ο Θάνος, είχε μια σοβαρή σχέση για δύο χρόνια με μια
συνάδελφο του από το Άργος, που όμως έφτασε στο τέλος της, πριν από έξι μήνες,
όταν οι απόψεις τους, για το πώς ήθελαν το μέλλον τους, την οικογένεια, τους επαγγελματικούς
τους στόχους και σε ποιο μέρος θα συνέχιζαν τη ζωή τους, έμειναν αγεφύρωτες.
Η
Γωγώ έχοντας την πικρή εμπειρία από έναν όμορφο άντρα, επιστήμονα, επιτυχημένο
επαγγελματικά, που ήξερε να μιλά και να κολακεύει μια γυναίκα, δε θα έμενε σε
αυτά, ήθελε να μάθει τις απόψεις του Θάνου για την κοινωνία και τα ενδιαφέροντά
του. Εκεί θα τον μετρούσε, αυτή η πλευρά της προσωπικότητας του θα ήταν το
κριτήριο για την ποιότητα και του χαρακτήρα του. Από την ειλικρίνεια αυτών που
πίστευε και όχι από αυτά που θα τις έλεγε, για να την κατακτήσει.
Της
έκανε εντύπωση ότι ο ίδιος της περιέγραψε τις κακές πλευρές του εαυτού του,
όπως και τα λάθη του. Για τον εγωισμό του που ώρες ώρες αδυνατεί να ελέγξει και
για σκέψεις που τον κάνουν να αισθάνεται ξένο σώμα, ανάμεσα σε φίλους που η
αγάπη του μπορεί ξεχειλίζει γι’ αυτούς, αλλά δυσκολεύεται να πορευτεί μαζί
τους, για ιδέες ενός κόσμου χωρίς αδικία, για εντιμότητα, για ίσες ευκαιρίες μέσα
στην ανισότητα που έχει επικρατήσει και για αλληλεγγύη στους αδύναμους συνανθρώπους
μας.
Αυτά
που άκουγε από το Θάνο, όπως τουλάχιστον με θέρμη τα ανέλυε, έκαναν τη Γωγώ να
αρχίσει να σκέφτεται ότι μάλλον θα άξιζε να προχωρήσει σε μια σχέση μαζί του. Η
αρχή άλλωστε είχε γίνει και εκείνο που έμενε να προσέξει, ήταν να μην
παρασυρθεί, αν κάτι διαπίστωνε στην πορεία ότι ήταν λάθος.
Τρώγοντας
και πίνοντας κρύα μπύρα, καθώς η συζήτηση γινόταν πιο ελεύθερη, η Γωγώ, αφηγήθηκε
με περισσότερες λεπτομέρειες όσα του είχε πει στην πρώτη τους συνάντηση στους
Μύλους, πώς έστησε την επιχείρηση της, τον πόλεμο που δέχτηκε, την υπομονή και
επιμονή που είχε δείξει και πώς τελικά κατόρθωσε να σταθεί και να επιβιώσει στο
σκληρό ανταγωνισμό, μεγαλώνοντας συγχρόνως τα παιδιά της και πώς στα τριάντα
πέντε της χρόνια είχε καταφέρει τόσα πολλά και μάλιστα κουβαλώντας ένα τόσο
βαρύ παρελθόν. Ο πατέρας της είχε πεθάνει και η κηδεία του, είχε γίνει αφορμή για
να επισκεφτεί την Άρτα, πρώτη φορά μετά την οριστική φυγή της. Στην κηδεία του
πεθερού της, του πατέρα του Μήτσου, που έγινε στο Βουργαρέλι δεν πήγε, το
θεώρησε υποκριτικό, από τη στιγμή που ο πεθερός της δεν την άφησε να παρευρεθεί
στην κηδεία του γιου του. Η αδελφή της η Νικολίτσα, ζούσε ακόμη στο σπίτι της
κυρίας Θεοδώρας, είχε αρραβωνιαστεί έναν αστυνομικό και ετοιμαζόταν να
παντρευτεί και να πάει να μείνει σε δικό της σπίτι.
Στο
Βουργαρέλι δεν υπήρχε πια κανένας κοντινός συγγενής, το σπίτι τους το
κληρονόμησε η Μαρία η αδελφή της, που φρόντιζε τον πατέρα τους μέχρι να πεθάνει
και σιγά σιγά το ανακαίνιζαν με τον άνδρα της και πήγαιναν το Πάσχα και το
καλοκαίρι για λίγες ημέρες.
Ένα
γλυκό χαμόγελο είχε καθίσει πάνω στα πρόσωπα του Θάνου και της Γωγώς. Η μπύρα,
η αναδρομή, το αίσθημα πληρότητας… Αυτό δε θα έβρισκε ικανοποίηση ούτε στην πιο
ερωτική, πιο συναισθηματική, πιο ηδονική επαφή τους που ακολούθησε μέχρι το
πρωί.
Το
πρωί ήταν η σειρά της Γωγώς να κατέβει και να φέρει το πρωινό. Έφαγαν αχόρταγα,
ήπιαν μπόλικο καφέ για να ξυπνήσουν, αγκαλιάστηκαν και έκαναν έρωτα μέχρι την
ώρα που πλησίαζε για να αφήσουν το δωμάτιο. Πλήρωσαν και βγήκαν στο δρόμο. Το
αυτοκίνητο ο Θάνος το είχε αφήσει στο διπλανό στενό από το ξενοδοχείο.
Περπάτησαν λίγο μέχρι την παραλία, επέστρεψαν στον κεντρικό δρόμο και πήγαν
προς την πιάτσα των ταξί.
«Θα
σου τηλεφωνήσω το βράδυ κατά τις δέκα, καλέ μου. Να με σκέφτεσαι… Να προσέχεις
στο δρόμο…»
Ο
Θάνος αμίλητος, με εκφράσεις του προσώπου του προσπαθούσε να την κάνει να
καταλάβει αυτά που αισθανόταν. Και ήταν τόσα πολλά…
Η
Γωγώ, στην επιστροφή με το ταξί για την Αθήνα, δεν μπορούσε παρά να σκέφτεται
τις ώρες που πέρασε με το Θάνο και το τι θα επακολουθούσε. Ένιωθε γεμάτη,
ευχαριστημένη που τόλμησε, ξαναγύριζε η σιγουριά που είχε χαθεί από την
περιπέτεια του γάμου της με το Μήτσο. Μπορούσε να κάνει πάλι σχέδια, όχι για το
πώς θα γεράσει, αλλά για το πώς θα ζήσει. Ο Θάνος, χωρίς να το γνωρίζει, της
είχε δώσει το μεγαλύτερο κίνητρο να συνεχίσει μια φυσιολογική ζωή. Δε θα άφηνε
να χαθεί αυτή η ευκαιρία η Γωγώ. Αυτό που χρειαζόταν, που είχε ανάγκη, ίσως πολλά
χρόνια πριν, ήταν ένας Θάνος. Τώρα που τον βρήκε, θα έκανε τα πάντα για να τον
κρατήσει.
Μίλησαν
στο τηλέφωνο το βράδυ περισσότερο από μια ώρα. Τόσο γλυκά, τόσο τρυφερά,
αντάλλαξαν λόγια από εκείνα που μόνο όσοι αγαπιούνται βαθιά μπορούν να λένε… Μα
πότε πρόλαβαν; Κι όμως, η ιστορία τους φαίνεται πως είχε ξεκινήσει την παραμονή
του γάμου της Γωγώς με το Δουρέντη, όταν συναντήθηκαν στην παραλία, απέναντι
από το Μπούρτζι.
Δευτέρα
μεσημέρι η Γωγώ τηλεφωνεί στην κυρία Θεοδώρα και της λέει πως θα την επισκεφτεί
το βράδυ στο σπίτι της. Φτάνει την ώρα που η Νικολίτσα φεύγει για να συναντήσει
τον αστυνομικό αρραβωνιαστικό της. Η κυρία Θεοδώρα, σερβίρει το λεμονάτο μοσχάρι
με ρύζι, που είχε ετοιμάσει η Νικολίτσα, ανοίγει και ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί
και αρχίζουν τη συζήτηση.
Η
Γωγώ της λέει τα νέα από το Ναύπλιο, κομπιάζει λίγο αλλά δεν μπορεί να της
κρύψει όσα έγιναν με το Θάνο. Άλλωστε, ο λόγος που ήθελε να τη δει, ήταν αυτός.
Δεν τα μαρτυρά και όλα, αλλά μέσες άκρες η κυρία Θεοδώρα καταλαβαίνει τι ακριβώς
συμβαίνει. Η σιωπή της και το μισό της χαμόγελο, δίνουν θάρρος στη Γωγώ να
συνεχίσει.
«Επιτέλους
αισθάνομαι απελευθερωμένη, μπορώ να ερωτευτώ, να δοθώ σε έναν άνδρα που αξίζει,
να κάνω σχέδια για το μέλλον, βρήκα αυτό που έψαχνα, φανερά και κρυφά, για να
είμαι ευτυχισμένη».
«Χαίρομαι
πραγματικά, Γωγώ, για την απρόσμενη ευτυχία σου, απόλαυσε την όσο μπορείς, ζήσε
τις στιγμές που έχεις στερηθεί, κράτα σφιχτά το Θάνο σου, όμως να ξέρεις, αυτό
θα τελειώσει, αργά ή γρήγορα, ακόμα και αν θέλεις πολύ να συνεχιστεί για πάντα
αυτή η σχέση. Δεν είναι δυνατόν με αυτόν τον άνδρα να κάνεις πάλι οικογένεια. Αυτός
είναι νέος, θα θέλει παιδιά δικά του. Τρίτο και τέταρτο παιδί από άλλο πατέρα
εσύ; Θα τα τρελάνεις τα παιδιά, το καταλαβαίνεις; Θα δημιουργηθούν προβλήματα που
καμιά θέληση, κανένας έρωτας, όση κατανόηση και να δείξετε δε θα μπορέσει να τα
νικήσει. Μοιάζει όμορφη περιπέτεια αλλά αδιέξοδη…»
«Δηλαδή
με καταδικάζεις…»
«Καλή
μου, Γωγώ, πέρασες πολλά, αλλά αυτά που τώρα έχεις, ούτε που τα φανταζόσουνα
όταν έφευγες από το χωριό σου. Πρώτα τα υπέροχα παιδιά σου και μετά τη δουλειά
σου, την επιχείρηση σου, τα χρήματα που απέκτησες που φτάνουν για την
οικογένεια σου μέχρι να γεράσεις. Λίγα είναι αυτά; Σκέψου πόσοι τα έχουν;
Πόσοι, τόσο μικροί στην ηλικία όσο εσύ, καταφέρνουν κάτι περισσότερο; Μην τα
ζητάς όλα, μπορεί εύκολα να τα χάσεις όλα».
«Δηλαδή
η γνώμη σου είναι να συνεχίσω με το Θάνο και αν κάποια στιγμή μου ζητήσει να
προχωρήσουμε σε γάμο και να αποκτήσουμε μαζί παιδιά, να τον αφήσω. Δεν μπορώ να
το κάνω αυτό, είναι άτιμο».
«Γωγώ,
τα δύσκολα τα πέρασες, μη βάζεις πάλι στον εαυτό σου διλήμματα χωρίς νόημα. Διασκέδασε
με το Θάνο και αν έχεις ανάγκη έναν άνδρα δίπλα σου, βρες κάποιον που δε θα
θέλει οικογένεια και παιδιά. Όταν μεγαλώσουν ακόμα λίγο τα παιδιά σου, τότε θα
καταλάβουν και θα χαρούν να σε δουν με κάποιον άνδρα ευτυχισμένη. Τώρα όμως, αν
προχωρήσεις με το Θάνο, ίσως νιώσουν ότι τα παραγκωνίζεις για χάρη του. Έλα στη
θέση τους. Μεγαλώνουν με την αγάπη σου, όμως μην ξεχνάς ότι τους λείπει ο
πατέρας τους, που και τα δυο, δεν πρόλαβαν ούτε να τον γνωρίσουν».
«Γιατί
μου το κάνεις αυτό; Μετά από τόσα χρόνια αισθάνομαι και πάλι γυναίκα και θέλεις
να μου το γκρεμίσεις…»
«Δικαίωμα
σου είναι να κάνεις ό,τι θέλεις. Σου είπα τι είναι καλύτερο κατά τη γνώμη μου.
Η απόφαση είναι δική σου, μόνο πρόσεξε μην πληγώσεις τα παιδιά σου και μην
καταστρέψεις αυτό που με πόνο και κόπο κατάφερες να φτιάξεις. Αυτά είναι η
ευτυχία σου, πρόσθεσε λίγο αλατοπίπερο και θα είσαι ευλογημένη. Εγώ, όπως
πάντα, θα χαίρομαι στις χαρές σου και θα τρέχω στις στεναχώριες σου. Βοήθα με
να μαζέψουμε τα πιάτα και άντε στο καλό, γιατί πέρασε η ώρα και το πρωί πρέπει
να πάω νωρίς στο μαγαζί».
Η
Γωγώ κατέβηκε από το σπίτι της κυρίας Θεοδώρας, βγήκε στην πλατεία στο Κολωνάκι
και πήρε ταξί για το δικό της, στο Μαρούσι.
Πικραμένη
γυναίκα η Θεοδώρα. Τίποτα δεν κατάφερε στη ζωή της, όλα ψεύτικα. Να πεις ότι
δεν είχε τα προσόντα; Ούτε η ομορφιά της έλειπε. Σε όλα απέτυχε. Ευτυχώς που η
αδελφή της έφυγε και της άφησε το μαγαζί στη Σταδίου και ευτυχώς που είχε και
τις ανιψιές της, να της δίνουν λίγη χαρά από την προκοπή τους.
Αυτά
σκεφτόταν η Γωγώ καθώς το ταξί ανέβαινε τη λεωφόρο Κηφισίας. Τη συμπονούσε, την
άκουγε, αλλά μήπως και κάπου η κυρία Θεοδώρα ήταν υπερβολική; Μήπως κατά βάθος
δεν άντεχε, η πρώην δούλα της, να είναι τόσο επιτυχημένη και ευτυχισμένη; Η
ζήλεια, ναι αυτό ήταν… Ζήλεια.
Πέφτοντας
στο κρεβάτι να κοιμηθεί, δεν άντεξε, «Όχι και ζήλια, ρε Γωγώ, η κυρία Θεοδώρα
για σένα… Η γυναίκα που κατέστρεψε τη ζωή της, για να γλιτώσεις εσύ… Μήπως
λιμπίστηκε το Θάνο; Σοβαρέψου γιατί ο έρωτας σε κάνει να παραλογίζεσαι, τον
ξέμαθες μετά από τόσα χρόνια».
Τρίτη
πρωί στο γραφείο και η Γωγώ προσπαθεί να ξεφύγει από τη σκέψη του Θάνου, που
στριφογυρίζει στο μυαλό της και να αφοσιωθεί στη δουλειά της. Πολλά τα ραντεβού
που την περίμεναν, τα τηλεφωνήματα που έπρεπε να κάνει, είχε να μελετήσει και να
δώσει την έγκριση της σε μια καινούργια κολεξιόν που της είχε στείλει το τμήμα
σχεδίασης και να απαντήσει στην πρόσκληση για μια έκθεση στο Παρίσι που την
είχαν προσκαλέσει και ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρουσα.
Μέχρι
τότε, αν και είχε λάβει αρκετές προσκλήσεις, δεν αποφάσιζε να πάει σε εκθέσεις μόδας
στις μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Δεν ήταν ο φόβος ότι θα βρισκόταν σε
περιβάλλον όπου δε θα μπορούσε να σταθεί, γιατί δεν είχε τα προσόντα, τα εφόδια,
απέναντι σε ανθρώπους που γνώριζαν βαθιά το αντικείμενο. Απλά είχε αποφασίσει να
κάνει ένα βήμα κάθε φορά, μετά από προσεκτική μελέτη και σχέδιο, ώστε να αποφεύγει
να παρασυρθεί από τις εξαλλοσύνες που επικρατούσαν στο χώρο της μόδας και
εύκολα θα μπορούσαν να την καταστρέψουν. Άλλωστε πολλές από αυτές τις εκθέσεις
γίνονταν μόνο για δημόσιες σχέσεις και για τα ξέφρενα πάρτι που τις
ακολουθούσαν.
Η
δική της επιτυχία, είχε στηριχτεί στη σκληρή δουλειά και τις μετρημένες και
σωστές κινήσεις, τη συνετή, προσεκτική πορεία και τις σχέσεις εμπιστοσύνης με
τους εμπόρους και τις τράπεζες. Με το ταλέντο της που εξελίχθηκε όσο μεγάλωνε
και η επιχείρηση της και την έκανε να μπορεί να προβλέπει το μέλλον της Μόδας ή
να προσαρμόζεται γρήγορα, στις όποιες αλλαγές έρχονταν κυρίως από το εξωτερικό
και βέβαια με την πείρα που είχε αποκτήσει από τις κακοτοπιές, που από μικρή της
είχαν τύχει, να μπορεί να τις βλέπει και να τις αποφεύγει.
Το
μέτρο ήταν πάντα οδηγός της, ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε να αποκτήσει πλούτο, ούτε και
επιθυμούσε να ενταχθεί σε έναν υποκριτικό κόσμο, που τον είχε απορρίψει από
χρόνια. Αναλογιζόμενη από πού και πώς ξεκίνησε, θα ήταν αχάριστη να επιδιώκει
εκβιαστικά κάτι περισσότερο, μπαίνοντας σε δρόμους απληστίας και αμφίβολης
ηθικής. Γι’ αυτό και όσα χρήματα κέρδιζε, τα επένδυε στην επιχείρησή της,
φροντίζοντας και τους ανθρώπους που εργάζονταν σ’ αυτήν.
Όμως
από την άλλη, αν ήθελε να κάνει ένα βήμα πιο πέρα στα επιχειρηματικά της σχέδια,
θα έπρεπε, έστω και επιλεκτικά, να δίνει το παρόν και να συμμετέχει στα μεγάλα
γεγονότα της μόδας, που έτσι κι αλλιώς καθόριζαν την εξέλιξη ενός προϊόντος που
και αυτή ήταν κομμάτι του. Είχε πειστεί ότι ήταν η κατάλληλη στιγμή για να
κάνει το βήμα και γι’ αυτό είχε αποφασίσει να πάει στο Παρίσι.
Θα
είχε βγάλει μάλιστα ήδη και τα αεροπορικά εισιτήρια, για την ίδια και τη
γραμματέα της την Ηλέκτρα, που θα την έπαιρνε μαζί της γιατί μιλούσε άπταιστα
τρεις γλώσσες, αν δεν υπήρχε η ανατροπή των τελευταίων ημερών με την παρουσία
του Θάνου στη ζωή της.
Ξανά
ένα δίλημμα μπροστά της, που έπρεπε να απαντηθεί άμεσα…
Ο
δρόμος για το Παρίσι και όσα πιθανόν θα ακολουθούσαν για την επαγγελματική,
οικονομική και κοινωνική της άνοδο, ή το ρίσκο μιας σχέσης, ένας έρωτας με τον άνθρωπο
που η μοίρα της έφερε, για να ολοκληρώσει την ευτυχία της, που μπορεί όμως να
οδηγούσε σε μια ακόμη οδυνηρή περιπέτεια για την ίδια;
Το
ένστικτό; Η κατά βάθος επιθυμίας της; Το συναίσθημα; Όλα μαζί και το καθένα
μόνο του, επικράτησαν, νίκησαν κατά κράτος τους επαγγελματικούς σχεδιασμούς και
έτσι, εκείνη την Τρίτη το πρωί, τα ραντεβού ακυρώθηκαν, τα τηλεφωνήματα μεταφέρθηκαν
για την επομένη, τα σχέδια για την κολεξιόν εγκρίθηκαν μετά από μια γρήγορη ματιά
και μια ευχαριστήρια επιστολή έφυγε για το Παρίσι, με την ευγενική άρνηση της
Γωγώς για την αδυναμία της να παρευρεθεί και με την ευχή να μπορέσει κάποια
άλλη φορά να το κάνει στο μέλλον.
Το
βράδυ που με τόση λαχτάρα όλη την ημέρα περίμενε, ήρθε, τη βρήκε ξαπλωμένη στον
καναπέ στη βεράντα της, πίνοντας λευκό κρασί, να ακούει απαλή μουσική και να μιλά
στο τηλέφωνο μαζί του. Η κουβέντα τους γεμάτη ερωτισμό και προκλητικά
υπονοούμενα. Κανονίζουν να βρεθούν το Σαββατοκύριακο πάλι στο Λουτράκι. Βολεύει
και τους δύο και είναι δύσκολο να τους δει κάποιος γνωστός και να συνδυάσει την
παρουσία τους εκεί. Μάλιστα η Γωγώ λέει στο Θάνο πως θα κλείσει δωμάτιο σε άλλο
ξενοδοχείο για μεγαλύτερη ασφάλεια. Μόνο που η Γωγώ την Κυριακή θα έπρεπε να
πάει στο Ναύπλιο για να πάρει τα παιδιά, γιατί τέλειωναν οι δεκαήμερες διακοπές
τους.
Δεν
της φάνηκε δύσκολο της Γωγώς, θα κανόνιζε να είναι έτοιμα τα παιδιά το μεσημέρι
της Κυριακής, να πάει από το Λουτράκι στο Ναύπλιο με ταξί, να καθίσει λίγες
ώρες και με τη γιαγιά και να επιστρέψει με τα παιδιά στην Αθήνα.
Έτσι,
το συμφώνησαν τελικά και θα περίμενε τηλεφώνημα ο Θάνος την Παρασκευή, να του
πει σε ποιο ξενοδοχείο θα γινόταν η συνάντηση.
…………………………………………………………………………
Τετάρτη
μεσημέρι τηλεφωνεί η Γωγώ στην τράπεζα και ζητά το Θάνο. «Τι ώρα τελειώνεις τη
δουλειά;»
«Κατά
τις τέσσερις. Γιατί; Τι συμβαίνει;»
«Τίποτα,
θα σε περιμένω στο ξενοδοχείο Verison
στο Σύνταγμα, από τις επτά θα είμαι εκεί. Αν φυσικά θέλεις και μπορείς…»
«Τι
είναι αυτά τα ευχάριστα που μου κάνεις, Γωγώ; Πετώντας θα έρθω».
Τρεις
ώρες πέρασαν οι δυο τους κλεισμένοι στο δωμάτιο του ξενοδοχείου. Δεν ήταν μόνο
η σαρκική επαφή που απολάμβαναν, ήταν αυτός ο δίαυλος επικοινωνίας που είχε
αναπτυχθεί τόσο γρήγορα μεταξύ τους, που τους γέμιζε χαρά, τους έκανε να
νιώθουν ευτυχισμένοι, που τους πήγαινε κατευθείαν στα πιο ευαίσθητα
συναισθήματα τους. Μιλούσαν και ο ένας συμπλήρωνε τον άλλο. Γέλαγαν και
σοβάρευαν ταυτόχρονα, λες και γνωρίζονταν χρόνια και ήξεραν πώς να αντιδρούν
στην κάθε στιγμή. Υπήρχε μια τρυφερότητα από την αρχή σ’ αυτή τη σχέση που
ξεχείλιζε. Η Γωγώ τη ρουφούσε και δεν τη χόρταινε.
Βγήκαν
από το ξενοδοχείο γύρω στις έντεκα, έφαγαν κάτι πρόχειρο στο πόδι και ο Θάνος
έφυγε για το Ναύπλιο. Η Γωγώ ευτυχισμένη, γεμάτη, για το σπίτι της στο Μαρούσι.
Σάββατο,
Γωγώ και Θάνος βρέθηκαν όπως είχαν κανονίσει στο Λουτράκι, μέχρι την Κυριακή το
μεσημέρι και από εκεί χωριστά για το Ναύπλιο. Γέλια και χαρές τα παιδιά και η
γιαγιά, σαν υποδέχτηκαν τη Γωγώ. Έστρωσαν τραπέζι, έφαγαν γεμιστά που είχε
φτιάξει η γιαγιά, τηγάνισε και καλαμαράκια που άρεσαν στην Ελπίδα και αφού
είπαν τα νέα τους, ετοίμασαν τα πράγματα τους και κατά τις πέντε κατέβηκαν τα
σκαλιά από τον Ψαρομαχαλά, για να μπουν στο ταξί που τους περίμενε μπροστά στον
«Αμφιτρύωνα».
Συγκινημένη
η γιαγιά, ευχαριστούσε τη Γωγώ για το δώρο που της έκανε να της αφήσει τόσες
ημέρες τα παιδιά, τα παιδιά που με δυσκολία αποχωρίστηκαν την αγκαλιά της. «Θα
ξανάρθουμε γιαγιά…»
«Να
ξανάρθετε ψυχές μου…»
Ο
Άγγελος και η Ελπίδα μιλούσαν ακατάπαυστα στο ταξίδι. Η Γωγώ ήταν κουρασμένη,
δεν είχε όρεξη για πολλές κουβέντες. Το μόνο που τους είπε ήταν ότι την επομένη
θα της εξιστορούσαν αναλυτικά πώς πέρασαν στο Ναύπλιο.
Εκείνο
το βράδυ η Γωγώ δε θα τηλεφωνούσε στο Θάνο. Με τα παιδιά μπροστά, η βραδινή
τηλεφωνική επικοινωνία απαγορευόταν. Της έλειψε, έπεσε για ύπνο με τις σκέψεις
πάλι να την πολιορκούν. Πώς θα αντιμετώπιζε τη νέα πρόκληση; Ο Θάνος, έστω και
να τον ακούει από το τηλέφωνο, της είχε γίνει απαραίτητος. Το μυαλό της σε
αυτόν στριφογύριζε. Μέχρι να την πάρει ο ύπνος.
Την
επομένη γύρισε αργά από τη δουλειά. Τα παιδιά την περίμεναν, είχαν τόσα να της πουν
από την παραμονή τους στο Ναύπλιο. Όση ώρα της έλεγαν τα νέα, αυτή σκεφτόταν το
Θάνο. Μόνο όταν η Ελπίδα της είπε, «Μαμά η γιαγιά μας έδειξε πολλές φωτογραφίες
του μπαμπά του Άγγελου και του παππού και γράμματα που της έστελνε από την
εξορία. Πήγαμε και στα μέρη που έβγαινες ραντεβού με το μπαμπά του Άγγελου.
Μίλησε μας γι’ αυτά, μεγαλώσαμε πια, θέλουμε να ξέρουμε…» η Γωγώ επέστρεψε
απότομα στην πραγματικότητα.
«Ελπίδα
μου, δεν έχω σκοπό να σας κρύψω τίποτα, ούτε από τη ζωή μου, ούτε από τη ζωή
των συγγενών μας, ήθελα να μεγαλώσετε πρώτα γιατί υπάρχουν πράγματα που έγιναν
και είναι δύσκολο για ένα παιδί να τα καταλάβει, προπαντός να μπορέσει να
κρίνει και η κρίση σας για μένα, θέλω να είναι όσο γίνεται πιο αντικειμενική.
Έκανα πολλά λάθη, επιπολαιότητες λόγω άγνοιας και ανωριμότητας τα περισσότερα,
τα πλήρωσα και με το παραπάνω. Σημασία έχει ότι στάθηκα όρθια και κατάφερα, με
πολλούς κόπους και στερήσεις, να κρατήσω, εμάς τους τρεις, μια δεμένη,
αγαπημένη οικογένεια, που τίποτα δε θα μπορέσει να μας χωρίσει…»
Ο
Άγγελος προχώρησε ένα βήμα ακόμη. Ήταν φανερό πως τα παιδιά είχαν αποφασίσει να
μάθουν, να μάθουν όσα περισσότερα μπορούσαν για τους γονιούς τους.
«Μητέρα,
δε θέλουμε να σε φέρουμε σε δύσκολη θέση, δεν έχουμε τέτοιο σκοπό. Για το
διάστημα της ζωής σου με το δικηγόρο και ό,τι συνέβη τότε, μας έχει μιλήσει η
κυρία Θεοδώρα, η οποία και σε αγαπά πολύ. Εμείς ήδη το ξεχάσαμε, δεν πρόκειται
να το αφήσουμε να μας επηρεάσει και δε μας ενδιαφέρει. Και αν θέλεις τη γνώμη
μας, έτσι διωγμένη και στριμωγμένη που ήσουν, καλά έκανες και τον παντρεύτηκες.
Το μετά, ήταν ευθύνη εκείνου. Πλήρωσε τα πάθη του. Το ότι σήμερα είμαστε εδώ
και μιλάμε σε δικαιώνει, πέρα από την αθώωση του δικαστηρίου. Είμαστε περήφανοι
για σένα και το μόνο που θέλουμε είναι να μάθουμε για τον πατέρα μου και τον
πατέρα της Ελπίδας. Λοιπόν, σε ακούμε…»
«Τι
μου κάνετε, βρε παιδιά. Θα τη σκοτώσω την κυρία Θεοδώρα. Θα μου βάλεις ένα
ποτό, γιατί με τη συγκίνηση δε μου βγαίνουν οι λέξεις…»
Μέχρι
να έρθει το ποτό, η σκέψη της Γωγώς έφυγε για λίγο και πάλι ταξίδεψε στο Θάνο.
Όμως, σαν κάτι να είχε αλλάξει. Περισσότερος ο προβληματισμός παρά η λαχτάρα
της να φέρει την εικόνα του στο μυαλό της.
Άρχισε
να τους λέει λεπτομέρειες από τη σχέση της με τον Άγγελο, για το περιβάλλον που
συνάντησε στο Ναύπλιο, για τα τζάκια που εξουσίαζαν την περιοχή, τον πολιτισμό,
τα μνημεία, τις εντυπωσιακές βραδιές του καλοκαιριού στην παραλία, τους
ανθρώπους, πώς την αντιμετώπισαν στην αρχή και στο τέλος που έφυγε, για τη
στιγμή που είπε στο Άγγελο «σ’ αγαπώ» καθώς ανέβαιναν τα βεγγαλικά πάνω από το
Μπούρτζι και πώς της ήρθε το μαντάτο για το χαμό του.
Θα
είχε περάσει μια ώρα και τα παιδιά ακούνητα, κρεμασμένα από τα χείλη της Γωγώς
την άκουγαν πότε βουρκωμένα, πότε χαμογελαστά, ακολουθούσαν τη μητέρα τους στις
αναμνήσεις της ζωής της και τις ζούσαν μαζί της.
Με
το δεύτερο ποτό η Γωγώ είχε γίνει ασυγκράτητη. Χρόνια περίμενε αυτή τη στιγμή,
να μιλήσει στα παιδιά της χωρίς φόβο, να τους διηγηθεί πώς έφτασαν στο σήμερα,
να τους εξιστορήσει τα γεγονότα της ζωής τους χωρίς ωραιοποιήσεις, χωρίς φτιασίδια,
όπως ακριβώς συνέβησαν, μόνο με λίγο συναίσθημα ίσως παραπάνω. Να τους πει για
τον Άγγελο και το Μήτσο, για τη ζωή της μαζί τους. Οι συνθήκες είχαν ωριμάσει,
τα παιδιά ήταν έτοιμα να ακούσουν για το πώς χάθηκαν οι πατέρες τους και πώς είχαν
ζήσει μέχρι τότε.
«Λοιπόν,
αυτά για την ώρα για τον πατέρα του Άγγελου. Όσο για το δικό σου πατέρα,
Ελπίδα, ήταν καλός άνθρωπος. Του άρεσε να είναι ελεύθερος, δεν μπορούσε τους
περιορισμούς, κάπου ξέφευγε, αλλά όπως όλοι, είχε και τις δικαιολογίες του. Θα
έχουμε την ευκαιρία να τα πούμε όλα την άλλη εβδομάδα που θα πάμε για πέντε
μέρες στη Άρτα, στη θεία Μαρία και τα ξαδέρφια σας και θα ανέβουμε και στο
Βουργαρέλι, να δείτε από πού κρατά η σκούφια σας».
Τα
επιφωνήματα χαράς ακούστηκαν κάμποσα τετράγωνα γύρω από το σπίτι.
«Μαμά,
τι έκπληξη ήταν αυτή; Είσαι η πιο καλή μαμά του κόσμου…»
«Καλά,
όλα τα παιδιά το ίδιο λένε για τις μαμάδες τους… Εσείς πάντως είστε τα καλύτερα
παιδιά του κόσμου».
Τόσα
φιλιά από τη δεκατετράχρονη πια Ελπίδα, είχε πολύ καιρό να εισπράξει η Γωγώ. Ακόμα
και ο Άγγελος, δύσκολος στο να εξωτερικεύει τα αισθήματα του, της έδωσε και
αυτός δυο φιλιά και μια θερμή αγκαλιά.
Δεν
μπόρεσε η Γωγώ να συγκρατήσει τη συγκίνηση της. Ένα δάκρυ που της έφυγε, το
σκούπισε η Ελπίδα με την παλάμη της, πριν προλάβει να κυλήσει πάνω στο μάγουλο
της.
Τετάρτη
αργά το απόγευμα, η Γωγώ κάθεται μόνη στο γραφείο της. Όλοι έχουν σχολάσει και
φύγει. Τα μάτια της καρφωμένα στο τηλέφωνο. «Να τον πάρω ή όχι; Και τι να του
πω;» Σχημάτισε τον αριθμό του στο καντράν…
«Θάνο,
τι κάνεις, καλέ μου; Κάθομαι εδώ στο γραφείο και σκέφτομαι…»
«Τι
σκέφτεσαι; Αγχωμένη σε ακούω, τι συμβαίνει;»
«Τίποτα,
αλλά να… Όλα γρήγορα τα κάνω και μετά που τα σκέφτομαι καλύτερα, μου
γεννιούνται ερωτηματικά και δισταγμοί…»
«Μετάνιωσες
για τη σχέση μας, Γωγώ; Αυτό θέλεις να μου πεις;»
«Όχι,
όχι… Είσαι ό,τι πιο όμορφο συνάντησα στη ζωή μου, δεν ξέρω από πότε… Όχι, μην
ξαναπείς αυτή τη λέξη».
«Τότε;
Δε θα βρεθούμε το Σάββατο στο Λουτράκι;»
«Μη
μου το κάνεις αυτό Θάνο μου, έλεγα να μην ιδωθούμε για λίγο, να κατασταλάξουν
τα αισθήματά μας, να σκεφτούμε…»
«Νάτο
πάλι το να σκεφτούμε… Γωγώ, μίλησε μου καθαρά, μην παίζεις μαζί μου. Ήμουνα
τόσο ειλικρινής από την αρχή και μπορώ να σε βεβαιώσω ότι είμαι αποφασισμένος
να κάνω τα πάντα για να συνεχίσουμε να είμαστε μαζί».
«Κι
εγώ το ίδιο, Θάνο, όμως είχα μια συζήτηση με τα παιδιά μου και είμαι
υποχρεωμένη να μην αγνοήσω τη γνώμη τους και τα δικά τους θέλω. Τα ανέστησα με
τόσους κόπους και θυσίες, είναι η ζωή μου, χωρίς αυτά δεν υπάρχω και δεν μπορώ
να τα βάλω σε δεύτερη μοίρα. Η Γωγώ, ο Θάνος, όλοι, έρχονται μετά από αυτά…»
«Μάλιστα,
τους μίλησες για τη σχέση μας και σου έφεραν αντιρρήσεις; Δε νομίζεις Γωγώ πως
πρέπει να ξέρω κι εγώ;»
Η
Γωγώ ξέσπασε σε λυγμούς, ασυγκράτητα τα δάκρυα.
«Είναι
πιο περίπλοκο Θάνο μου, πίστεψε με. Δυστυχώς το παρελθόν μου δε θα με αφήσει
όσα χρόνια μου μένουν να ζήσω, να τα ζήσω όπως θέλω. Οι σκιές καραδοκούν για να
δηλητηριάζουν το μέλλον μου. Δε φταις εσύ, γιατί να πληρώσεις;»
«Τι
να πληρώσω, Γωγώ, έχεις τρελαθεί; Να πληρώσω τι και σε ποιον για τη σχέση μου
μαζί σου;»
«Ρώτησε
τη μητέρα σου και τους φίλους σου τη γνώμη που έχουν για μένα. Πες τους πώς θα
έβλεπαν το να κάνεις μια σχέση μαζί μου, να δεις τι θα σου απαντήσουν».
«Τι
κουταμάρες είναι αυτές που μου λες; Σιγά μην πάρω και την άδεια τους ποια
γυναίκα θα ερωτευτώ… Μόνο αν έχουν πρόβλημα τα παιδιά σου θα το καταλάβαινα,
αλλά μη φανταστείς ότι θα υποχωρούσα. Λοιπόν, μίλα μου καθαρά».
«Δε
θα ρισκάρω τη σχέση μου με τα παιδιά μου, την ώρα μάλιστα που βρισκόμαστε στο
σημείο να ζητούν να γνωρίσουν τις ρίζες τους, να μάθουν για το παρελθόν των
ανθρώπων που τα έφεραν στον κόσμο. Έχουν αυτό το δικαίωμα και αυτό είναι που
προέχει για μένα αυτή τη στιγμή. Άσχημη συγκυρία για τη σχέση μας, αλλά δεν
μπορώ να τους το αρνηθώ».
«Δηλαδή
σήμερα, χθες, γεννήθηκαν όλα τα ερωτήματα στα παιδιά σου που εσύ πρέπει να
απαντήσεις και αυτό το γεγονός, απαγορεύει να έχουμε σχέση εμείς οι δύο; Εκτός
και αν έχασα τα λογικά μου, αυτά δεν μπορεί να είναι ούτε μέρος ενός
παραμυθιού».
«Βρε,
Θάνο, ήρθαν έτσι τα πράγματα, μετά το ταξίδι των παιδιών στο Ναύπλιο, όπου
έμαθαν και άκουσαν διάφορα για τη ζωή μου και τη ζωή του Άγγελου και θέλουν να
μάθουν περισσότερα, που πρέπει να τους πω, όπως πρέπει να τους πω και για τον
πατέρα της Ελπίδας, το Μήτσο και να πάμε στην Άρτα και το Βουργαρέλι, που δεν
έχουν πάει ποτέ. Από όλα αυτά λοιπόν που θα δουν και θα μάθουν και εκεί, πριν
κατασταλάξουν, πριν πάρουν το δρόμο τους, πριν καταλάβουν για τις ανθρώπινες
ανάγκες και τις θυσίες που χρειάζονται για να μπορέσει κάποιος να αποφασίζει ελεύθερα
για τον εαυτό του, είναι ανόητο να τα βάλω σε μια διαδικασία συμπόνοιας, ακόμα
και μίσους, για τη σχέση μου μαζί σου».
«Κανονικά
μετά από αυτή την προσβολή, θα έπρεπε να σου κλείσω το τηλέφωνο. Δε θα το κάνω,
θα σε αφήσω να ξανασκεφτείς αυτά που μου είπες. Ανόητο είναι να ταπεινώνεις τη
σχέση σου με κάποιον, αντί να ψάχνεις τα κενά που ίσως υπάρχουν στη σχέση σου
με τα παιδιά σου. Θα σε περιμένω το Σάββατο μετά τις επτά, στο ξενοδοχείο “Σεμίραμις”
στο Λουτράκι. Αν δεν έρθεις, μη με ξαναπάρεις τηλέφωνο…»
«Μάλιστα,
η αλάνθαστη μέθοδος…»
Πάλεψε
η Γωγώ μέχρι την Παρασκευή το απόγευμα. Κατά τις οκτώ, ώρα που ήταν σίγουρη πως
ο Θάνος θα ήταν στο σπίτι, τον πήρε τηλέφωνο.
«Θάνο
μου, μην πας στο Λουτράκι, άκουσε με. Θα φύγω με τα παιδιά την Τρίτη για την Άρτα.
Όταν γυρίσουμε, την άλλη Κυριακή, ελπίζω να μπορώ να σου ξεκαθαρίσω αν και πώς
θα συνεχιστεί η σχέση μας».
«Εντάξει,
να μην πάω στο Λουτράκι. Γιατί να μην έρθω στην Αθήνα να βρεθούμε για λίγες
ώρες;»
«Γιατί
το κάνεις δύσκολο; Λίγο καιρό σου ζήτησα να μη συναντηθούμε, λες να μη θέλω να
σε δω;»
«Ωραία,
να έρθω αύριο το απόγευμα να πιούμε έναν καφέ στο Κολωνάκι, στο Σύνταγμα, όπου
προτιμάς».
«Και
μετά τον καφέ, αφού θα σε έχω επιθυμήσει, να ανέβουμε σε ένα ξενοδοχείο, να
βγούμε μετά από δυο τρεις ώρες και να πάω στο σπίτι μου, στα παιδιά μου, να
τους λέω ιστορίες για τους πατεράδες τους… Πώς το ακούς αυτό, Θάνο μου;»
«Ακούω
μια φοβισμένη γυναίκα, που πίστευα πως ήταν θαρραλέα, να ψελλίζει φτηνές
δικαιολογίες. Πες μου καθαρά πως δε θέλεις να αντιμετωπίσεις μια ακόμη πρόκληση
στη ζωή σου, να το καταλάβω. Μη βάζεις τα παιδιά σου μπροστά για να
δικαιολογήσεις την επιλογή σου. Μου είπες να ρωτήσω τη μητέρα μου και τους
φίλους μου για σένα. Eσύ
ρώτησες ή θα ρωτήσεις τα παιδιά σου για μένα; Θα το κάνεις, Γωγώ;»
«Δεν
μπορώ, Θάνο, αυτή τη στιγμή. Δε θα βάλω σε κίνδυνο την ηρεμία, το δέσιμο που
έχουμε σαν οικογένεια, την αγάπη και την αφοσίωση του ενός για τον άλλο. Να ‘ξερες
πόσο δύσκολο είναι να πετύχει αυτό, Θάνο… Γιατί να τους βάλω διλήμματα, που δεν
είναι η ώρα να απαντηθούν; Γι’ αυτό σου ζήτησα λίγο χρόνο. Δε θέλω να σε χάσω,
αλλά δε θέλω να χάσω, να βάλω σε κίνδυνο, για κανένα λόγο, την οικογένεια μου».
«Ωραία,
ξέχασε με για την ώρα ή για πάντα. Οι απαντήσεις σου δε με καλύπτουν, αλλά δεν
μπορώ να σε πιέσω για να κάνεις κάτι που θα σου δημιουργήσει πρόβλημα. Όταν
επιστρέψεις από την Άρτα, πάρε με ένα τηλέφωνο να μου πεις την απόφαση σου και
να σου πω, από τη μεριά μου, ένα μεγάλο ευχαριστώ που ήρθες στη ζωή μου, έστω
για τόσο λίγο».
Πνιγμένη
στο κλάμα η Γωγώ άκουσε τον ήχο του τηλεφώνου να κλείνει.
Πόσο
αληθινός ήταν πράγματι ο φόβος της Γωγώς να μη χαλάσει την ηρεμία και τις
σχέσεις της με τα παιδιά της, στην περίπτωση που ένας άνδρας θα έμπαινε στη ζωή
της και στη δική τους;
Δυο
παιδιά που δε γνώρισαν πατέρα και δεν είδαν ποτέ τη μάνα τους δίπλα σε άλλον
άνδρα, πώς θα αντιδρούσαν;
Στα
τρία, στα τέσσερα, στα έξι, στο νηπιαγωγείο και το δημοτικό, μετά στο γυμνάσιο,
χωρίς πατέρα, με τη μάνα τους να παλεύει ώρες ατέλειωτες να στήσει μια δουλειά,
πότε με τη Νικολίτσα συντροφιά, πότε με τη Γαλήνη, την αδελφή του Άγγελου, πότε
με την κυρία Καλλιόπη, γαζώτρια που την έστελνε η Γωγώ να τα πηγαινοφέρνει στο
σχολείο και τα αγγλικά, πόσο εύθραυστοι να ήταν οι χαρακτήρες τους; Πόσο
ευάλωτοι σε μια πίεση, σε μια συναισθηματική φόρτιση πέρα από τα όρια της αντοχής
τους;
Το
δύσκολο ρόλο να απαντά στις ερωτήσεις για τον πατέρα τους, τον είχε αναλάβει η
Γαλήνη, η οποία έλυνε τις απορίες τους και τους εξηγούσε με τεράστια υπομονή
και στοργή τα γεγονότα, έτσι ώστε τα παιδιά και να μην πληγωθούν, να μην
αισθανθούν μειονεκτικά απέναντι στα άλλα παιδιά, κυρίως όμως να καταλάβουν ότι
στη ζωή, τίποτα δεν είναι δεδομένο, όλα μπορεί να συμβούν, τα καλύτερα και τα
χειρότερα.
Προσπαθούσε
και η Γωγώ τα χρόνια που μεγάλωναν, να είναι δίπλα τους, να τα φροντίζει και να
περνά μαζί τους όσο περισσότερο χρόνο μπορούσε, αλλά η επικοινωνία μεταξύ τους,
δεν ήταν καθόλου εύκολη. Τα παιδιά απέφευγαν να ζητούν απαντήσεις από τη μητέρα
τους, στους νεανικούς τους προβληματισμούς, λες και πίστευαν ότι αυτό θα γινόταν ένα
επιπλέον φορτίο στους ήδη βαρυφορτωμένους ώμους της.
Είχαν
φτάσει στην εφηβεία και υπήρχαν πράγματα που ούτε καν είχαν συζητήσει μεταξύ τους,
όπως για τις σχέσεις μεταξύ των δύο φύλων, για τα ανθρώπινα δικαιώματα, τις
ελευθερίες, τη δημοκρατία, τα πολιτικά συστήματα και τις κοσμοθεωρίες, τις
τέχνες, για τη φιλία και τον έρωτα. Μετά, μπορεί να ήταν παιδιά, μα η ταραγμένη
περίοδος των δέκα χρόνων, που είχε αρχίσει πριν από το 1965 μέχρι και τη
Μεταπολίτευση, με τα πολιτικά πάθη και τις αντιπαραθέσεις στα άκρα που έζησαν, τα
είχε επηρεάσει. Τα λογικά ερωτήματα που τους είχαν γεννηθεί, για τη
μισαλλοδοξία, την αλληλεγγύη, τον αυταρχισμό, το κράτος και τις δομές του, νιώθοντας
τη διστακτικότητα της Γωγώς να τους δώσει τις απαντήσεις, τα άφηναν για τη
Γαλήνη, που δικηγόρος πια, ήταν το καμάρι τους και ο άνθρωπος που εμπιστεύονταν
απόλυτα.
Η
δυσκολία επικοινωνίας της Γωγώς με τα παιδιά της οφειλόταν κατά βάθος στο φόβο
της, πώς να τους εξηγήσει τα λάθη της, γι’ αυτά που είχε κάνει και για όσα δεν
έκανε, χωρίς τον
κίνδυνο να τιναχτούν όλα στον αέρα. Γιατί ποιο παιδί θα ήταν σε θέση να
εκτιμήσει το συναισθηματικό φορτίο και τα πραγματικά γεγονότα, με τις
ιδιαίτερες συνθήκες που είχαν διαμορφωθεί κάθε φορά και να αποδώσει δικαιοσύνη;
Να κρίνει αντικειμενικά τη μητέρα του και το πώς και το γιατί έκανε αυτό ή
εκείνο, χωρίς να παρασυρθεί και από αυτά που μπορεί να άκουγε από τον κόσμο;
Τόσο
πολύπλοκο το έβλεπε η Γωγώ και γι’ αυτό και το φοβόταν.
…………………………………………………………………………
«Έλα,
βρε μαμά, γιατί άργησες τόσο… Σε παίρναμε τηλέφωνο και όλο βούιζε».
«Είχα
δουλειές, κορίτσι μου. Ξέρεις, άμα δεν κάνω εγώ κάποιες επαφές όλα μένουν
πίσω…»
«Δουλειές
μαμά ή είχαμε κανένα πονηρό τηλεφώνημα;»
«Τι;
Πώς σου ήρθε αυτό; Δεν κάνω εγώ τέτοια πράγματα».
«Γιατί,
μαμά, δεν είναι κακό. Νέα γυναίκα είσαι, έχεις δικαίωμα να ζήσεις τη ζωή σου…»
Αιφνιδιάστηκε
η Γωγώ, ούτε που το περίμενε. Η Ελπίδα, μπροστά και στον Άγγελο, έβαζε το καρφί
εκεί που πονούσε η Γωγώ.
«Δηλαδή,
μιας και το έθιξες, Ελπίδα μου, πιστεύεις ότι θα ήταν σωστό να κάνω σχέση με
κάποιον άντρα, που μπορεί να ήθελε να κάνει μαζί μου και οικογένεια;»
«Για
να είμαι ειλικρινής μαμά, δεν το έχω σκεφτεί καλά αυτό. Όμως καταλαβαίνω ότι
σαν μια όμορφη νέα γυναίκα, αν φυσικά θέλεις, μπορείς να κάνεις σχέση με έναν
άνδρα που θα σου ταιριάζει».
«Να
τα πούμε αυτά ενώ θα τρώμε; Έχει ανοίξει μια νέα πιτσαρία στην πλατεία και λέω
να πάμε εκεί. Άντε γιατί μέχρι να βρούμε γαμπρό για τη μαμά, θα έχω πεθάνει από
την πείνα» η παρέμβαση του Άγγελου.
Πού
να συνέλθει η Γωγώ! Μετά το Θάνο, τα παιδιά της, απανωτοί οι κεραυνοί με ξάστερο
ουρανό.
………………………………………………………………….
Το
ταξίδι στην Άρτα και το Βουργαρέλι εκτός από ευχάριστο και διδακτικό για τα
παιδιά, να μάθουν για τις ρίζες τους και να δουν τον τόπο της καταγωγής τους, να
ανάψουν τα καντήλια στους τάφους των παππούδων τους και στον πατέρα της Ελπίδας,
έγινε η ευκαιρία που περίμενε και αποζητούσε η Γωγώ, μετά τα όσα της είχε πει ο
Θάνος και τη συζήτηση που είχε γίνει στην πιτσαρία στο Μαρούσι, για να
ξεκαθαρίσει τα πράγματα. Μίλησε ανοιχτά στα παιδιά για όλα. Για την ιστορία της
οικογένειας, για τα δικά της μυστικά και τις κρυφές της σκέψεις, τα όνειρα που
είχε όταν ξεκίνησε από το χωριό της και πώς αυτά έγιναν κομμάτια, και όχι για
μια φορά μόνο. Για τους ανθρώπους που τη βοήθησαν, αυτούς που καμιά φορά ούτε
το περιμένεις πως θα το κάνουν και αυτούς που ήθελαν να ασελγήσουν ξεδιάντροπα
στην ψυχή και το κορμί της.
Τους
μίλησε για τον Άγγελο και το Μήτσο, για τα πιστεύω τους, την πολιτική και την
κοινωνία, τις ευαισθησίες και τις ανθρώπινες αδυναμίες τους, το χαρακτήρα τους,
τα όσα έμαθε από αυτούς και ένιωθε να απελευθερώνεται με όσο περισσότερα τους
έλεγε και να φεύγει το βάρος, ο φόβος που είχε κρυφτεί χρόνια μέσα της και τη
βασάνιζε, μήπως λέγοντάς τους όλα αυτά, τους έκανε κακό, αντί για καλό.
Τα
είπε όλα η Γωγώ. Δεν τους έκρυψε τίποτα. Κάποιες φορές δακρύζοντας και άλλοτε γελώντας
και ένιωθε τόσο όμορφα καθώς τα παιδιά της δεξιά και αριστερά της, την άκουγαν,
κάνοντας το γνωστό περίπατο στη δημοσιά από το Βουργαρέλι προς το Αθαμάνιο.
«Να,
εκεί απέναντι σε κείνο το χάλασμα, ήταν η στάνη του παππού σου Ελπίδα. Εκεί
ερωτευτήκαμε για πρώτη φορά με τον πατέρα σου, πριν φύγω για το Ναύπλιο…»
Στο
Βουργαρέλι έμειναν δυο μέρες. Κοιμήθηκαν στο πατρικό τους σπίτι που ανήκε πια στη
Μαρία την αδελφή της Γωγώς. Τα ξαδέρφια τους, τα παιδιά της Μαρίας, ανέβηκαν και
αυτά από την Άρτα στο Βουργαρέλι, για να κάνουν παρέα με τον Άγγελο και την
Ελπίδα και να γνωριστούν καλύτερα μεταξύ τους. Λίγους γνωστούς συνάντησε η Γωγώ,
κάποιους παλιούς που είχαν μείνει στο χωριό. Οι νέοι, οι περισσότεροι
τουλάχιστον, είχαν φύγει όπως και αρκετοί που είχαν μετακομίσει στην Άρτα και
ανέβαιναν μόνο το Πάσχα και το καλοκαίρι.
Ο
Άγγελος και η Ελπίδα συμπλήρωσαν τις γνώσεις τους για τη μητέρα τους και την
οικογένεια της από τα ξαδέρφια τους, που η χαρά τους εκδηλωνόταν με κάθε τρόπο,
τις στιγμές που βρίσκονταν μαζί και συζητούσαν.
Το
φορτισμένο πενθήμερο της παραμονής τους στην Άρτα και το Βουργαρέλι, εκτός από
χρήσιμο γιατί απαντήθηκαν μια και καλή όλα τα ερωτήματα που υπήρχαν, λειτούργησε
και ως καθαρτήριο και αφετηρία μιας νέας ζωής για τους τρεις τους.
Η
Γωγώ ένιωθε απελευθερωμένη και τα παιδιά το ίδιο, μετά τα ταξίδια σε Ναύπλιο
και Βουργαρέλι, είχαν απαλλαγεί οριστικά από τις σκιές και τα βαρίδια που τους είχαν
φορτωθεί από ένα παρελθόν για το οποίο δεν είχαν την παραμικρή ευθύνη.
Το
επόμενο βράδυ στο σπίτι, οι τρεις τους, την ώρα του απολογισμού με χαλαρή
διάθεση, η Γωγώ τους ανακοινώνει ότι υπάρχει κάποιος άνθρωπος που ενδιαφέρεται
γι’ αυτήν, τον συμπαθεί και η ίδια, έχουν σχέση εδώ και λίγο καιρό και κυρίως
αυτός, επιθυμεί να επισημοποιήσουν αυτή τη σχέση και γιατί όχι να τη συνεχίσουν
για πάντα.
Μετά
την όχι και τόσο απρόσμενη έκπληξη, τα παιδιά τη ρωτούν λεπτομέρειες για τον
άνθρωπο που θέλει τη μητέρα τους και αφού μαθαίνουν, όσα τους λέει η Γωγώ, την
παροτρύνουν να προχωρήσει και επιβεβαιώνουν την έγκριση τους με μια αγκαλιά, λέγοντας
της ότι της έχουν εμπιστοσύνη και ότι θα είναι μαζί της, όποια απόφαση και να
πάρει.
Πέμπτη
βράδυ, η Γωγώ τηλεφωνεί στο Θάνο. «Το Σάββατο θα είμαστε με τα παιδιά στο
Ναύπλιο. Έχω κλείσει δυο δωμάτια στο ΞΕΝΙΑ. Αν εξακολουθεί το ενδιαφέρον σου
για μένα και επειδή θέλουν και τα παιδιά να σε γνωρίσουν, μπορούμε να συναντηθούμε».
«Γωγώ,
Γωγώ, είσαι μοναδική… Σ’ αγαπώ…»
Το
ξάφνιασμα όλων στο Ναύπλιο, βλέποντας το Θάνο με τη Γωγώ να κυκλοφορούν μαζί,
κρατώντας ο ένας του χέρι του άλλου, με τα πρόσωπα τους να ακτινοβολούν από
ευτυχία, να μη διστάζουν να δείξουν το πόσο ερωτευμένοι ήταν και δίπλα τους τα
παιδιά της Γωγώς να μην κρύβουν την ευχαρίστηση τους, μετατράπηκε γρήγορα στο
πρώτο θέμα κουτσομπολιού.
Άλλοι,
οι περισσότεροι και κυρίως οι καθώς πρέπει, έβγαλαν τη χολή τους και τη ζήλεια τους.
Ο Θάνος βλέπεις ήταν ένας από τους πλέον περιζήτητους γαμπρούς της περιοχής και
ερχόταν η δούλα, άσχετα αν όλοι ήξεραν ότι ήταν πια μια πλούσια και επιτυχημένη
επιχειρηματίας, μετά το Δουρέντη, να τους τον πάρει και αυτόν. Οι λίγοι, αυτοί
που συνήθως πήγαιναν κόντρα στη σοβαροφάνεια και το συντηρητισμό που
εξακολουθούσε αμείωτος να κυριαρχεί στην πόλη, μάλλον το διασκέδασαν. «Μπράβο
στο παλληκάρι, τους έγραψε όλους και έκανε δική του τη γυναικάρα» και, «Μπράβο
στο ατίθασο θηλυκό, που όση αναστάτωση έφερε, άλλη τόση αντοχή έκρυβε μέσα του…»
τα σαρκαστικά τους σχόλια.
Η
μητέρα του Θάνου εξάντλησε τα επιχειρήματα της στο, «Θα πέσω από το Παλαμήδι αν
το κάνεις…» ενώ η μάνα του Άγγελου έβαζε στη θέση της κάθε μια που της έκανε
κήρυγμα για την ξετσιπωσιά της Γωγώς. «Αυτό το βασανισμένο πλάσμα που μου έκανε
το μεγαλύτερο δώρο στη ζωή μου, έχει δικαίωμα να κάνει ό,τι θέλει. Δε θα της πω
εγώ με ποιον άνθρωπο θα συνεχίσει τη ζωή της. Το σεβασμό στα παιδιά της τον
έχει δείξει χρόνια τώρα… Άνθρωπος είναι κι αυτή».
Ο
Θάνος ζήτησε και πήρε μετάθεση για την Αθήνα, αρραβωνιάστηκαν και σε λίγο καιρό
παντρεύτηκαν. Ο γάμος έγινε στον Άγιο Νικόλαο Αμαρουσίου με κουμπάρους την αδελφή
του Άγγελου, τη Γαλήνη και τον αδελφικό φίλο και συμφοιτητή του Θάνου, το Μάκη.
Λίγοι οι καλεσμένοι, στενοί συγγενείς και φίλοι, φυσικά στην τελετή παραβρέθηκε
και η μητέρα του Άγγελου αλλά και η μητέρα του Θάνου, που δεν έπαψε να
στεγνώνει με το μαντήλι της, τα λιγοστά δάκρυα που με το ζόρι έτρεχαν στα
μάγουλα της. Το γλέντησαν με την ψυχή τους μετά την τελετή και μέχρι πρωίας. Μετακόμισαν
σε μεγαλύτερο σπίτι και δεν άργησε να έρθει και το πρώτο από τα δύο παιδιά που απέκτησαν.
Ήταν κορίτσι, το δεύτερο αγόρι.
Ο
Άγγελος, αφού ολοκλήρωσε με άριστα τη φοίτηση του στο Μαθηματικό Τμήμα του
Πανεπιστημίου Αθηνών, συνέχιζε τις σπουδές του στην Αγγλία στα Εφαρμοσμένα
Μαθηματικά, με προοπτική να επιστρέψει και να ακολουθήσει πανεπιστημιακή καριέρα
στην Ελλάδα. Η Ελπίδα, μετά από μια χρήσιμη περιπλάνηση σε Μιλάνο, Παρίσι και
Νέα Υόρκη, που κράτησε δυο χρόνια, για να αποκτήσει γνώση και παραστάσεις στα
σημαντικότερα κέντρα της γυναικείας μόδας, ανέλαβε, με την καθοδήγηση στην αρχή
της Γωγώς, την επιχείρηση. Ο Θάνος πήρε προαγωγή και έγινε Διευθυντής σε μεγάλο
κατάστημα της Τράπεζας στο κέντρο της Αθήνας. Η κυρία Θεοδώρα, με νέα
υπηρέτρια, συνέχιζε τη ζωή της ασχολούμενη με το μόνο ενδιαφέρον που της είχε
απομείνει, το μαγαζί της, και η Νικολίτσα παντρεμένη πια με τον αστυνομικό της,
μεγάλωνε τα δυο τους παιδιά στου Ζωγράφου. Όσο για την Κατίνα, αφού η ίδια δεν
μπόρεσε να πιαστεί από καμιά ευκαιρία, όπως είχε ορμηνέψει να κάνει η Γωγώ στη
ζωή της σαν υπηρέτρια, παρέμενε στο ίδιο σπίτι στην Κηφισιά, με νέο αφεντικό το
γιατρό, το γιό του παλιού της αφεντικού, που εν τω μεταξύ είχε πεθάνει,
ανύπαντρη, έχοντας πλέον λίγες ελπίδες να ξεφύγει από τη μοίρα της, που τη
φυλάκισε από παιδούλα στην Κηφισιά, μακριά από το χωριό της.
Τα
χρόνια πέρασαν, η ζωή συνεχίστηκε χωρίς κάτι το συναρπαστικό, το ξεχωριστό,
όπως αυτά που είχαν συμβεί και σημαδέψει τη Γωγώ. Όλα φυσιολογικά με τις μικρές
και μεγαλύτερες χαρές και λύπες, να ακολουθούν η μια την άλλη, ή να πέφτουν
όλες μαζί, όπως συμβαίνει στους περισσότερους ανθρώπους.
Κανείς
όμως δεν ξέρει τι του επιφυλάσσει μέχρι το τέλος η ζωή, της Γωγώς πάντως στα
ογδόντα της χρόνια, της φύλαγε ένα ακόμα δώρο, τον ερχομό του πρώτου της
δισέγγονου…
Έτσι,
το μικρό κορίτσι που έφυγε από το χωριό του να πάει να συναντήσει μια καλύτερη
ζωή, κατάφερε τελικά να την κερδίσει, να εκπληρώσει τα όνειρα του, γιατί πολύ απλά
και πόσο δύσκολα, αντιστάθηκε στα εμπόδια, όσες φορές και αν έπεσε ξανασηκώθηκε,
γιατί το όνειρο, μόνο αν αγωνιστείς πραγματικά γι’ αυτό, μπορεί κάποια στιγμή και
να το φτάσεις…

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου